Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2021

Ο παγκόσμιος Οκτώβρης του 1917 εξακολουθεί να διδάσκει το προλεταριάτο.


Οι  λυσσασμένοι αναθεωρητές ιστορικοί, βρήκαν την ευκαιρία να ξαναγράψουν την  γνωστή θεωρία τους περί πραξικοπήματος, ποντάροντας στο νεότερο στην ηλικία κοινό και στην εν γένει αδιαφορία (αν όχι εχθρότητα) για την πολιτική-θεωρητική μόρφωση, που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Ακόμα κι ένας πρωτοετής των νομικών ή των πολιτικών επιστημών θα τους απαντούσε ότι πραξικόπημα έχουμε όταν ένα τμήμα του κρατικού μηχανισμού χρησιμοποιεί τη στρατιωτική δύναμη που διαθέτει για να επιβάλει τη θέλησή του, παραβιάζοντας το ισχύον σύνταγμα. Ενώ όταν η κατάκτηση της εξουσίας γίνεται από δυνάμεις του ένοπλου λαού, που κινούνται έξω και ενάντια στον κρατικό μηχανισμό, έχουμε επανάσταση

Μπροστά σ’ αυτόν τον ορυμαγδό, της αστικής και μικροαστικής υποκρισίας από τη μια, της αναθεωρητικής «τρολιάς» από την άλλη, εκείνοι που έχουν τα διδάγματα του μεγάλου Οκτώβρη ως συστατικό στοιχείο του θεωρητικού, προγραμματικού και πολιτικού τους DNA, αισθάνονται κάπως άβολα. Οχι και αμήχανα, όμως. Ο επετειακός ορυμαγδός οσονούπω θα παρέλθει, οπότε θα επανέλθουμε στην… κανονικότητα. Μια κανονικότητα που για εμάς περιλαμβάνει τα διδάγματα του Οκτώβρη, τη θυελλώδη σοσιαλιστική οικοδόμηση που ακολούθησε τη νίκη της επανάστασης (για πρώτη φορά στην Ιστορία), την εκρηκτική ανάπτυξη του κομμουνιστικού και εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, υπό την καθοδήγηση της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αλλά και την ανάλυση της διαδικασίας παλινόρθωσης του καπιταλισμού, που άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’50, μετά τον θάνατο του Στάλιν.

Ποιο είναι το βασικότερο δίδαγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης, υπό το φως της Ιστορίας των Επαναστάσεων; Οτι το εξεγερμένο προλεταριάτο, ο εξεγερμένος λαός, χρειάζεται τη φυσική του ηγεσία για να φτάσει την επανάσταση μέχρι το τέλος.

Στη δράση του Κόμματος των Μπολσεβίκων, πριν και κατά τη διάρκεια της ρωσικής επανάστασης (από τον Φλεβάρη μέχρι τον Οκτώβρη του 1917), αλλά και μετά τη νίκη της επανάστασης, στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, του εμφύλιου πολέμου και της ξένης επέμβασης, μπορούμε να δούμε την επιτομή της διαλεκτικής σχέσης του εξεγερμένου προλεταριάτου με την επαναστατική του πρωτοπορία.

Θα  επιχειρούμε μια συνοπτική καταγραφή της εξέλιξης της Ρωσικής Επανάστασης και του κρίσιμου-αποφασιστικού ρόλου που διαδραμάτισε το μπολσεβίκικο κόμμα την ίδια περίοδο. Προλογικά, θα σημειώσουμε ότι το μπολσεβίκικο κόμμα δεν είχε μόνο τον θεωρητικό και προγραμματικό εξοπλισμό για να εκτιμά σωστά τη συγκυρία και να προσανατολίζει την πολιτική του αναλόγως με τις δυνατότητες που αυτή η συγκυρία ξάνοιγε, αλλά είχε και εκείνο το στελεχιακό δυναμικό, από «πάνω» μέχρι «κάτω», που του επέτρεπε να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία και ανατροφοδότηση με τις πλατιές μάζες των εργατών, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους, αναγνωριζόμενο απ’ αυτές ως η φυσική τους ηγεσία.

Ηταν το Στρατιωτικό Επαναστατικό Κέντρο της ΚΕ του μπολσεβίκικου κόμματος (Στάλιν, Σβερντλόφ, Τζερζίνσκι, Μπουμπνόφ και Ουρίτσκι) που έδωσε την εντολή να κινηθούν οι ένοπλοι επαναστάτες (εργάτες και στρατιώτες) και να καταλάβουν την εξουσία στο όνομα των σοβιέτ, τη νύχτα της 24ης προς την 25η Οκτώβρη του 1917 (με το παλιό ημερολόγιο). Η εντολή αυτή δεν ήταν μια επαναστατική λογοκοπία, αλλά η έναρξη της υλοποίησης ενός αναλυτικά επεξεργασμένου σχεδίου.

Οι μάζες των ένοπλων εργατών και των στρατιωτών κινήθηκαν αποφασιστικά με βάση αυτή την εντολή και κατέλαβαν την εξουσία, ακριβώς επειδή αναγνώριζαν στους μπολσεβίκους τη φυσική τους ηγεσία.

 Η αδιάλλακτη πάλη με τον οπορτουνισμό

Το μπολσεβίκικο κόμμα ανδρώθηκε και ατσαλώθηκε στην αδιάλλακτη πάλη με τα οπορτουνιστικά ρεύματα που κυριαρχούσαν στο εργατικό και λαϊκό κίνημα της Ρωσίας. Χωρίς αυτόν τον συνεπή, διαχρονικό αγώνα οι μπολσεβίκοι δε θα είχαν εξασφαλίσει τη στήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργατικής τάξης στην ανατροπή της αστικής κυριαρχίας, στην κρίσιμη καμπή της Ιστορίας τον Οκτώβρη του 1917.

Οι μπολσεβίκοι, από την πρώτη στιγμή της ανεξάρτητης πολιτικής τους παρουσίας, συγκρότησαν ένα προλεταριακό κόμμα με ενιαία θέληση και επαναστατικό πρόγραμμα. Σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ειδικά τη γερμανική, που είχε εξελιχθεί στην ηγέτιδα δύναμη της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και της Δεύτερης Διεθνούς, οι μπολσεβίκοι δε δίστασαν να έρθουν πολύ γρήγορα σε προγραμματική και οργανωτική ρήξη με την οπορτουνιστική πτέρυγα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, τους μενσεβίκους, που απεμπολούσαν τις βασικές αρχές του μαρξισμού, ευθυγραμμιζόμενοι πίσω από την αστική τάξη της Ρωσίας.

Οι μενσεβίκοι στένευαν το πεδίο δράσης των σοσιαλδημοκρατών στους οικονομικούς αγώνες του προλεταριάτου, επιφυλάσσοντας για τη σοσιαλδημοκρατία μονάχα ένα ρόλο διακοσμητικής αντιπολίτευσης στο πολιτικό σύστημα. Η τακτική τους ήταν εφάμιλλη της οπορτουνιστικής πολιτικής του Μπερνστάιν στη Γερμανία, ο οποίος δήλωνε αφοριστικά: «το κίνημα είναι το παν, ο τελικός στόχος τίποτα». Για τους μπολσεβίκους, η επαναστατική πολιτική πάλη της σοσιαλδημοκρατίας συμπεριελάμβανε την καθημερινή συστηματική ζύμωση και δράση για την αποκάλυψη όλων των εκμεταλλευτικών σχέσεων ανάμεσα στον τσαρισμό, το θεμέλιό του, την αριστοκρατία, την ανερχόμενη αστική τάξη και τα εκμεταλλευόμενα μισθωτά στρώματα της αγροτιάς και της εργατικής τάξης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε η εργατική τάξη να αποκτήσει κομμουνιστική συνείδηση, να απευθυνθεί με αξιώσεις στα υπόλοιπα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα και να τα παρακινήσει να συμμαχήσουν μαζί της για την επαναστατική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής.

Η θεωρητική και προγραμματική προετοιμασία της καθοριστικής σημασίας πολιτικής σύγκρουσης μπολσεβικισμού-μενσεβικισμού για το επαναστατικό κίνημα της Ρωσίας προετοιμάστηκε αναλυτικά στο γνωστό έργο του Λένιν «Τι να κάνουμε» και αποτέλεσε το βασικό εργαλείο ξεκαθαρίσματος της επαναστατικής τακτικής για την πρώτη γενιά του κόμματος.

Περίοδος του τσαρισμού

Εξαρχής, οι μπολσεβίκοι με επικεφαλής τον Λένιν πάλεψαν για την πολιτική ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της εργατικής τάξης στο επαναστατικό κίνημα που αγκάλιαζε τη μεγάλη μάζα του εργαζόμενου λαού, τους αγρότες, καθώς και για την εξασφάλιση της ηγεμονίας του προλεταριάτου σε αυτό.

Στην περίοδο του τσαρισμού, από το μακρινό 1905 έως τον Φλεβάρη του 1917, τόσο οι οπορτουνιστές μενσεβίκοι όσο και οι επαναστάτες μπολσεβίκοι χαρακτήριζαν την επικείμενη επανάσταση για την ανατροπή του τσαρισμού και της κυριαρχίας της φεουδαρχίας και των επιβιώσεων του μεσαιωνισμού στην ύπαιθρο ως αστική επανάσταση. Σε αντίθεση με τους μενσεβίκους, οι μπολσεβίκοι υποστήριζαν ότι η μόνη τάξη που μπορεί να ηγηθεί της αστικής επανάστασης και να την πραγματοποιήσει αποφασιστικά μέχρι τέλους, τσακίζοντας τα θεμέλια της φεουδαρχίας και του τσαρισμού, είναι η εργατική τάξη. Οτι το προλεταριάτο πρέπει να προετοιμάζει τους όρους της μαζικής εξέγερσης και δεν μπορεί, δεν πρέπει να περιμένει τις κινήσεις της αστικής τάξης.

Βασιζόμενοι στην πείρα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του 1848 στην Ευρώπη, που συνόψισαν θεωρητικά οι Μαρξ-Ενγκελς, οι μπολσεβίκοι ισχυρίζονταν ορθότατα ότι η αστική τάξη της Ρωσίας είναι συμφιλιωτική και συμβιβαστική με τη φεουδαρχία. Η αστική τάξη δεν μπορούσε να παίξει πια τον επαναστατικό ρόλο που διαδραμάτισε η αστική τάξη της Γαλλίας το 1789-1793, σαρώνοντας με επαναστατικό τρόπο τα φεουδαρχικά δεσμά στη γαλλική ύπαιθρο.

Αντίθετα, οι μενσεβίκοι υποστήριζαν ότι επικεφαλής της αστικής επανάστασης μπορεί να είναι μόνον η αστική τάξη. Ο Λένιν υποστήριζε ότι οι σύγχρονοι γιακωβίνοι είναι το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου και ότι οι μενσεβίκοι με τη στάση τους είναι άξιοι απόγονοι των γιρονδίνων[2]. Οι μενσεβίκοι βάπτιζαν την πολιτική ουράς στην αστική τάξη, πολιτική της «άκρας επαναστατικής αντιπολίτευσης», και με ευφυολογήματα προσπαθούσαν να την παρουσιάσουν ως επαναστατική. Στην πράξη, η οπορτουνιστική πολιτική των μενσεβίκων οδηγούσε την εργατική τάξη σε πολιτική ουράς του κόμματος των καντέτ, του κόμματος της φιλελεύθερης αστικής τάξης, που επεδίωκε ανώδυνες μεταρρυθμίσεις στην τσαρική Ρωσία, συγκεντρώνοντας βαθμιαία τη στήριξη των πολυάριθμων στρωμάτων της εξαθλιωμένης αγροτιάς της υπαίθρου, που μέσα στη γενικευμένη πολιτική καθυστέρηση ελκυόταν από τα ψίχουλα των ψεύτικων διακηρύξεων για βελτίωση της ζωής τους.

Την ίδια περίοδο, οι μπολσεβίκοι αναμετρήθηκαν προγραμματικά και θεωρητικά με τους εσέρους (ή σοσιαλεπαναστάτες), το μικροαστικό κόμμα των αγροτών, που αρνούνταν πεισματικά -στο φως της ανάπτυξης του καπιταλισμού στη Ρωσία στις αρχές του εικοστού αιώνα, της δημιουργίας της μεγάλης βιομηχανίας στα μητροπολιτικά κέντρα της Μόσχας και της Πετρούπολης- τον πρωτοπόρο ρόλο της νεοσχηματιζόμενης εργατικής τάξης για κάθε επαναστατική αλλαγή.

Στην τακτική τους, οι μπολσεβίκοι έστρεφαν τα βέλη τους κατά κύριο λόγο στα μεγάλα κόμματα που προσπαθούσαν να συμβιβάσουν, να συμφιλιώσουν τη μεγάλη πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού με το υπάρχον καθεστώς. Την περίοδο που προηγήθηκε της επανάστασης του Φλεβάρη, οι καντέτ ήταν ο βασικός στόχος των μπολσεβίκων, παρότι η κυβέρνηση ήταν τσαρική. Οι μπολσεβίκοι κατακεραύνωναν κάθε προσπάθεια της φιλελεύθερης αστικής τάξης να εξαπατήσει τους αγρότες, ρίχνοντας στάχτη στα μάτια τους για κάθε συμβιβασμό με τον τσαρισμό. Η έντονη πολεμική τους χαρακτηριζόταν από τους καιροσκόπους αντιπάλους των μπολσεβίκων ως προδοσία του κοινού μετώπου ενάντια στον τσαρισμό.

Μετά το Φλεβάρη του 1917

Προς το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, η διόγκωση της πείνας, της εξαθλίωσης, ο θάνατος εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών στο μέτωπο, οδήγησαν την αγροτιά μαζικά σε ξεσηκωμό. Η δυναστεία του Τσάρου κατέρρευσε και η αστική τάξη πήρε την εξουσία τον Φλεβάρη του 1917. Με την προδοτική συγκατάθεση των εσέρων και των μενσεβίκων, πίσω από τις πλάτες των εργατών, το κόμμα των καντέτ σχημάτισε την πρώτη προσωρινή κυβέρνηση, παρέχοντας υπουργικό θώκο στον εσέρο Κερένσκι. Παράλληλα, η αποδιοργάνωση του τσαρικού στρατού, η αποδιοργάνωση της κρατικής μηχανής, οδήγησε στο σχηματισμό των σοβιέτ, των συμβουλίων των ένοπλων εργατών και ένοπλων στρατιωτών-αγροτών.

Η αστική επανάσταση είχε ήδη συντελεστεί. Η συγκρότηση των σοβιέτ, της πλατιάς οργάνωσης πρώτα απ’ όλα των εργατών, πλάι στην αστική κυβέρνηση των καντέτ, συνιστούσε μια μεταβατική δυαδική εξουσία. Πλάι στην εξουσία της αστικής τάξης, που έλεγχε την παλιά κρατική διοίκηση, ξεπρόβαλλε η εξουσία της εργατικής τάξης, με το δικό της  μηχανισμό που διέφερε ουσιαστικά τόσο από την παλιά τσαρική διοίκηση όσο και από την κρατική μηχανή κάθε σύγχρονου αστικού κράτους, αφού δεν ήταν αποσπασμένη γραφειοκρατικά από τη πλατιά μάζα του λαού, αλλά ήταν σάρκα από τη σάρκα του.

Με τις θέσεις του Απρίλη, ο Λένιν ξεκαθάριζε ότι στις συνθήκες της διάλυσης του πρώτου παγκόσμιου πολέμου και της ριζικής αλλαγής των κοινωνικών συσχετισμών, λόγω του πρωτοφανούς μαζικού ξεσηκωμού της αγροτιάς, η εξέλιξη της επανάστασης σε σοσιαλιστική ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία συνθήκη για την ανακούφιση του λαού από το φάσμα της πείνας και της εξαθλίωσης. Τα άμεσα επαναστατικά μέτρα ρύθμισης και ελέγχου της παραγωγής, προκειμένου να σωθεί από την πείνα η εργατική τάξη των πόλεων και τα πληβειακά στρώματα της υπαίθρου, μπορούσαν να είναι μόνο σοσιαλιστικά[3]. Σε αυτή την κατεύθυνση τα σοβιέτ έπρεπε να αποτελέσουν την μοναδική κρατική εξουσία, μεταβιβάζοντας έτσι πλήρως την εξουσία στην εργατική τάξη, για να προχωρήσει την επανάσταση, λύνοντας ταυτόχρονα τα αστικοδημοκρατικά ζητήματα που η συμβιβαστική αστική τάξη απεμπόλησε προς όφελος των συμμάχων της φεουδαρχών στην ύπαιθρο. Αυτά δεν ήταν άλλα από τον τερματισμό του πολέμου και τη διανομή της γης στους αγρότες, απαλλοτριώνοντάς την από τους αριστοκράτες. Το σύνθημα των μπολσεβίκων έπεσε σαν βόμβα μεγατόνων στη πολιτική ζωή της επαναστατημένης Ρωσίας και δεν ήταν άλλο από το: όλη η εξουσία στα σοβιέτ!

 Η ένταση της οικονομικής κρίσης, λόγω της συνέχισης του πολέμου, οδήγησε την αστική τάξη που είχε την εξουσία και διηύθυνε τον πόλεμο, σε τακτική αναδίπλωση. Οι φανεροί εκπρόσωποι των συμφερόντων της αστικής τάξης, οι καντέτ, δεν μπορούσαν πλέον να διακυβερνήσουν τη Ρωσία. Είχαν διαψεύσει τις ελπίδες της πλατιάς μάζας της αγροτιάς που ποθούσε την ειρήνη. Στη νέα κυβέρνηση συμμετείχαν μαζικά εκπρόσωποι των μικροαστικών κομμάτων των εσέρων και των μενσεβίκων, με πρωθυπουργό τον Κερένσκι. Στα σοβιέτ, την πλειοψηφία την είχαν εκείνη την στιγμή οι εσέροι και οι μενσεβίκοι. Οι μπολσεβίκοι που έριχναν το σύνθημα: «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» ήταν ακόμα μειοψηφία.

Οι μενσεβίκοι, παρότι παρουσίαζαν στα λόγια τα σοβιέτ ως «τη μαχητικότερη και σημαντικότερη οργάνωση της εργατικής τάξης», στην πράξη αρνούνταν πεισματικά την αναβάθμιση των σοβιέτ σε όργανο μοναδικής εξουσίας της Ρωσίας. Εντασσόμενοι στην αστική κυβέρνηση, οι μενσεβίκοι παρουσίασαν το νέο κυβερνητικό σχήμα ως «επαναστατική δημοκρατία», συσκοτίζοντας την ταξική ουσία της νέας μορφής διακυβέρνησης: ότι η εξουσία της αστικής τάξης παρέμενε αλώβητη και στην ουσία ο πόλεμος διευθυνόταν ακόμη από την αστική τάξη. Οι μενσεβίκοι παρουσίαζαν τη συνέχεια του ίδιου άδικου πολέμου, ως επαναστατικό πόλεμο. Ταυτόχρονα, η νέα κυβέρνηση έστελνε τον στρατό να τσακίσει τους αγρότες που εξεγείρονταν ενάντια στο ζυγό της φεουδαρχίας στην ύπαιθρο και απαλλοτρίωναν τη γη των μεγάλων γαιοκτημόνων.

Προς τον Οκτώβρη του 1917

Την περίοδο από τον Φλεβάρη ως τον Οκτώβρη, οι μπολσεβίκοι έστρεφαν τα βέλη τους κατά κύριο λόγο ενάντια στα κόμματα της λεγόμενης «μικροαστικής δημοκρατίας», τα κόμματα της κοινωνικής δημαγωγίας των εσέρων και των μενσεβίκων. Τα κόμματα αυτά επιχείρησαν με χίλιους δυο τρόπους να φτιασιδώσουν την αποκρουστική εξουσία της αστικής τάξης. Με συμμάχους τους «κεντριστές» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και πρωτοστάτη τον αποστάτη Καρλ Κάουτσκι, οι μενσεβίκοι επέμεναν πια στη θεωρία ότι οι συνθήκες τόσο στην Ευρώπη, αλλά και στη Ρωσία δεν ήταν ώριμες για σοσιαλιστική επανάσταση[4]. Οτι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού ήθελε τη δημοκρατία και ότι ο πόλεμος πια ήταν αμυντικός και δίκαιος. Οτι η σοσιαλιστική επανάσταση θα είναι μονάχα ένα «μπλανκιστικό» πραξικόπημα των μπολσεβίκων και ότι η δικτατορία του προλεταριάτου δεν μπορεί να εδραιωθεί σε μια χώρα.

Οι μπολσεβίκοι αναμετρήθηκαν αδιάλλακτα με τους μενσεβίκους και τους εσέρους, αποδεικνύοντας στην πράξη στις πλατιές μάζες των εργαζομένων, στην εξέλιξη των γεγονότων και με την πείρα της ίδιας της ζωής, ότι η νέα μικροαστική δημοκρατία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η συνέχεια της δικτατορίας της αστικής τάξης, που όπως σε όλο τον σύγχρονο δυτικό κόσμο, έτσι και στη μετα-τσαρική Ρωσία κρύβει το πραγματικό της πρόσωπο, αυτό της δικτατορίας της αστικής τάξης.

Οι μπολσεβίκοι έδειξαν με συνέπεια ότι οι μενσεβίκοι διαστρεβλώνουν τη βασική μαρξιστική αλήθεια, ότι το κράτος δεν είναι ένα διαταξικό όργανο που συμφιλιώνει τις τάξεις, άλλα ένα όργανο καταστολής της εκμεταλλεύτριας άρχουσας τάξης πάνω στις υπόλοιπες τάξεις της κοινωνίας. Οτι τα σοβιέτ δεν έχουν κανένα λόγο να κρύβουν την πραγματικότητα: ότι θα αποτελέσουν όργανα καταστολής της ένοπλης εργατικής τάξης απέναντι στην αστική τάξη και σε όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις που εχθρεύονται τη σοσιαλιστική επανάσταση και την εδραίωση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Απέναντι στο ύπουλο σύνθημα των μενσεβίκων «ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και επανορθώσεις», που ουσιαστικά σήμαινε συνέχιση του άδικου ληστρικού πολέμου μέχρι τη νίκη της μιας ή της άλλης συμμαχίας των ιμπεριαλιστικών χωρών, μόνο το σύνθημα «ειρήνη πάση θυσία» θα μπορούσε να σταματήσει τον άδικο πόλεμο και να εδραιώσει την εξουσία της εργατικής τάξης στη Ρωσία.

Τον Ιούλη του 1917, ο αναβρασμός του αυθόρμητου κινήματος κορυφώθηκε στην Πετρούπολη. Πλατιές εργατικές μάζες άρχισαν να απομακρύνονται από τους μενσεβίκους και να στρατεύονται με τη στρατηγική και την τακτική των μπολσεβίκων. Ομως, ακόμα η πλειοψηφία της αγροτιάς στήριζε τη «μικροαστική δημοκρατία». Ενδεχόμενη εξέγερση στην Πετρούπολη θα οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση με τους αγρότες και σε βέβαιη ήττα και τσάκισμα του επαναστατικού κινήματος, το οποίο αντί να εξαπλωνόταν προς την ύπαιθρο θα διαλυόταν στη μητρόπολη. Οι μπολσεβίκοι κατάφεραν να ηγηθούν του επαναστατικού αναβρασμού και να συγκρατήσουν τον οργισμένο εργατόκοσμο σε ειρηνική πορεία στη Πετρούπολη, η οποία δέχτηκε την άγρια καταστολή της κυβέρνησης. Οι ηγέτες των μενσεβίκων και των εσέρων άδραξαν την ευκαιρία για να θέσουν τους μπολσεβίκους εκτός νόμου. Στο μαύρο οπλοστάσιο της προπαγάνδας τους παρουσίαζαν τους μπολσεβίκους ως πράκτορες των Γερμανών που επεδίωκαν πάση θυσία την προδοσία της πατρίδας και τη νίκη του γερμανικού στρατού. Ομως η δικαίωση των μπολσεβίκων δεν άργησε.

H αστική τάξη, θορυβημένη από τον επαναστατικό αναβρασμό των μαζών, που δεν κατασίγαζε αλλά κορυφωνόταν, τόσο στην πόλη όσο και στην ύπαιθρο, αποφάσισε τη διάλυση της κυβέρνησης Κερένσκι. Τέλη Αυγούστου, ο αξιωματικός του στρατού Κορνίλοφ επιχείρησε να κάνει πραξικόπημα προκειμένου να εγκαταστήσει ένα απολυταρχικό δικτατορικό καθεστώς. Οι εσέροι και οι μενσεβίκοι, αδύναμοι πολιτικά να κινητοποιήσουν τις μάζες ενάντια στους πραξικοπηματίες, επανέφεραν τους «προδότες» μπολσεβίκους στη νομιμότητα και οι μπολσεβίκοι, με το κύρος τους στο στράτευμα, σταμάτησαν την προέλαση των κορνιλοφικών. Πλέον, η διαφοροποίηση μέσα στην αγροτιά άρχισε να αντανακλάται στο κόμμα των εσέρων, που άρχισε να διασπάται βαθμιαία σε κυβερνητικούς και αντιπολιτευόμενους.

Τον Οκτώβρη το 1917, οι μπολσεβίκοι είχαν πλέον την πλειοψηφία στα σοβιέτ των εργατών της Πετρούπολης και της Μόσχας. Στα σοβιέτ των αγροτών η συντριπτική πλειοψηφία ήταν εναντίον της κυβερνώσας «μικροαστικης δημοκρατίας». Η ώρα της εφόδου προς τον ουρανό είχε σημάνει.

 Η εργατο-αγροτική συμμαχία θεμέλιο της δικτατορίας του προλεταριάτου

Παραμονές των επαναστατικών γεγονότων του 1905, οι μπολσεβίκοι είχαν επεξεργαστεί και εκπονήσει το πρόγραμμα για τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς, που συμπεριφέρονταν δουλόφρονα απέναντι στην αστική τάξη της χώρας τους, δίνοντας προτεραιότητα στον κοινοβουλευτικό αγώνα έναντι της επαναστατικής ταξικής πάλης, και παρέπεμπαν την πάλη για την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας στο μακρινό μέλλον, οι μπολσεβίκοι πίστευαν πραγματικά ότι το προλεταριάτο της Ρωσίας θα έπαιρνε στο μέλλον την εξουσία και φρόντιζαν να διαφωτίσουν τους όρους και τις συνθήκες για την πραγματοποίηση αυτής της εξουσίας.

