Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω



    Η φωτογραφία της Κατίνας Τούση πάνω από τον νεκρό γιό της τον Τάσο Τούση συγκλονίζει και δίνει το έναυσμα στον Γιάννη Ρίτσο για τον Επιτάφιο .

ΠΗΓΗ:  βιβλίο  Τάσος Τούσης: Ο θάνατος ενός ήρωα  συγγραφεας Μαρίκα Μπόχαλη – Τούση 
                  (Από τη σύνθεση «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ», βλ. συγκεντρωτική έκδοση του Γιάννη Ρίτσου, Ποιήματα (Α” τόμος, 1978, σ. 168)
Ο χειμώνας του 36 ήταν θυελλώδης. Φτώχεια, ακρίβεια και απολύσεις, εξαθλίωση, εξεγέρσεις, τραυματισμοί, συλλήψεις, εξορίες. Αυτό ήταν  το σκηνικό απ’ τις αρχές εκείνης της φοβερής χρονιάς. Λιμενεργάτες, αυτοκινητιστές, τροχιοδρομικοί, οι εργάτες βενζίνης (Σελλ, Γκρεκοπετρόλ), οι καπνεργάτες της Καβάλας και της Δράμας, οι κλωστοϋφαντουργοί, το ένα μετά το άλλο τα σωματεία ξεσηκώνονταν. Ακολούθησαν οι φοιτητές.Στις 9 Μαΐου πραγματοποιούνται σοβαρά επεισόδια μεταξύ διαδηλωτών και τοπικών αρχών που έχουν σαν απολογισμό δεκάδες τραυματίες και 12 νεκρούς. Ο λαός της Θεσσαλονίκης ξεσηκώνεται και η απεργία αποκτά χαρακτήρα εξέγερσης.
Η φωτογραφία της Κατίνας Τούση πάνω από τον νεκρό γιό της τον Τάσο Τούση συγκλονίζει και δίνει το έναυσμα στον Γιάννη Ρίτσο για τον Επιτάφιο .

Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης θα μελοποιήσει 8 από τα είκοσι τραγούδια του Επιτάφιου. Η ιστορία το Τάσου θα ξαναζωντανέψει κι ολόκληρη η Ελλάδα θα ανατριχιάσει και θα δακρύσει πολλές φορές ακούγοντας τη συγκλονιστική φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαίρης Λίντα, το εκπληκτικό μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη κι εκείνα τα λόγια, τα λόγια που σου σκίζουν την καρδιά…
Ο Γιάννης Ρίτσος δηλώνει στον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη:«Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ».
Σε 3 μέρες γράφει 14 από τα 20 συνολικά ποιήματα και δημοσιεύει 3 από αυτά στο φύλλο της εφημερίδας του Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου:

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό;
 Για τους δικούς σου κόπους την πλερωμή σου ζήτησες απ΄ άδικους ανθρώπους.
 Λίγο ψωμάκι ζήτησες και σούδωκαν μαχαίρι, τον ίδρωτά σου ζήτησες και σούκοψαν το   χέρι.
 Δεν ήσουν ζήτουλας εσύ να πας παρακαλιόντας, με τη γερή σου την καρδιά πήγες ορθοπατώντας.
 Και χύμηξαν απάνου σου τα σμουλωχτά κοράκια και σούπιαν το αίμα, γιόκα μου, σου κλείσαν τα χειλάκια.
Τώρα οι παλάμες σου οι αχνές, μονάκριβέ μου κρίνε, σα δυο πουλάκια ανήμπορα και πληγωμένα μου είνε.
 Που τα φτερά τους δίπλωσαν και πια δε φτερουγούνε και τα κρατώ στα χέρια μου και δε μου κελαϊδούνε.
 Ω, γιε μου, αυτοί που σ΄ έσφαξαν σφαγμένα να τα βρούνε τα τέκνα τους και τους γονιούς και στο αίμα να πνιγούνε.
 Και στο αίμα τους τη φούστα μου κόκκινη να τη βάψω και να χορέψω. Αχ, γιόκα μου, δεν πάει μου να σε κλάψω.
 Στις 8/6/1936 ο «Επιτάφιος» κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα, ενώ το εξώφυλλο του βιβλίου (ξυλογραφία) επιμελείται ο χαράκτης Λυδάκης. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τη δικτατορία Μεταξά οι οποίες και οδηγούν στην πυρά πληθώρα αντιγράφων.
Ο Ρίτσος με την επιστροφή του από την εξορία αναδημοσιεύει τα έργα του και στέλνει τον «Επιτάφιο» στον Μίκη Θεοδωράκη με την αφιέρωση «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά  στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός».
 Ο Μίκης  μελοποιεί τμήμα του  έργου στέλνει την μουσική σύνθεση στον Μάνο Χατζιδάκη, το Γιάννη Ρίτσο και τον Βύρωνα Σάμιο.Ο Χατζιδάκης ηχογραφεί την πρώτη λυρική έκδοση με τη φωνή της Νάνας Μούσχουρη. Το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί το Γιάννη Ρίτσο αλλά και τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη που βρίσκει τελικά στο πρόσωπο του Γρηγόρη Μπιθικώτση τον τέλειο εκφραστή.Το έργο εκδίδεται τελικά το 1961, για πρώτη φορά σε δίσκο 33 στροφών, με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση.
Το εκπληκτικό αποτέλεσμα και η απολαβή του κόσμου κάνουν τον Γιάννη Ρίτσο να δηλώσει: «Ήμουν λάθος! Ακριβώς εκεί ο Επιτάφιος συνάντησε τους απλούς ανθρώπους. Κι εκείνοι του δόθηκαν με τη σειρά τους. Κατάλαβαν το ποίημα. Το έκαναν δικό τους!».
 Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.
 Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, το 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης θα μελοποιήσει 8 από τα είκοσι τραγούδια του Επιτάφιου. Η ιστορία το Τάσου θα ξαναζωντανέψει κι ολόκληρη η Ελλάδα θα ανατριχιάσει και θα δακρύσει πολλές φορές ακούγοντας τη συγκλονιστική φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και της Μαίρης Λίντα, το εκπληκτικό μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη κι εκείνα τα λόγια, τα λόγια που σου σκίζουν την καρδιά…

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες
 Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
 Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
 Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
 Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
 Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
 Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ” αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
 Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια
 Και μούλεες, γιε, πως όλ” αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ” έσβησε το φέγγος κ” η φωτιά μαs

Το 1975, η Μαρίκα Μπόχαλη Τούση, η αδερφή του Τάσου, τυφλή πλέον, κατάφερε να μάθει να γράφει. Το πρώτο γράμμα που έγραψε η Μαρίκα ήταν μια ευχαριστήρια επιστολή στο Γιάννη Ρίτσο. Ο ποιητής θα απαντήσει με ιδιόχειρη επιστολή με καλλιτεχνικά γράμματα




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου