Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

ΛΑΡΚΟ - Η Ιστορία της εργατικής τάξης στην Ελλάδα

Στα καμίνια της Λάρυμνας, στους 1.600ο C, δεν λιώνει μόνο το μετάλλευμα που θα δώσει νικέλιο. Λιώνουν ανθρώπινες ζωές - τρεις μόνο μέσα στον Αύγουστο (2009)! Ο φάκελος της ΛΑΡΚΟ, όμως, μιας από τις 5 κορυφαίες βιομηχανίες μετάλλου στον κόσμο, δεν έχει μόνο εργατικά δυστυχήματα. Συμπυκνώνει την πορεία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού κεφαλαίου στη σύντομη περίοδο της εκβιομηχάνισης της χώρας. Παρακολουθεί την πορεία της εργατικής τάξης από τη στιγμή της γέννησης και ισχυροποίησής της ώς τη σημερινή φάση της διάσπασης και της ταπείνωσης. Η ιστορία της ΛΑΡΚΟ μόνο μελό δεν είναι. Είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων στην Ελλάδα. Σκληρή ιστορία, δύσκολο να λιώσει στους 1.600ο C.

Σαν τον πατέρα μου, όπως κι ο γιος μου. Πιθανότατα κι ο εγγονός μου». Κισμέτ; «Ταξική πάλη».
Στον κολπίσκο της Μαλεσίνας, απέναντι από τον καφενέ του Πέτρου, το εργοστάσιο στέκει σχεδόν βουβό. Για κάποιον που έχει μάθει να ζει μαζί του. Για τον ξένο καπνίζει αφόρητα, βρομάει σαν δακρυγόνο, ουρλιάζει με όλες τις σειρήνες του κάθε τρεις και λίγο, σκεπάζει το χωριό με τέφρα. «Μα πώς σ' ενοχλεί; Αφού δουλεύει μόνο το ένα από τα πέντε καμίνια...»
Αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο, σχεδόν πρωτόγνωρο για τους κατοίκους της Λάρυμνας. Κανονικά το εργοστάσιο λειτουργεί 24 ώρες την ημέρα, 365 ημέρες το χρόνο. Κατεβαίνοντας από το βουνό προς τη θάλασσα, το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι οι μεγάλες καμινάδες που δεσπόζουν στον βόρειο Ευβοϊκό. Ολόκληρη η πόλη, όλη η γύρω περιοχή -η Λάρυμνα, το Μαρτίνο, η Μαλεσίνα, το Νέο και το Παλιό Κόκκινο- ζει στη σκιά της ΛΑΡΚΟ.
«Αν ήρθες να γράψεις άλλη μια πονεμένη ιστορία για τη φτωχολογιά, καλύτερα να φύγεις. Το θέμα δεν είναι ο πόνος, είναι η οργή. Αυτήν την αντέχεις; Κι οι αναγνώστες σας θα την αντέξουν Κυριακή μεσημέρι, με το φρέντο στο χέρι;» Ο Γιάννης Φλούδας είναι 48 ετών και δουλεύει στην εταιρεία 33 χρόνια. Σαν τον πατέρα του. «Κι όταν σου λέω "όπως