Προκαταρτικός όρος για τη νίκη της επανάστασης σε κάθε χώρα που η αγροτιά συνιστά ένα μη αμελητέο κοινωνικό στρώμα της είναι η εξασφάλιση της στρατηγικής συμμαχίας της με το προλεταριάτο και η απομάκρυνσή της από την ηγεμονία της αστικής τάξης. Ομως, η αγροτιά δεν είναι μια ενιαία τάξη, παρότι το σημαντικότερο τμήμα της, ειδικά στην Ευρώπη και τη Ρωσία των αρχών του εικοστού αιώνα, αποτελούνταν στην συντριπτική του πλειοψηφία από μη εκμεταλλευτικά μισθωτά στρώματα.

Στο στρατηγικό σχέδιο των μπολσεβίκων για το τσάκισμα του τσαρισμού και της φεουδαρχίας, το προλεταριάτο της Ρωσίας θα εξασφάλιζε τη συμμαχία όλης της αγροτιάς, συμπεριλαμβανομένων των πλούσιων χωρικών (κουλάκοι). Στην εξέλιξη της επανάστασης σε σοσιαλιστική, το προλεταριάτο θα εξασφάλιζε τη συμμαχία με το στρώμα των φτωχών αγροτών, που διέθεταν μικρή έως ελάχιστη ιδιόκτητη γη, τσακίζοντας την εξουσία των κουλάκων στην ύπαιθρο, που εκμεταλλεύονταν εργατικά χέρια, εξασφαλίζοντας την ουδέτερη στάση των μεσαίων αγροτών, που είχαν μεγαλύτερη γαιοκτησία από τους φτωχούς αγρότες και την περίοδο των καλών σοδειών εκμεταλλεύονταν ενίοτε και εργατικά χέρια, είτε προλετάριων – εργατών γης είτε φτωχών αγροτών.

Στα πρώτα διατάγματα της μπολσεβίκικης κυβέρνησης συγκαταλέγεται και το διάταγμα για τη γη. Η γη των αριστοκρατών απαλλοτριωνόταν άμεσα, χωρίς εξαγορά, εθνικοποιούνταν και διαμοιραζόταν εξίσου για χρήση στους φτωχούς αγρότες. Το μέτρο αυτό, αν και στην ουσία ήταν αστικό, αφού τεμάχιζε τη φεουδαρχική ιδιοκτησία στη γη και τη μοίραζε σε ελεύθερους αγρότες εμπορευματο-παραγωγούς, διέφερε από κάθε αντίστοιχη αστική φιλελεύθερη μεταρρύθμιση στην ευρωπαϊκή ήπειρο, που βασιζόταν στην εξαγορά της γης των φεουδαρχών από τους ελεύθερους αγρότες και στη μετατροπή του βραχνά της καταβολής του φεουδαρχικού γεώμορου σε δυσβάσταχτα χρέη στις τράπεζες. Η αστική τάξη, από τα μέσα του 19ου αιώνα, είχε χάσει τον επαναστατικό της χαρακτήρα και δρούσε συμφιλιωτικά και συμβιβαστικά προς τη φεουδαρχία.

Στην πρώτη συντακτική συνέλευση, που πραγματοποιήθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι μπολσεβίκοι, ως εκπρόσωποι της σοβιετικής εξουσίας, έθεσαν επιτακτικά στους εκπροσώπους της «μικροαστικής δημοκρατίας» την ψήφιση των διαταγμάτων για τη γη και για τον τερματισμό του πολέμου. Ομως, τόσο οι εκπρόσωποι των μενσεβίκων όσο και των δεξιών εσέρων αρνήθηκαν να τα ψηφίσουν. Η σοβιετική εξουσία είχε κάθε λόγο, λοιπόν, να διαλύσει τη συντακτική συνέλευση, ως ένα αντιδραστικό όργανο που ολοφάνερα πια αντιστρατευόταν τα βασικά αιτήματα της επανάστασης, τα βασικά αιτήματα των ίδιων των αγροτών που υποτίθεται ότι οι εσέροι υπερασπίζονταν από τα γεννοφάσκια τους.

Αν η σοσιαλιστική επανάσταση οδήγησε την εργατική τάξη στην εξουσία τον Οκτώβρη του 1917, στην ύπαιθρο κουμάντο έκαναν ακόμα οι κουλάκοι. Αρχικά καλυμμένα και στη συνέχεια με ανοιχτή υποδαύλιση και στήριξη αντεπαναστατικών κινημάτων, οι κουλάκοι παρακρατούσαν στις αποθήκες τους σιτηρά, προκειμένου να ανεβάζουν τις τιμές και να ενισχύουν την κερδοσκοπία, δρώντας σαν κοινοί μαυραγορίτες. Οι μπολσεβίκοι άρχισαν να εξαπλώνουν την προλεταριακή επανάσταση στην ύπαιθρο το 1918, συγκροτώντας τις επιτροπές φτωχολογιάς που έκαναν επίταξη των πλεονασμάτων των κουλάκων. Την ίδια στιγμή, έβαλαν φρένο στην κερδοσκοπία, επιβάλλοντας το κρατικό μονοπώλιο στα σιτηρά. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε παραπέρα διαφοροποίηση τους «αριστερούς εσέρους». Ενα τμήμα τους τάχθηκε με τους μπολσεβίκους και οι υπόλοιποι τάχθηκαν ανοιχτά με την αντεπανάσταση και στο πλευρό των κουλάκων. Οι μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν πλέον τεράστια απήχηση στις φτωχές αγροτικές μάζες.

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος

Στο Συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς στη Βασιλεία το 1912, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα διακήρυτταν ομόφωνα ότι ο επικείμενος πόλεμος είναι ιμπεριαλιστικός και άδικος και ότι   «βρισκόμαστε στις παραμονές της προλεταριακής επανάστασης»[5]. Οι μπολσεβίκοι ήταν το μόνο κόμμα που έμεινε πιστό στη διακήρυξη της Βασιλείας.

Οταν η φρενίτιδα της «υπεράσπισης της πατρίδας» άρχισε να κατακλύζει τα μυαλά των λαών της ευρωπαϊκής ηπείρου και της Ρωσίας, μέσω της γιγαντιαίας προπαγάνδας της αστικής τάξης, η συντριπτική πλειοψηφία των βασικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, ειδικά αυτών της Γαλλίας και της Γερμανίας, τάχθηκε αναφανδόν με τη συμμετοχή στον πόλεμο «υπέρ βωμών και εστιών», ενάντια στις «εθνικές αδικίες». Εφτασαν στο σημείο να ψηφίσουν τις πολεμικές πιστώσεις στο κοινοβούλιο, όπου διέθεταν σημαντικές κοινοβουλευτικές ομάδες. Στην Ρωσία, ο Πλεχάνοφ, που ήταν επαναστάτης το 1903, αλλά γρήγορα μεταπήδησε στην πλευρά των οπορτουνιστών μενσεβίκων, μετατράπηκε ολοφάνερα σε κοινό σωβινιστή, στηρίζοντας ανοιχτά το σύνθημα της «υπεράσπισης της πατρίδας». Το ίδιο έκανε και ο αναρχικός πρίγκηπας Κροπότκιν.

Οι μπολσεβίκοι, αντιθέτως, εξηγούσαν αναλυτικά ότι ο πόλεμος αυτός αφορά τα συμφέροντα της ληστρικής ιμπεριαλιστικής τάξης. Οτι ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα και ότι στο σφαγείο που προετοιμάζει η ληστρική ιμπεριαλιστική τάξη κάθε χώρας για τους προλετάριους όλης της Ευρώπης και της Ρωσίας δεν υπάρχει τίποτα δίκαιο. Οτι απ’ αυτή τη σκοπιά ο πόλεμος είναι άδικος για την εργατική τάξη και τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Οτι το σύνθημα της «υπεράσπισης της πατρίδας» σε αυτή τη συγκυρία, όταν ο πόλεμος διευθύνεται από την αστική τάξη, την άρχουσα τάξη μια χώρας, μετατρέπεται σε σύνθημα υποταγής της εργατικής τάξης στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Οτι το ένοπλο προλεταριάτο θα πρέπει να προετοιμάζεται να σηκώσει τα όπλα αντίστροφα και ότι η περίοδος των επαναστάσεων έχει αρχίσει.

Στη διάρκεια του πολέμου, όταν πλέον αυτός είχε μετατρέψει τις ευρωπαϊκές χώρες σε ένα ατέλειωτο σφαγείο, οι μενσεβίκοι μαζί με άλλες φράξιες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που άρχισαν να διαφοροποιούνται από την κυρίαρχη σοσιαλδημοκρατία, συγκρότησαν τη δεξιά πτέρυγα της Διεθνούς του Τσίμερβαλντ, καταδικάζοντας τη συνέχιση του πολέμου. Στην αριστερή πτέρυγα ήταν οι μπολσεβίκοι μαζί με μικρές ομάδες, τους επαναστάτες γύρω από τον Καρλ Λίμπκνεχτ, που καταδίκαζαν τον πόλεμο ως ληστρικό και καλούσαν τους προλετάριους να επαναστατήσουν.

Οταν οι μενσεβίκοι συμμετείχαν μαζί με τους εσέρους στην αστική κυβέρνηση, βάπτισαν τον πόλεμο αμυντικό και δίκαιο, γιατί υποτίθεται ότι αυτός διευθυνόταν πλέον από μια κυβέρνηση επαναστατική. Την ίδια στιγμή, οι μενσεβίκοι αρνούνταν πεισματικά να δημοσιεύσουν όλες τις μυστικές συμφωνίες της άρχουσας τάξης της Ρωσίας με τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Οταν οι μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία, αφού δημοσίευσαν τις μυστικές συμφωνίες της αστικής τάξης της Ρωσίας με τις αστικές τάξεις των Αγγλογάλλων, ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τους γερμανούς ιμπεριαλιστές για να σταματήσουν τον πόλεμο. Η νεαρή εργατική εξουσία ήταν ακόμα αδύναμη για να επιβάλει στον γερμανικό ιμπεριαλισμό μια συμφωνία ειρήνης με επωφελείς όρους. Στη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918, η εργατική εξουσία παρέδιδε τμήμα της Ουκρανίας στους Γερμανούς, προκειμένου να σταματήσει την προέλαση των στρατευμάτων τους στη Ρωσία. Τρία χρόνια μετά, ο Κόκκινος Στρατός απελευθέρωνε τα προσαρτημένα εδάφη της Ουκρανίας και προέλαυνε προς την Πολωνία, ενισχύοντας το ξέσπασμα της προλεταριακής επανάστασης στη Δυτική Ευρώπη.

 Παραπομπές

Τι να κάνουμε, Λένιν, Απαντα, Τόμος 6, Εκδοση Πέμπτη.

 Δυο τακτικές της Σοσιαλδημοκρατίας στη Δημοκρατική Επανάσταση, σελ. 67, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1986.

 Από τον Φλεβάρη στον Οκτώβρη του 1917, Λένιν, Εκδόσεις Κοροντζή.

 Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι, Λένιν, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1977.

 Οι αληθινοί διεθνιστές Κάουτσκι, Αξελρόντ, Μαρτόφ, Λένιν, Απαντα, Τόμος 27, Εκδοση Πέμπτη.

Eksegersi.gr 4 /11/2017

 

 


Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Η πανδημία ως αφετηρία και σταυροδρόμι γεωπολιτικών και εργασιακών αναδιατάξεων γράφει ο Κώστας Δημουλάς *

 


Τριάντα χρόνια μετά το 1989, που αποτέλεσε το κρίσιμο σταυροδρόμι για την περιθωριοποίηση των ιδεών του σοσιαλισμού σε μία ολόκληρη γενιά και οδήγησε στην παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού όπως αυτός θεσμοθετήθηκε στους κανόνες διεθνούς εμπορίου του ΠΟΕ (1995), επανέρχεται στην επικαιρότητα το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Ενώ μέχρι πρόσφατα οι όλο και συχνότερες κρίσεις ήταν διαχειρίσιμες και οδηγούσαν σε εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού χάρη στις ενέσεις αυταρχισμού και ρευστότητας, η τωρινή κρίση υγείας φαίνεται πως αποτελεί το κύκνειο άσμα του. Η σημερινή κρίση, κατά την άποψή μου, εντάσσεται στην ίδια ακολουθία γεγονότων με την κρίση του 2008-9 τα οποία αναδιατάσσουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες και ενισχύουν τον ηγεμονικό ρόλο του κινέζικου τύπου καπιταλισμού σε βάρος των ΗΠΑ αναδιευθετώντας, ταυτόχρονα, τις σχέσεις εργασίας-κεφαλαίου (Φούσκας και Δημουλάς, 2015˙ Γκοκέι και Φούσκας, 2019˙ Tooze, 2019).

* Κώστας Δημουλάς Αναπληρωτής Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού του ΕΑΠ

* Πρώτη δημοσίευση  https://tetradia-marxismou.gr τεύχος 13 2020-2021


Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις της υγειονομικής κρίσης

Η ικανότητα που επέδειξαν οι ΗΠΑ στη διαχείριση της κρίσης του 2008, χάρη στην πρωτοκαθεδρία του δολαρίου στο διεθνές εμπόριο και τις θεσμικές χρηματοδοτικές καινοτομίες της FED, είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και έγκριτοι αναλυτές όπως οι Leo Panitch και Sam Gindin (2012) να υποστηρίξουν ότι η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ εμβαθύνει και ενισχύεται περαιτέρω. Ωστόσο, η τωρινή κρίση έρχεται ως η «Νέμεσις» απέναντι στην ύβρη των ευαγγελιστών της αγοράς1. Η τωρινή πανδημία (Covid-19) έδειξε, για άλλη μια φορά, πως οι παρασιτικοί και παθογόνοι οργανισμοί δεν γνωρίζουν σύνορα ούτε θεσμούς και δομές κυριαρχίας. Επιπλέον, είναι ευπροσάρμοστοι και ανθεκτικοί στις μεταβαλλόμενες κλιματικές και ανθρωπογενείς συνθήκες διαβίωσης στις μητροπόλεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η επέκτασή τους υποστηρίζεται, σθεναρά, από τον τρόπο που οργανώνεται η παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση αγαθών Διευκολύνεται, επίσης, από τις ταχύτατες μετακινήσεις μεγάλου αριθμού ανθρώπων που ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο την ημέρα μεταξύ των προηγμένων οικονομικά κρατών και το ένα εκατομμύριο την εβδομάδα μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών (Price-Smith, 2001,185). Φαίνεται όμως ότι στην παρούσα φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, όπως πριν 30 χρόνια, έκλεισε το μεταπολεμικό παράθυρο του «κράτους ευημερίας», τώρα ολοκληρώνεται ο κύκλος της απόλυτης κυριαρχίας των αντιβιοτικών και των φαρμακευτικών σκευασμάτων που διευκόλυναν την υποταγή της επιστήμης στα κελεύσματα της αγοράς.

Όπως προκύπτει από την ιστορία των επιδημιών, το περιβάλλον, το επικρατούν μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης και η διαθέσιμη ιατρική τεχνολογία/τεχνογνωσία ανήκουν στους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις συνθήκες επώασης και πολλαπλασιασμού των παθογόνων οργανισμών (McNeill, 1976˙ Price-Smith, 2001˙ Garret, 1994).

Σύμφωνα με τους ιστορικούς των επιδημιών, το υγρό και θερμό περιβάλλον αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την επώαση και επέκταση των παθογόνων οργανισμών. Παραδοσιακά αυτές οι συνθήκες επικρατούν στα θερμά και υγρά κλίματα της Νότιας Ασίας (Κίνα, Ινδία κ.ά.), της Αφρικής και της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Αυτές οι περιοχές υπήρξαν, παραμένουν και θα συνεχίζουν να είναι πηγές προέλευσης μολυσματικών ασθενειών για την ανθρωπότητα. Η ραγδαία οικονομική τους μεγέθυνση, κατά την τελευταία τριανταετία, χάρη στις αχαλίνωτες άμεσες ξένες επενδύσεις από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Γερμανία και άλλα ανεπτυγμένα κράτη της ΕΕ, οδήγησε στη δημιουργία και γιγάντωση mega-μητροπόλεων και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και των συνθηκών υγιεινής στα γκέτο και τις συνοικίες των φτωχών. Επιπλέον, προκάλεσε την αποψίλωση των δασών προκειμένου να αυξηθεί η καλλιεργήσιμη έκταση με μονοκαλλιέργειες (π.χ. σόγια, καλαμπόκι) που διαλύουν τις προϋπάρχουσες αλυσίδες διατροφής και πολλά άγρια ζώα για να τραφούν, μετακινούνται προς τις παρυφές των μεγαλουπόλεων. Έτσι, διευκολύνεται η μετάλλαξη και μετάδοση πολλών παθογόνων παρασίτων στα οποία το ανθρώπινο είδος δεν διαθέτει ανοσία (Price-Smith, 2001).

Η άνιση-συνδυαστική οργάνωση μεγάλου μέρους της παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης, σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μετάδοσης παθογόνων οργανισμών και την επικράτηση πανδημιών σε πολύ σύντομο χρόνο μετά την πρώτη εμφάνισή τους. Η εκτίναξη του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου και η ομοιομορφία στην παραγωγή και κατανάλωση αγαθών από τη μία ώς την άλλη άκρη του πλανήτη. Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, η παγκοσμιοποίηση επιτάχυνε με ιλιγγιώδη ρυθμό τις μετακινήσεις ανθρώπων και αγαθών και ως εκ τούτου και τις μετακινήσεις παθογόνων οργανισμών.

Εάν κατά τον Μεσαίωνα και μέχρι το 1950 που άρχισε η ανάπτυξη των αεροπορικών μεταφορών, οι ασθένειες μεταδίδονταν, κυρίως, μέσω του ναυτικού εμπορίου και των τρωκτικών που αυτά κουβαλούσαν ή και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σήμερα η μετάδοση επιδημιών διευκολύνεται από τις μεγάλες ποσότητες προϊόντων που διακινούνται με τα κοντέινερ ολιγοπωλιακών ομίλων όπως της Maersk και της Cosco, αλλά και την περιστασιακή συνύπαρξη εκατομμυρίων ανθρώπων, κάθε μέρα, στα μεγάλα transit αεροδρόμια και τους κόμβους παγκόσμιας έλξης τουριστών.

Τέλος, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΒΠΠ) (1943) και μέχρι τη δεκαετία του 1980, η ευρεία χρήση αντιβιοτικών και εμβολίων και η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής (συστήματα ύδρευσης-αποχέτευσης-ποιότητα κατοικίας) χάρη στο κοινωνικό κράτος, περιόρισαν σημαντικά τις μολυσματικές ασθένειες και κάποιες εξαφανίστηκαν από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ωστόσο, η ένταση των ρυθμών μετανάστευσης για την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης που προκάλεσε η εντεινόμενη άνιση/συνδυαστική μεγέθυνση που επέβαλλε ο νεοφιλελευθερισμός και η ανάπτυξη ανοσίας στα αντιβιοτικά από την πλευρά των παθογόνων οργανισμών, επανέφεραν τον κίνδυνο επιδημιών που στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό θεωρούνταν εκλιπούσες.

Οι προαναφερόμενοι, ευνοϊκοί για τη διάδοση επιδημιών, παράγοντες ευνοούν πολλαπλά τις πανδημίες από ιούς τύπου SARS (όπως είναι ο Covid-19) εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πρώτα απ’ όλα, ενώ μεταδίδονται μέσω του αέρα από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως και ο ιός της γρίπης, είναι πολύ πιο ανθεκτικοί και παραμένουν ζωντανοί και ως εκ τούτου, μεταδόσιμοι για αρκετές ώρες (αντί των δέκα περίπου λεπτών που επιβιώνουν οι άλλοι ιοί). Ειδικότερα ο Covid-19 επιβιώνει πάνω σε επιφάνειες για χρονικό διάστημα που ξεπερνά τις 24 ώρες και αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τον κάνει πολύ πιο μεταδοτικό2. Δεύτερο, οι ιοί τύπου SARS προσβάλλουν με οξύ τρόπο το αναπνευστικό σύστημα και τα ποσοστά θνησιμότητας είναι πολύ υψηλότερα από αυτά των άλλων ιών, ενώ στις ηλικίες άνω των 65 ετών η θνησιμότητα προσεγγίζει το 50% (Filder, 2004, 15). Στις ανεπτυγμένες χώρες το ποσοστό των ανθρώπων που είναι άνω των 65 ετών αγγίζει ή/και ξεπερνά το 20% του πληθυσμού. Χάρη στην πρόοδο της ιατρικής, τη διάδοση εργασιακών δραστηριοτήτων που δεν οδηγούν σε υψηλή σωματική καταπόνηση και τα συνταξιοδοτικά συστήματα, ζει αξιοπρεπώς παρά το υψηλό ποσοστό χρόνιων νοσημάτων. Σήμερα, όμως, οι πιθανότητες να νοσήσουν και να πεθάνουν από τον Covid-19 είναι πολύ υψηλές. Οι συνολικοί θάνατοι από την πανδημία στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη ενδέχεται ξεπεράσουν το 10% του συνολικού πληθυσμού εάν δεν ελεγχθεί έγκαιρα η μετάδοσή της.

Επίσης, πολλοί ασθενείς από τον Covid-19 είναι ασυμπτωματικοί και μεταδίδουν, άθελά τους, την ασθένεια στις ευάλωτες ομάδες των ηλικιωμένων και όσων πάσχουν από υποκείμενα νοσήματα, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων. Τρίτο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα φάρμακα ή εμβόλια για τη δημιουργία ανοσίας ή και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ασθένειας σε όσους νοσούν. Παρά τις εντατικές έρευνες για εξεύρεση εμβολίου, στο μέλλον θα μεσολαβούν διαστήματα χωρίς φαρμακευτική προστασία των ανθρώπων, καθώς οι πιθανότητες μεταλλάξεων και εμφάνισης και διάδοσης νέων ιών SARS είναι μεγάλες και ο κίνδυνος επαναλαμβανόμενων πανδημιών υψηλός3.

Η αδυναμία ελέγχου της διάδοσης του Covid-19, με τη χρήση των προηγμένων εργαλείων που διαθέτει ο ιατρικός κλάδος, οδήγησε στην υιοθέτηση, προ πολλού, ξεχασμένων πολιτικών που εφαρμόστηκαν από την αρχαιότητα και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η διάδοση των εμβολίων και των αντιβιοτικών (μετά το 1943) επέτρεψαν τον έλεγχο και τον περιορισμό των επιδημιών χωρίς μέτρα επιτήρησης και περιορισμού της ελευθερίας μετακίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων. Σ’ αυτή τη συγκυρία, η ρυθμιστική πολιτική του ΠΟΥ αποκτά σημαντική γεωπολιτική αξία καθώς επιδρά καθοριστικά στις πολιτικές καραντίνας και απαγόρευσης κυκλοφορίας που εφαρμόζουν τα κράτη.

Η ρυθμιστική αρμοδιότητα του ΠΟΥ, έναντι των κρατών μελών του, ενισχύθηκε σημαντικά το 2003, όταν για την αντιμετώπιση της ελλιπούς πληροφόρησης που παρείχε η Κίνα και άλλες χώρες για τον SARS-Covid-2 θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα συνεργασίας με μη κυβερνητικές οργανώσεις4 για τη συλλογή στοιχείων αναφορικά με τα κρούσματα των επιδημιών και τις επιπτώσεις τους και παραχωρήθηκε στην οργάνωση η αρμοδιότητα δημοσίευσης εκθέσεων και συστάσεων περιορισμού των μετακινήσεων για τον έλεγχο των επιδημιών, ανεξάρτητα από τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών της που θίγονται από αυτά (Filder, 2004). Με αυτή την αρμοδιότητα επηρεάζει τη διακίνηση προϊόντων και ανθρώπων και διαμορφώνει τις συνθήκες παραγωγής και άντλησης υπεραξίας και αποδυναμώνεται ο ρόλος του διεθνούς επιθεωρητή που διατηρούν για τον εαυτό τους οι ΗΠΑ μέσω του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η Κίνα, όμως, αποδείχθηκε άριστος μαθητής της εμπειρίας που αποκτήθηκε από τη διαχείριση της επιδημίας SARS του 2002-3. Με το ξέσπασμα της επιδημίας του Covid-19 στα τέλη του 2019 συμμορφώθηκε άμεσα με τους κανονισμούς και τις συστάσεις του ΠΟΥ περιορίζοντας σημαντικά τη διάδοσή του. Ο εκτεταμένος ρόλος του κράτους στην οικονομία και τα διαθέσιμα οικονομικά πλεονάσματα τής επέτρεψαν να διαχειριστεί αποτελεσματικά την οικονομική επιβράδυνση που προκλήθηκε από το lockdown περιορίζοντας ταυτόχρονα την έκταση της επιδημίας στην επικράτειά της (Horton, 2020, 87-88). Αντίθετα, οι ΗΠΑ και άλλα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα (π.χ. Ενωμένο Βασίλειο, Βραζιλία), απρόθυμα να χρηματοδοτήσουν κρατικές παρεμβάσεις και να αναλάβουν δράσεις που περιορίζουν το εμπόριο, επεδίωξαν να αξιοποιήσουν την πηγή προέλευσης της πανδημίας για να εντείνουν τον εμπορικό πόλεμο ενάντια στην Κίνα. Έτσι, οι επιδημίες και οι πολιτικές που υιοθετούνται για την αντιμετώπισή τους, αναδεικνύονται, για άλλη μία φορά, σε καθοριστικές παραμέτρους γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αναδιευθετήσεων των σχέσεων κεφαλαίου/ εργασίας (Filder, 2004˙ Horton, 2020: 32,38-39)

Τα μέτρα που έλαβαν, με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη καθοδήγηση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, τα περισσότερα κράτη, για τον έλεγχο της πανδημίας μπορούμε να τα διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες:

α) Αυτά που στοχεύουν στον περιορισμό και τον έλεγχο της πανδημίας, β) αυτά του επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας στην υγεία και την επιβίωση των ανθρώπων και γ) τα μέτρα πολιτικής που υιοθετούνται για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων των προηγούμενων μέτρων.

α) Πολιτικές περιορισμού και ελέγχου της πανδημίας

Τα μέτρα που αναφέρονται στον έλεγχο της πανδημίας –απουσία εμβολίου και αποτελεσματικών φαρμάκων– επικεντρώνονται στον περιορισμό της μεταδοτικότητας και περιλαμβάνουν πολιτικές απομόνωσης που έχουν εφαρμοστεί από την αρχαιότητα και μέχρι τον ΒΠΠ όπως είναι η καραντίνα, τα ειδικά κέντρα φροντίδας και εγκλεισμού όσων νοσούν. Περιλαμβάνουν επίσης μέτρα που εμφανίζονται για πρώτη φορά όπως είναι η επιτήρηση μέσω ψηφιακών εφαρμογών, διαγνωστικά τεστ στον γενικό πληθυσμό και πρωτόκολλα ιχνηλάτησης των επαφών των ασθενών αλλά και την υποχρεωτική διακοπή οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων και συνολική απαγόρευση της κυκλοφορίας (lockdown).

Η καραντίνα θεσμοθετήθηκε ως μέτρο περιορισμού των επιδημιών στη Ραγκούσα της Ιταλίας το 1465 και τη Βενετία το 1485 και μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα διαρκούσε 40 μέρες για τα πλοία που προσέγγιζαν τα λιμάνια της Ευρώπης προερχόμενα από χώρες με εξάρσεις επιδημιών. Περιόριζε αλλά δεν εξάλειφε την επιδημία αφού τα τρωκτικά (κυρίως ποντίκια) και οι ψύλλοι που ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση της πανούκλας κατέβαιναν στη «νέα στεριά» χρησιμοποιώντας τους κάβους των καραβιών (McNeil, 1976, 151). Παρεμπόδιζε, όμως, σημαντικά το «ελεύθερο εμπόριο» και όσες χώρες ή περιοχές είχαν ανεπτυγμένες διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, όπως το Ενωμένο Βασίλειο ή το Αμβούργο, ήταν απρόθυμες να την εφαρμόσουν και την κατάργησαν τον 19ο αιώνα δίνοντας έμφαση σε μέτρα ατομικής προστασίας και βελτίωσης των υποδομών υγιεινής των μεγαλουπόλεων για την ανάπτυξη των οποίων πρωτοστάτησε ο μαθητής του Bentham, Chadwick (Baldwin, 2004: 529). Αντίθετα, χώρες με περιορισμένες εμπορικές σχέσεις, αυταρχικό πολιτικό καθεστώς και αδύνατο διοικητικό μηχανισμό, προτιμούσαν την επιβολή καραντίνας (Ackernecht, 1982˙ McNeil, 1976˙ Baldwin, 2004).

Ωστόσο, στον 21ο αιώνα που τα νεο-φιλελεύθερα καθεστώτα παρακμάζουν και ο διοικητικός τους μηχανισμός (επιτελικό κράτος) είναι αναποτελεσματικός και στηρίζεται στην ανάθεση σημαντικών τομέων του κράτους στην αγορά, τείνουν προς την περισσότερο ή λιγότερο ελεγχόμενη «ανοσία αγέλης», σε συνδυασμό με μέτρα που ενισχύουν την «οιονεί αγορά», παρά προς τα μέτρα ενίσχυσης της άμεσης κρατικής παρέμβασης και αύξησης των δημόσιων δαπανών για δημόσιες υποδομές υγείας. Αυτές οι πολιτικές, ενίοτε, συμπληρώνονται από μέτρα επιλεκτικής καραντίνας που επικεντρώνονται στην απομόνωση και την απαγόρευση εισόδου και διακίνησης προϊόντων και ανθρώπων από συγκεκριμένες περιοχές που εμφανίζουν υψηλό επιδημιολογικό φορτίο (Horton, 2020, 36-37).

Μπροστά στην απροθυμία περιορισμού της ελεύθερης αγοράς από τα κράτη, η επιτήρηση μέσω ψηφιακών εφαρμογών, τυχαίων διαγνωστικών τεστ και πρωτοκόλλων ιχνηλάτησης των επαφών των ασθενών, είναι ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικά εργαλείο για την εξειδίκευση και στοχοθέτηση των μέτρων περιορισμού της πανδημίας. Αυτά τα μέτρα, όμως, περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα όταν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα όπως στην Ν. Κορέα, την Κίνα και στους ναυτεργάτες στο λιμάνι της Αμβέρσας και ενδέχεται να οδηγήσουν σε έλεγχο των προσωπικών δεδομένων πολιτών και εργαζομένων (Ponce Del Castillo, 2020).

Παράπλευρος κίνδυνος αυτών των μεθόδων είναι, επίσης, η εκδήλωση φαινομένων ρατσισμού απέναντι σε ομάδες που εμφανίζουν υψηλά ποσοστά νοσηρότητας, σε ομάδες που είναι ευάλωτες αλλά και την προνομιακή μεταχείριση όσων αποκτούν ανοσία ή και διαθέτουν πιστοποιητικά αυτής της ανοσίας. Έτσι, ενέχει ο κίνδυνος ενεργοποίησης «φίλτρων» κοινωνικού διαχωρισμού που επιτρέπουν ή αποτρέπουν την είσοδο σε χώρους εργασίας αλλά και άλλους κοινωνικούς χώρους (Horton, 2020: 38,60).

Το τρίτο μέτρο που επιλέχθηκε για τον περιορισμό της πανδημίας, είναι αυτό της απαγόρευσης κυκλοφορίας (lockdown). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ (Σεπτ. 2020), το 50% των κρατών μελών του επέβαλε μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας και της οικονομικής δραστηριότητας, παράλληλα με το κλείσιμο σχολείων και την απαγόρευση των συγκεντρώσεων.

Η απαγόρευση της κυκλοφορίας ανθρώπων με σκοπό τη μείωση των μετακινήσεων στο ελάχιστο αναγκαίο επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα το υποχρεωτικό πάγωμα της δραστηριότητας πολλών τομέων της οικονομίας. Αποτέλεσμα αυτού του μέτρου ήταν η βαθιά οικονομική ύφεση και η αναγκαστική ανεργία μεγάλου ποσοστού εργαζομένων, κυρίως στους κλάδους των υπηρεσιών (λιανεμπόριο, μεταφορές, επιχειρηματικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ψυχαγωγίας, αναψυχής, προσωπικές υπηρεσίες κ.ά.).

Ειδικότερα στην Ελλάδα, μετά από 15 μέρες εφαρμογής μέτρων «κοινωνικής αποστασιοποίησης» σε εθελοντική βάση, η κυβέρνηση επέβαλε γενικό lockdown και κλείσιμο των συνόρων για 55 μέρες (10 Μάρτη-4 Μάη 2020). Πίσω, από αυτό το δρακόντειο και οδυνηρό μέτρο κρυβόταν η προσδοκία ότι σύντομα θα εξαλείφονταν τα κρούσματα κορονοϊού και θα ακολουθούσε ένα «εκπληκτικό success story» για τον ελληνικό τουρισμό όπως έγινε μερικά χρόνια πριν. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη δεκαετή κρίση χρέους, οι αναταραχές που σημειώθηκαν κατά τη διετία της Αραβικής Άνοιξης (2010-12) και η μεγάλη μείωση του κατά κεφαλή κόστους διαμονής των τουριστών στην Ελλάδα (από 697 ευρώ το 2009 σε 580 ευρώ το 2015) οδήγησαν σε εκτίναξη του αριθμού των τουριστών από 14,9 εκ. το 2009 σε 31,3 εκ. άτομα και τα ετήσια έσοδα από 10,4 δισ. ευρώ σε 17,7 δισ. ευρώ αντίστοιχα (ΣΕΤΕ, 2020).

Με την έγκαιρη και καθολική επιβολή του lockdown, οι νεοφιλελεύθεροι κυβερνώντες ευελπιστούσαν πως η χώρα θα εκμηδένιζε τα κρούσματα κορονοϊού και θα καρπώνονταν το μεγαλύτερο μέρος των τουριστών που θα έχανε η Ισπανία και η Ιταλία. Αλλοίμονο! Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, που επικράτησε μετά το 1995, ανέδειξε, κατά την περίοδο της πανδημίας, τη βαθιά αλληλεξάρτηση και ευθραυστότητα των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ο ρυθμός μετάδοσης του ιού περιορίστηκε αλλά δεν εκμηδενίστηκε και επανήλθε με το πέρας της καλοκαιρινής ραστώνης.

Το lockdown και η ύφεση που το συνόδευσε επηρέασαν πολύπλευρα τα επικρατούν εργασιακό καθεστώς. Πολλές μη χειρωνακτικές δραστηριότητες που μπορούν να εκτελεστούν από απόσταση μετατράπηκαν σε τηλεργασία. Η τηλεργασία στην Ελλάδα ήταν ήδη θεσμοθετημένη ως εθελοντική επιλογή, με τη ΓΣΣΕ του 2006-2007 (Προσάρτημα Β). Νομικά οι όροι άσκησης της τηλεργασίας ρυθμίζονται με το άρθρο 5 του ν. 3846/2010 που προσδιόρισε τους κανόνες και τις διαδικασίες μετατροπής της συμβατικής απασχόλησης σε τηλεργασία καθώς και το πλαίσιο εφαρμογής και κάλυψης του κόστους που προκαλείται από την τελευταία. Στην πράξη, όμως, παρέμεινε πολύ περιορισμένη και κατά κανόνα, άτυπη. Ως μέτρο προστασίας ενάντια στη μόλυνση από τον Covid-19 επιβλήθηκε υποχρεωτικά με τη μορφή της υποχρεωτικής εξ αποστάσεως διδασκαλίας από τις 16 Μαρτίου 2020 στα λύκεια και κατόπιν στα πανεπιστήμια και τις υπόλοιπες βαθμίδες της δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης. Κατόπιν, θεσμοθετήθηκε ως δικαίωμα των εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και τα εργασιακά τους καθήκοντα μπορούν να ασκηθούν εξ αποστάσεως, είτε μέσω υπολογιστή είτε μέσω τηλεφώνου (ΠΝΠ 22-8-2020). Ταυτόχρονα, η υποχρέωση των επιχειρήσεων να δημιουργήσουν συνθήκες «απόστασης» στον χώρο εργασίας την επέβαλε και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρχικά «άτυπα» με την αξιοποίηση της δυνατότητας μερικής αναστολής δραστηριοτήτων και σε εθελοντική βάση. Από το Σεπτέμβρη του 2020, όμως, εντάχθηκε στη στρατηγική της επιλεκτικής καραντίνας και επιβάλλεται υποχρεωτικά για το 40% του προσωπικού που μπορεί να εργάζεται από απόσταση εκεί όπου εφαρμόζονται μέτρα αυξημένης επιτήρησης και περιορισμοί στην κυκλοφορία (Ν. 4727/2020).

Η θεσμοθέτηση αναγκαστικής εφαρμογής της τηλεργασίας υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και η ενδεχόμενη μονομερής παράτασή της, για τους ίδιους λόγους, διαμορφώνει, de facto, το θεσμικό περιβάλλον και τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες για την επίκλησή της και σε άλλες περιπτώσεις στο μέλλον. Καταστάσεις που ενδέχεται να επενδυθούν θεσμικά με το «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» είναι, για παράδειγμα, η διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων αλλά και η συνολικότερη επαναρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος σε πολλούς κλάδους της οικονομίας στους οποίους πολλές δραστηριότητες ψηφιοποιούνται ραγδαία (π.χ. ασφαλίσεις, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες γραφείου κ.ά.).

Αν και με την τηλεργασία αποφεύγεται, προσωρινά, η απόλυση σημαντικού αριθμού εργαζομένων και διασφαλίζεται η απασχόληση των εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, μέρος του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων (θέρμανση-ψύξη, καθαριότητα, ηλεκτρική ενέργεια, χρήση εξοπλισμού) μεταφέρεται στον εργαζόμενο παρά τις θεσμικές προβλέψεις περί του αντιθέτου. Επιπλέον, στην τηλεργασία αναδιευθετείται η μέθοδος αμοιβής της εργασίας και η διαδικασία επιτήρησης και ελέγχου της συμπεριφοράς και της απόδοσης του εργαζόμενου που, πλέον, κρίνεται όχι με βάση την ανταπόκρισή του στο ρυθμό που επιβάλλει η γραμμή παραγωγής ή ο χρόνος αναμονής του πελάτη αλλά την επίτευξη, εκ των προτέρων, διατυπωμένων κριτηρίων και στόχων. Έτσι, αν και επιτρέπει στον εργαζόμενο μία σχετική ευχέρεια στη διαχείριση του εργάσιμου χρόνου του, η σύμβαση χρόνου μετατρέπεται, de facto, σε σύμβαση έργου.

Τέλος, η διαπραγματευτική θέση του εργαζόμενου, έναντι του εργοδότη, αδυνατίζει καθώς συρρικνώνεται περαιτέρω η ήδη περιορισμένη συνδικαλιστική συμμετοχή. Η γενίκευση της τηλεργασίας, εξατομικεύοντας το ρυθμό, τον τόπο και τις συνθήκες εργασίας του κάθε τηλεργαζόμενου, υπονομεύει τη συνείδηση του συλλογικού χαρακτήρα της παραγωγής από μέρους των εργαζομένων. Βασισμένη πρωτίστως στην ηλεκτρονική επικοινωνία, εκτοπίζει τη διά ζώσης επαφή και προφορική διαβούλευση των εργαζομένων, υποσκάπτοντας τα θεμέλια της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης που ιστορικά επέδειξαν απέναντι στο κεφάλαιο (Ρομπόλης και Δημουλάς, 1998).

Στο πλαίσιο του lockdown οι λειτουργίες των επιχειρήσεων που δεν είναι αναγκαίες για τη παραγωγή και διακίνηση βασικών αγαθών ανεστάλησαν συνολικά (π.χ. γυμναστήρια, θέατρα, κινηματογράφοι, συναυλίες, εκδρομές, υπηρεσίες προσωπικής φροντίδας κ.ά). Άλλες, αναγκαίες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων αιχμής, δραστηριότητες, πραγματοποιούνται εκ περιτροπής από τους εργαζόμενους του ίδιου τμήματος (π.χ. εργασίες συντήρησης και στοιχειώδους λειτουργίας της έδρας και των παραρτημάτων των επιχειρήσεων). Ως αποτέλεσμα, καθιερώθηκε ένα ιδιότυπο καθεστώς διαθεσιμότητας για μεγάλο μέρος των εργαζομένων που είναι απασχολούμενοι χωρίς να εργάζονται και να αμείβονται όπως πριν. Δηλαδή, γενικεύτηκε η επισφάλεια που επικρατούσε σε μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων με καθεστώς ευέλικτων ή/και άτυπων εργασιακών σχέσεων. Από την καραντίνα και την απαγόρευση της κυκλοφορίας επηρεάστηκαν, επίσης, οι μετακινούμενοι και οι εποχιακοί εργαζόμενοι και, κυρίως, όσοι εργάζονται σε άλλη χώρα (οδηγοί φορτηγών, ναυτικοί, εποχιακοί εργάτες-μετανάστες στη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων, διασυνοριακά μετακινούμενοι εργαζόμενοι [Rasnača, 2020]).

Τέλος, στις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κάλυψη βασικών αναγκών, οι ρυθμοί εργασίας εντατικοποιήθηκαν προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση (καταστήματα τροφίμων, σουπερμάρκετ, μεταφορές, ταχυμεταφορές, καθαριότητα, υγεία κ.ά.).

β) Μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας στην υγεία και τη ζωή

Εδώ περιλαμβάνονται οι πρωτοβουλίες που συνδέονται με την αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες υγιεινής (καθαριότητα, απολυμάνσεις, φροντίδα ασθενών-θεραπεία) όπου οι ρυθμοί εργασίας εντατικοποιήθηκαν και με επίκληση το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ευελικτοποιήθηκαν ακόμα περισσότερο (αυξημένη ημερήσια απασχόληση, μειωμένα διαλείμματα, «άτυπη» παράβλεψη κανόνων υγιεινής και ασφάλειας). Σε αρκετά κράτη θεσμοθετήθηκε η 12ωρη συνεχής απασχόληση των εργαζομένων στον κλάδο της υγείας και μειώθηκαν τα διαλείμματα ανάπαυσης μεταξύ δύο διαφορετικών βαρδιών (Nguyen et al., 2020). Στην Ελλάδα, από την αρχή της λήψης μέτρων (Μάρτης 2020) ανεστάλησαν όλες οι κανονικές άδειες του προσωπικού στις υπηρεσίες υγείας μέχρι και το τέλος Σεπτέμβρη 2020. Ως αποζημίωση του υπερβολικού φόρτου εργασίας τους δόθηκε ως εφάπαξ επιμίσθιο μισός μηνιαίος μισθός.

Υπό το καθεστώς της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οι εργαζόμενοι στον κλάδο της υγείας δυσκολεύονται στη χρήση των αδειών ειδικού σκοπού για τη φροντίδα των παιδιών που μένουν στο σπίτι τους, εξαιτίας ασθένειας ή και διακοπής της λειτουργίας των σχολείων. Οι ελλείψεις προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία και η επιβάρυνση των εργαζομένων, που κάνουν χρήση της άδειας ειδικού σκοπού με τη χρέωση του 1/4 των ημερών ως κανονική άδεια ανάπαυσης, κάνουν απαγορευτική τη χρήση της. Αν και σε ορισμένα κράτη (π.χ. Γερμανία) οι δομές φροντίδας δεν έκλεισαν ολοκληρωτικά αλλά παρέμειναν σε ολιγομελή λειτουργία για τη διευκόλυνση της απασχόλησης όσων εργάζονται στους τομείς της υγείας κι εκεί που δεν ανεστάλη η λειτουργία των επιχειρήσεων, στην Ελλάδα δεν υπήρξε ανάλογη πρόνοια και τη φροντίδα των παιδιών όσων εργάζονται σε κλάδους αιχμής την αναλαμβάνουν οι μη εργαζόμενοι στενοί συγγενείς τους ή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι απασχολούμενοι σε διαφορετικές, μεταξύ τους, βάρδιες. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε για αυτού του είδους τις επαγγελματικές δραστηριότητες είναι ο αυξημένος κίνδυνος έκθεσης των εργαζομένων στην πιθανότητα μόλυνσης από τον Covid-19. Η κυβέρνηση έδωσε έμφαση στη χρήση ατομικών μέσων προστασίας (μάσκες, γάντια, στολές, αντισηπτικά) και την τήρηση κανόνων αυτοπροστασίας από μέρους των εργαζομένων και σε πολλές περιπτώσεις υποβαθμίστηκε η ευθύνη του εργοδότη. Σε κείνες τις παραγωγικές δραστηριότητες που είναι αδύνατη η πιστή τήρηση των απαραίτητων αποστάσεων (εργοστάσια, κατασκευές, νοσοκομεία) η ευθύνη των εργοδοτών περιορίζεται στην παροχή ατομικών μέσων προστασίας. Το αίτημα αρκετών συνδικάτων για αναγνώριση του Covid-19 ως επαγγελματική ασθένεια, για τους εργαζόμενους σε αυτές τις παραγωγικές δραστηριότητες, απορρίπτεται προκειμένου να αποφευχθεί το επιπλέον κόστος που κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τον εργοδότη (Nguyen et al., 2020).

Η μερική άρση της απαγόρευσης κυκλοφορίας μετά από 55 μέρες και η υποχρέωση τήρησης αποστάσεων ασφαλείας, έθεσε, επίσης, νέους κανόνες άσκησης των δραστηριοτήτων για πολλά επαγγέλματα και ειδικεύσεις. Ειδικότερα, στα μέσα μαζικής μεταφοράς η πληρότητα σε επιβάτες αρχικά περιορίστηκε στο 50% και σταδιακά αυξήθηκε έως και 65% χωρίς επαρκή ενίσχυση των μέτρων υγιεινής και στα πλοία στο 80 και 85%, μεταφέροντας την ευθύνη για την προστασία της υγείας στη σχολαστική χρήση ΜΑΠ από τους εργαζόμενους και τους επιβάτες (Αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 36857, Αριθμ. Δ1α/ ΓΠ.οικ. 48976).

Ένα ακόμα μέτρο που θεσμοθετήθηκε για την προστασία της υγείας και της ζωής είναι η δημιουργία ειδικών χώρων υποδοχής και φροντίδας των μολυσμένων από τον Covid-19, κατά τα πρότυπα των λοιμοκαθαρτηρίων (lazaretos) τα οποία αποτελούσαν τον κανόνα για την αντιμετώπιση της λέπρας από την αρχαιότητα και μέχρι τον ΒΠΠ.

Σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν κατασκευάστηκαν, νέες, ειδικού τύπου, εγκαταστάσεις όπως στην Κίνα. Τα κέντρα αναφοράς και φροντίδας των ασθενών του Covid-19 εγκαταστάθηκαν σε υφιστάμενες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και στα δημόσια νοσοκομεία που έπαψαν να δέχονται τακτικού χαρακτήρα περιστατικά υγείας, υποβαθμίζοντας, σημαντικά, τις υπηρεσίες προς τους ασθενείς από άλλα νοσήματα. Τους τελευταίους το σύστημα της δημόσιας υγείας τους κατεύθυνε προς τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, διπλασιάζοντας, παράλληλα, το ημερήσιο νοσήλιο για τις ιδιωτικές ΜΕΘ από 800 σε 1600 ευρώ τη μέρα (Αριθμ. οικ. 1542/2020).

Ένα άλλο μέτρο πολιτικής, με σημαντικές μεσο-μακροπρόσθεσμες επιπτώσεις στην απασχόληση και την ανεργία, είναι η επιτάχυνση κατασκευής και υιοθέτησης ψηφιακών εφαρμογών για πολλές διαδικασίες και πρωτόκολλα συναλλαγής σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, αλλά και το δημόσιο. H ψηφιακή αυτοματοποίηση και η ρομποτική προηγήθηκαν της υγειονομικής κρίσης (Schwab, 2016). Ωστόσο, οι ρυθμοί επέκτασης και το εύρος αντικατάστασης των υφιστάμενων εργασιακών δραστηριοτήτων δεν οδηγούσε σε τόσο απότομη εκτόπιση της ζωντανής από τη νεκρή εργασία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που θεσμοθετήθηκε ως απόρροια της πανδημίας, επιτάχυνε την υιοθέτηση ψηφιακών εφαρμογών χωρίς να προηγηθούν διαδικασίες διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους, με απρόβλεπτες συνέπειες για την εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων. Μεγάλο μέρος των συναλλαγών των επιχειρήσεων με τους πελάτες ή του δημοσίου με τους πολίτες, ψηφιοποιήθηκαν ταχύτατα και εκτελούνται χωρίς τη μεσολάβηση προσωπικού, προκαλώντας τη μείωση της απασχόλησης. Εδώ περιλαμβάνονται ο τραπεζικός τομέας, οι υπηρεσίες ασφάλισης, η ανάπτυξη των τηλεπωλήσεων, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και οι τηλεπικοινωνίες. Αυτού του είδους οι εργασιακές δραστηριότητες διενεργούνται, πλέον, άμεσα από τον πελάτη ή τον πολίτη χωρίς τη μεσολάβηση προσωπικού παρά μόνο σε πολύ αναγκαίες περιπτώσεις (κατά κανόνα μέσω τηλεργασίας)5. Ως αποτέλεσμα επιταχύνεται η μείωση της απασχόλησης κυρίως στους τομείς που αποτέλεσαν τη διέξοδο για τον μεταβιομηχανικό καπιταλισμό.

Η άποψή μου είναι ότι η διαδικασία αυτοματοποίησης θα επιταχυνθεί και στη μεταποίηση με την εισαγωγή της ρομποτικής σε μεγάλα τμήματα της παραγωγής καθώς έτσι θα περιοριστούν οι «αυξημένες δαπάνες για την τήρηση μέτρων υγιεινής και ασφάλειας» (αποστάσεις, ΜΑΠ) και θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη παραγωγή. Με τη ρομποτική, εκμηδενίζονται οι πιθανότητες διακοπής της παραγωγής, όχι μόνο από τις ενδεχόμενες απεργίες και αναταραχές αλλά και από τα μέτρα που εφαρμόζονται όταν εμφανίζονται κρούσματα της ασθένειας στο προσωπικό. Επίσης, επιτυγχάνεται η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας των οποίων η ομαλή λειτουργία υπονομεύεται από τα ενδεχόμενα lockdowns, σε περιοχές του παγκόσμιου Νότου όπου έχει μεταφερθεί το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας μεταποιητικής δραστηριότητας.

γ) Πολιτικές αντιμετώπισης των συνεπειών που προκαλούν τα μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας

Τα μέτρα περιορισμού της πανδημίας προκαλούν σημαντικές διαταραχές στην ομαλή λειτουργία του κυκλώματος παραγωγή-κυκλοφορία-κατανάλωση. Η διακοπή την ομαλής ροής, ενδιάμεσων προϊόντων, στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας εξαιτίας των μέτρων καραντίνας ή/ και lockdown στα κράτη όπου παράγονται μέρη της αλυσίδας παραγωγής τελικών προϊόντων, οδηγεί σε επιβράδυνση ή/και αναστολή της λειτουργίας παραγωγικών διαδικασιών σε άλλα κράτη όπου ενδεχομένως δεν εφαρμόζονται ή είναι χαλαροί οι κανόνες περιορισμού της κυκλοφορίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αγαθά τελικής κατανάλωσης που, ενώ παράγονται και συσκευάζονται σε μία περιοχή καταναλώνονται σε διαφορετικά κράτη. Επιπλέον, ενδέχεται να υπάρχουν περιορισμοί της κυκλοφορίας σε κράτη που αποτελούν περιοχές διέλευσης των προϊόντων, όταν το διεθνές εμπόριο διεξάγεται με χερσαία μέσα μεταφοράς (φορτηγά-τρένα). Έτσι, εκτός από τη μείωση της παραγωγής μειώνεται και η πώληση-κατανάλωση των, ήδη, παραχθέντων προϊόντων με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το έλλειμμα ρευστότητας των επιχειρήσεων, να επιδεινώνεται η ύφεση και να αυξάνεται περισσότερο η ανεργία6. Για την ενίσχυση των κεφαλαίων κίνησης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις, τα περισσότερα κράτη υιοθέτησαν μέτρα άμεσης απόδοσης όπως είναι η αναστολή πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς το κράτος (φόροι-εισφορές), η διευκόλυνση στην εξόφληση των δανείων και η παροχή νέων δανείων με ευνοϊκότερους από τους όρους που επικρατούσαν πριν την υγειονομική κρίση.

Στην Ελλάδα αυτού του είδους τα μέτρα εφαρμόστηκαν άμεσα και περιλαμβάνουν την αναστολή καταβολής φορολογικών υποχρεώσεων και εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία και τη μείωση των ενοικίων κατά 40%, με επιδότηση 1/3 του ποσού της μείωσης από το κράτος. Η βασική ιδεολογική αρχή που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση για την ενίσχυση της ρευστότητας είναι το μοίρασμα του κόστους των μέτρων μεταξύ κράτους, εργοδοτών και εργαζομένων κατά το 1/3, στην κάθε πλευρά. Αποτέλεσμα αυτής της αρχής είναι η περαιτέρω μείωση των μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων που αμείβονται πάνω από τον βασικό μισθό7. Επιπλέον, ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα «Επιστρεπτέα Προκαταβολή» με το οποίο οι επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 500 εργαζόμενους, εφόσον δεν προβαίνουν σε απολύσεις, λαμβάνουν δάνεια με πολύ χαμηλά επιτόκια και απαλλάσσονται από την καταβολή δόσεων για πέντε έτη, ενώ η εξόφληση του δανείου θα πρέπει να γίνει εντός μίας τετραετίας μετά τα πέντε χρόνια της απαλλαγής (Αριθμ. ΓΔΟΥ 94 /2020).

Πολλά κράτη αποφάσισαν, επίσης, την παροχή επιδοτήσεων για τη γενικευμένη εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας, προκειμένου να αποφευχθούν οι απολύσεις και να περιοριστεί η επίσημη ανεργία. Συνήθως, η εκ περιτροπής εργασία περιλαμβάνει τη μείωση του χρόνου εργασίας κατά 50% και την επιδότηση της απώλειας του μισθού από το κράτος έτσι ώστε να αναπληρώνεται ένα μέρος του απολεσθέντος εισοδήματος. Το ποσό της κρατικής επιδότησης ποικίλει και συναρτάται με τη διάρκεια αλλά και το καθεστώς κοινωνικής προστασίας του κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, αλλά ποτέ δεν καλύπτεται το 100% του μισθού. Το μέτρο της γενικευμένης εκ περιτροπής εργασίας με την προτροπή και επιδότηση μέρους της αμοιβής της εργασίας από το κράτος εφαρμόστηκε –με μπροστάρη τη Γερμανία– κατά τη χρηματοδοτική κρίση του 2008-9 σε πολλά κράτη και κρίθηκε ως επιτυχημένη πολιτική συγκράτησης της επίσημης ανεργίας και διατήρησης της απασχολησιμότητας των εργαζομένων (Müller and Schulten, 2020).

Στην Ελλάδα, η επιδότηση της εκ περιτροπής εργασίας θεσμοθετήθηκε με το πρόγραμμα «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ» που εφαρμόζεται από τον Ιούνη του 2020 (Αριθμ. οικ 23103/2020). Σ’ αυτό το καθεστώς εντάχθηκαν κατά τους τρεις πρώτους μήνες περίπου 48.600 εργαζόμενοι 5.500 επιχειρήσεων, των οποίων η μηνιαία αμοιβή μειώθηκε από -20 έως -23%, με την προϋπόθεση να μην είναι κατώτερη από τον καθαρό βασικό μισθό του ανειδίκευτου εργάτη (Οικονομία, 26.08.2020). Αν σ’ αυτή τη μείωση των μισθών και ημερομισθίων συνυπολογιστεί η απώλεια που υπέστη το εισόδημα των εργαζομένων κατά την κρίση χρέους (περίπου -30%) από τα τρία μνημόνια διάσωσης των δημόσιων οικονομικών (2011-2018), τότε η συνολική απώλεια εισοδήματος για τις εργαζόμενες τάξεις ξεπερνά το -50% κατά την τελευταία δεκαετία.

Μία παρεμφερής πολιτική, που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα για τη συγκράτηση της επίσημης ανεργίας, αφορά στα επιδόματα που δόθηκαν από το κράτος στους εργαζόμενους των οποίων διακόπηκε η σύμβαση εργασίας για όσο διάστημα είναι σε καθεστώς αναγκαστικής αναστολής των δραστηριοτήτων η επιχείρηση. Αυτές οι επιδοτήσεις ήταν 800 ευρώ εφάπαξ καθαρό και αφορολόγητο ποσό σε κάθε εργαζόμενο, ανεξαρτήτως εάν εργαζόταν με πλήρη ή με μερική απασχόληση και κάλυψαν διάστημα 45 ημερολογιακών ημερών. Εκεί, όμως, που επιβλήθηκε παράταση της αναστολής λειτουργίας (π.χ. εστίαση, αναψυχή, ξενοδοχεία) οι επιδοτήσεις συνέχισαν να καταβάλλονται μετά από επαναλαμβανόμενες –κατά περίπτωση– υπουργικές αποφάσεις. Το εφάπαξ επίδομα για κάθε εργαζόμενο, όμως, περιορίστηκε στα 534 ευρώ το μήνα (Αριθμ.οικ. 17788/346/2020). Μέχρι το Σεπτέμβρη του 2020 τέθηκαν σε αναστολή 205.984 επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά -55,9%, ενώ για τις επιχειρήσεις καταλυμάτων και θεάματος-ακροάματος η μείωση ήταν -94,7 και -88,4% αντίστοιχα, στις αθλητικές δραστηριότητες -67,2 %, στην εστίαση -59,5% και στις υπηρεσίες γραφείου -77,7% (ΕΛΣΤΑΤ, 2020β).

Βασική προϋπόθεση για να δοθούν οι παραπάνω επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις είναι να μην προβούν σε απολύσεις και να μη διακόψουν τη σύμβαση εργασίας όσων εργαζομένων είναι σε αναστολή, μετά την επαναλειτουργία τους. Σ’ αυτό τον περιορισμό, όμως, δεν περιλαμβάνονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Επιπρόσθετα, δεν υιοθετήθηκε το αίτημα αρκετών συνδικάτων για απαγόρευση καταβολής μερισμάτων στους μετόχους των επιχειρήσεων που λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις για τη διάσωσή τους (Müller and Schulten, 2020).

Παρά την εφαρμογή των παραπάνω μέτρων όμως, που επίσημα στόχευαν στη συγκράτηση της ονομαστικής ανεργίας, η υποαξιοποίηση της εργασίας κορυφώθηκε και η ύφεση σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι το 2020 θα είναι στο -4,5%, ενώ σε πολλές χώρες θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το -10% (Ενωμένο Βασίλειο, Αργεντινή, Ινδία, Μεξικό, Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης) (Boone, 2020). Η ανεργία στα περισσότερα κράτη ανέβηκε κατά +3 ποσοστιαίες μονάδες, παρά τα μέτρα που αναλήφθηκαν για τον περιορισμό τους όπως η εκ περιτροπής εργασία και η τηλεργασία, ενώ στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε από 3,5% στο 14,7% τον Απρίλη του 2020 (OECD, 2020a:34).

Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο γενικός δείκτης του κύκλου εργασιών στη βιομηχανία μεταβλήθηκε κατά -16,2% (-25,1% συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα του 2019) το δωδεκάμηνο Ιούλιος 2019-Ιούλιος 2020, ενώ στην ενέργεια άγγιξε το -46,5% (ΕΛΣΤΑΤ, 2020α).

Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων επιδεινώθηκε, για πολλοστή φορά, κατά την τελευταία δεκαετία. Ενδεικτικά, στις υπηρεσίες καταλυμάτων και την εστίαση ο δείκτης απασχόλησης το 2020 μεταβλήθηκε κατά -39,5%, ο δείκτης ωρών εργασίας κατά -78,5% και των μισθών και ημερομισθίων κατά -69,5%. Στις κατασκευές η μεταβολή ήταν -16,3% στην απασχόληση, -13,2% στις ώρες εργασίας και -6,9% στους μισθούς και τα ημερομίσθια, ενώ στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες η μεταβολή κατά -5,6%, -19,5% και -11,5% αντίστοιχα. Αν και στη μεταποίηση παρατηρήθηκε αύξηση της απασχόλησης κατά 1,0%, οι ώρες εργασίας μειώθηκαν κατά -12,6% και οι μισθοί και τα ημερομίσθια κατά -7,1%. Ο μόνος κλάδος της οικονομίας που εμφάνισε θετική πορεία –έστω και ασθενική (2,3, 2,3 και 0,9% αντίστοιχα)– ήταν η παροχή ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού (ΕΛΣΤΑΤ, 2020α).

Τέλος, το ελληνικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά -15,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και η μείωση αναμένεται να είναι βαθύτερη του -10% σε ετήσια βάση. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 18,3%, ο τουρισμός απώλεσε το 80% του ετήσιου κύκλου εργασιών και τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού μειώθηκαν κατά -14,7%. Έτσι, η προσδοκία για την πορεία της οικονομίας από το αρχικό «V» μετατοπίστηκε προς την ελπίδα του «U» για να καταλήξει προς το παρόν σε «L» δηλαδή, ύφεση και στασιμότητα.

Καθώς η άνοδος της ανεργίας ήταν ακούσια, τουλάχιστον προσωρινά, ακυρώθηκε το επιχείρημα του «τεμπέλη άνεργου» και τα επιδόματα ανεργίας παρατάθηκαν για διάστημα 2 μηνών τρεις φορές μέχρι τώρα, ενώ από τον Σεπτέμβρη του 2020 μειώθηκε ο ελάχιστος ετήσιος αριθμός των απαραίτητων ενσήμων από 100 σε 50 και δόθηκε έκτακτο εφάπαξ επίδομα 400 ευρώ σε 155.000 μακροχρόνια ανέργους που δεν λαμβάνουν άλλα επιδόματα (ΠΝΠ 68/ 2020. Αριθμ. οικ. 24760/550· Ομιλία Πρωθυπουργού 12.09.2020· Η Εφημερίδα, 14.04.2020).

Παρά τα παραπάνω μέτρα, όμως, τον Ιούνιο του 2020 οι εγγεγραμμένοι άνεργοι που αναζητούσαν εργασία ήταν 1.068.856, οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούσαν τις 536.144 (ποσοστό 50,16%), ενώ οι επιδοτούμενοι άνεργοι ήταν μόλις 171.521 άτομα (ΟΑΕΔ, 2020).

Ο μεγάλος αριθμός ανέργων, επιβάρυνε, επίσης, τα ταμεία ανεργίας που αντιμετωπίζουν διπλό πρόβλημα ρευστότητας. Αφενός μειώνονται τα έσοδά τους από τη μείωση των εισφορών. Αφετέρου αυξάνουν κατά πολύ τα έξοδά τους, εξαιτίας του αυξημένου αριθμού ανέργων και της χαλάρωσης των κριτηρίων επιδότησης προκειμένου να διασφαλιστεί ένα στοιχειώδες εισόδημα σε όσους δεν εντάσσονται στα προγράμματα επιδότησης της εργασίας. Έτσι, τα κράτη αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν και τα πενιχρά επιδόματα ανεργίας από τον προϋπολογισμό ή μέσω δανειοδότησης από το πρόγραμμα SURE, μεταβάλλοντας, σταδιακά και de facto, τα ταμεία ασφάλισης από τον κίνδυνο της ανεργίας, σε ειδικού τύπου προνοιακούς θεσμούς για τους ανέργους.

 

Τέλος, η παράταση του lockdown σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, η απώλεια θέσεων αδήλωτης εργασίας ή θέσεων αυτοαπασχόλησης αφήνουν χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλο εισόδημα σημαντικό μέρος των επισφαλώς εργαζομένων που η επιβίωσή τους επαφίεται στα προνοιακά επιδόματα (ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, κουπόνια τροφίμων κ.ά.) που αυξάνουν την πίεση για αύξηση των δημόσιων κοινωνικών δαπανών.

Αντί επιλόγου

Όλες οι παραπάνω πολιτικές διαχείρισης των συνεπειών, που προκάλεσε το lockdown και τα άλλα μέτρα που επιβλήθηκαν για τον έλεγχο της πανδημίας Covid-19, περιορίζουν τα φορολογικά έσοδα του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων που δύσκολα αντισταθμίζεται από την προσωρινή άρση των αυστηρών κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης της Ευρωζώνης. Με τη συμφωνία των κρατών μελών της ΕΕ (21 Ιουλίου 2020) για ένα σχέδιο ανάκαμψης ύψους 750 δισ. που θα αναζητηθούν στις χρηματαγορές και ένα νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 αυξάνουν τα δημόσια χρέη και η εξάρτηση των κρατικών πολιτικών από τις χρηματαγορές και υπονομεύεται το επίπεδο διαβίωσης των μελλοντικών γενεών εργαζομένων.

Η βαθιά ύφεση στην οποία βυθίστηκαν όλες οι εθνικές οικονομίες στον προηγμένο και τον αναπτυσσόμενο καπιταλισμό και τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και υποαπασχόλησης οδήγησαν σε ένα μείγμα πολιτικών που υπήρχαν ως δευτερεύουσας σημασίας τάσεις, εφαρμόστηκαν σε πολλές περιοχές κατά την κρίση του 2008-11 και επαναλαμβάνονται σήμερα ως κεντρικές πολιτικές επιλογές για τη διαχείριση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης. Αυτό το μείγμα συνδυάζει την ψηφιακή επιτήρηση με τη συρρίκνωση των επιπέδων διαβίωσης, την κοινωνική απομόνωση και την προνοιακού τύπου κοινωνική προστασία.

Η πανδημία του Covid-19 ενίσχυσε και επιτάχυνε τη μετάβαση των ανεπτυγμένων κρατών του ευρωατλαντισμού σε ένα εργασιακό καθεστώς στο οποίο επικρατεί η τηλεργασία, η εκ περιτροπής απασχόληση και τα κατ’ αποκοπήν κρατικά προγράμματα κοινωνικής βοήθειας προς τους εργαζόμενους και ανέργους.

Αντίθετα, η Κίνα, παρά τα αυστηρά μέτρα που εφάρμοσε για τον έλεγχο της πανδημίας, παρουσιάζει μεγέθυνση 1,8% το 2020 και το 2021 εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί στο 8,0% (OECD, 2020b. Boone, 2020). Ως ο μεγάλος κερδισμένος της υγειονομικής κρίσης κάνει ένα σημαντικό άλμα προς την εκτόπιση των ΗΠΑ από την παγκόσμια ηγεμονία. Το μοντέλο του κινέζικου καπιταλισμού, στηριγμένο στη σθεναρή κρατική παρέμβαση και καθοδήγηση των επιχειρήσεων, αναδεικνύεται ως ικανότερο στη διαχείριση κρίσεων και αποκτά ηγεμονική θέση.

Ωστόσο αυτή η διεργασία εκτοπισμού και αντικατάστασης του παγκόσμιου ηγεμόνα δεν φαίνεται να οδηγεί σε βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των εργαζόμενων τάξεων στον προηγμένο καπιταλισμό. Παρ’ όλο που οι κινέζικες επενδύσεις στην Υποσαχάρια Αφρική και την Ασία δημιουργούν μεγέθυνση, θέσεις εργασίας και καλύτερα εισοδήματα, στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό οι προοπτικές διαγράφονται στάσιμες αν όχι απαισιόδοξες.

Σε διάσταση από τις συνθήκες εγκαθίδρυσης της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ μετά τον ΒΠΠ, η οποία συνδέθηκε με την εκτίναξη της ευημερίας και τον ανταγωνισμό με την ασφάλεια που παρείχε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, η εγκαθίδρυση της παγκόσμιας ηγεμονίας της Κίνας ανταγωνίζεται την προοπτική απουσίας εργασίας και τη στέρηση που προκαλούν οι κρίσεις του παγκόσμιου ορντολιμπεραλισμού. Μέχρι και το 2019 οι άμεσες ξένες επενδύσεις της Κίνας στην Ε.Ε. αυξάνονταν κατά 30% το έτος (Drahokoupil, eds., 2017). Σε αντίθεση με τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις που πραγματοποιούν τα κεφάλαια με προέλευση τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, η κινέζικη στρατηγική για την απόκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας δεν επιδιώκει, μέχρι τώρα, την επιβολή ενιαίου μοντέλου εργασιακών σχέσεων στα παραρτήματα των πολυεθνικών εταιριών της. Αντίθετα από τις αμερικάνικες, γερμανικές και γιαπωνέζικες πολυεθνικές οι κινέζικες αποδέχονται και εφαρμόζουν τους κανόνες των εθνικών εργασιακών καθεστώτων. Τα τελευταία, ήδη, ευέλικτα και απορυθμισμένα απλώς αξιοποιούνται και εντάσσονται στη στρατηγική της «ειρηνικής» ανάδειξης και επικράτησης του κινέζικου ιμπεριαλισμού, όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Giovanni Arrighi (2009, 277-308). Κοντολογίς, η διείσδυση κινέζικων κεφαλαίων στα κράτη μέλη της Ε.Ε. «επιβραδύνει» την επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων τάξεων που προκαλείται από την παρακμή του ευρωατλαντικού Βορρά και την προσκόλληση του τελευταίου σε καθεστώτα περιοδικής αν όχι διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Για το εργατικό κίνημα ανοίγονται δύο εναλλακτικές προοπτικές: α) Η επικρατούσα τάση για εμβάθυνση και παγίωση του καπιταλιστικού κράτους έκτακτης ανάγκης με υπαλλακτική επιλογή τον κινέζικο κρατικό καπιταλισμό και β) η σοσιαλιστική προοπτική της ισότητας, με διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, μείωση του χρόνου ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών, διαγραφή χρεών και ενίσχυση της απασχόλησης στις κοινωνικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, υγεία, φροντίδα). Οι δημόσιες επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τη φροντίδα μπορούν να απορροφήσουν μεγάλο μέρος του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που δημιουργεί η ραγδαία εισαγωγή ψηφιακών εφαρμογών και ρομποτικής στην παραγωγή και κυκλοφορία των αγαθών. Ταυτόχρονα, διασφαλίζουν καλύτερες και αξιοπρεπέστερες συνθήκες διαβίωσης και απασχόλησης για τις εργαζόμενες τάξεις και ανοίγουν το δρόμο για την αποτροπή της βαρβαρότητας που επιβάλλει η γενικευμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.


Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ΟΥΤΕ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΠΕΘΑΝΕ ΟΥΤΕ Η ΜΗΤΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΓΕΝΝΗΣΕ

 

Τον Οκτώβρη 2020 χιλιάδες κόσμος πανηγύρισε την  καταδίκη της χρυσαυγίτικης εγκληματικής συμμορίας, ένα χρόνο μετά την ιστορική καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση. Σήμερα όλη η κυβερνητική πολιτική επιτίθεται θεσμικά και κατασταλτικά στους ίδιους στόχους (αντιφασιστικό κίνημα, αριστερά, απεργοί εργάτες, πρόσφυγες και μετανάστες) και κορυφώνεται με το θράσος να επαναφέρει τη θεωρία των δύο άκρων εξισώνοντας τους θύτες με τα θύματα. Αλλά η νίκη αυτή του αντιφασιστικού κινήματος καταρρακώθηκε από την ίδια την φαιά πραγματικότητα της αστικοδημοκρατικής  elite. Τα τελευταία χρόνια ο εναγκαλισμός  των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου με την τοπική εξουσία γίνεται ολοένα και πιο  ασφυκτικός .

Οι φασίστες νοσταλγούν τις μέρες πριν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν τα τάγματα εφόδου της ΧΑ, έχοντας την κάλυψη της ΕΛΑΣ, τρομοκρατούσαν τις γειτονιές με επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες, συνδικαλιστές, αγωνιστές των κινημάτων και της αριστεράς, Ρομά, ΛΟΑΤΚΙ και γυναίκες

Ο υφυπουργός Παιδείας ταύτισε τους επιτιθεμένους νεοναζί με τα θύματά τους ενώ λίγες μέρες νωρίτερα βουλευτές της ΝΔ  παραβρέθηκαν στο Βίτσι σε γιορτή μίσους μαζί με τη Χρ. Αυγή .Όποιος κάνει ότι δεν βλέπει όμως δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει όταν η κυβέρνηση προάγει σε κανονικότητα την αυταρχική πολιτική της αναδεικνύοντάς το βαθύ σάπιο κράτος "βρίσει" ερεισμάτων. Όταν στο φασιστικό οπλοστάσιο της κυβέρνησης συνυπάρχει η γνωστή φασιστοτριάδα δεν μπορείς να περιμένεις τίποτε καλύτερο. Όταν αποφεύγεις να καταδικάσεις τον φασισμό προσπαθώντας να ξεπλύνεις την φασιστική δράση   επαναφέροντας την χυδαία θεωρία των δύο άκρων με το γνωστό πλέον ρητό «όλοι ασκούν βία» όταν τα Πετσωμένα ΜΜΕ με την δημοσιογραφία της δεκάρας αποφεύγουν   ακόμα και τα στοιχειώδη τον σεβασμό στους τηλεθεατές παρουσιάζοντας όλους τους μαυροντυμένους κουκουλοφόρους όλοι στο ίδιο τσουβάλι σαν συμμορίτες που τσακώνονται μεταξύ τους  τότε ασφαλώς  και πρόκειται για ξέπλυμα της νεοφασιστικής θεωρίας σε μια χυδαία και ύπουλη παραδοχή περί της θεωρίας των δύο άκρων .

Πρόκειται για μια οργανωμένη, συστηματική, μεθοδευμένη και στηριζόμενη από πλήρεις δομές και εξοπλισμό εγκληματική δράση σε βάρος του αντιφασιστικού και της αριστεράς, που αποτελούσαν ανέκαθεν πρωταρχικό στόχο της ναζιστικής εγκληματικής βίας. Ο φασισμός  …Όμοιος ομοίω ζευγαρώνει… απόγονος της συντηρητικής αστικής elite αυτής που τον ανέθρεψε και τον ανέχτηκε, πεδίο δράσης του η επιβολή της απόλυτης τάξης και εγκατάλειψη κάθε δημοκρατικής έννοιας.

Ο Dirk Blasius στο βιβλίο του «Το τέλος της Βαϊμάρης» θέτει τον εμφύλιο πόλεμο των ετών 1930–33 στο επίκεντρο  και μπορεί ως εκ τούτου να καταστήσει ορατό το πώς και γιατί οι τάσεις διάλυσης της νεαρής δημοκρατίας έφτασαν στο καθοριστικό χαμηλό σημείο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέπεια  οι δυνάμεις που ήταν έτοιμες να χρησιμοποιήσουν βία κατέκτησαν όλο και περισσότερο τον «δρόμο» τελικά αφέθηκε στους Ναζί να εμφανιστούν ως «φορείς της ελπίδας» .

Σήμερα σε αυτόν τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό δεν υπάρχει καμία σταγόνα δημοκρατικής έννοια πρόκειται για ένα συνονθύλευμα αυταρχικών μεθόδων και πρακτικών με στόχο την μετατροπή της κοινωνίας σε εργαστήριο Πινοσετισμού και περιχαρακωμένης δικτατορίας μιας φασιστικής ενσωμάτωσης στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα .  

Δεν πρόκειται για τίποτε το τυχαίο αλλά αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας εκφασισμού και κατάπτωσης της κοινωνίας ,δεν πρόκειται για καμία σύμπτωση αν δεν εκφραστούμε δεν μιλήσουμε για την ζωή, για τα δημοκρατικά δικαιώματα για το μέλλον και για τις βαθύτερες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές αιτίες που γεννιέται ο φασισμός. Σε αυτήν την περίπτωση ο οργανωμένος πολιτικός λόγος  παράγει τον τρόπο προσδιορισμού για την συνειδητοποίηση τρων συμφερόντων του πολιτικού υποκειμένου .

Πάντα επίκαιρος ο ποιητής των καιρών μας, που ήξερε τόσο καλά να ξεσκεπάζει ‘’το παλιό που έρχονταν σε νέα μασκαρεμένο, κουβαλώντας μαζί του αιχμάλωτο το Νέο μασκαρεμένο σε παλιό’’ Μ. Μπρέχτ έγραφε το 1936: «Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΙΖΩΘΕΙ. ΚΑΙ ΘΑ ΞΕΡΙΖΩΘΕΙ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ: ΩΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ» και συνεχίζει ..«ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός. Ως ο πιο ωμός; ο πιο καταπιεστικός, ο πιο Θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός», έλεγε ο Μπρέχτ.

Γι’ αυτό απαιτείται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση ενάντια στον φασισμό. Ενάντια στην ωμότητα, τη δολιότητα, την θρασύτητα, την απανθρωπιά του φασισμού. Ο φασισμός δεν νικιέται απλά με την καταδίκη μιας ναζιστικής οργάνωσης. Αλλά χρειάζεται η διαρκής πάλη μέσα στη νεολαία, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, ειδικά εκείνα στα οποία σπουδάζουν παιδιά της εργατικής τάξης, παιδιά μεταναστών, παιδιά που για αυτά η πανεπιστημιακή μόρφωση αποτελεί πολυτέλεια επειδή επείγει ο αγώνας για το καθημερινό ψωμί στην οικογένεια, και που διαχρονικά αποτελούν στόχο των φασιστικών ομάδων. Είναι γνωστό όμως ότι οι φασιστικές ομάδες δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για το δικαίωμα στη μόρφωση, για το δικαίωμα στη δουλειά, για το δικαίωμα για αξιοπρεπείς μισθούς. Αντίθετα πάντα τάσσονταν στο πλευρό των εργοδοτών, οι φασίστες ήταν και είναι το μακρύ χέρι της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών!

 Δεν πρέπει να αφεθεί ούτε τετραγωνικό εκατοστό στους δημόσιους χώρους στους νεοναζί. Αυτό απαιτεί συσπείρωση, ενότητα, μαζικότητα, εγρήγορση. Αυτό δεν θα προκύψει από την μια στιγμή στην άλλη χρειάζεται ενωμένη δράση και αλληλεγγύη σε όλα τα μέτωπα.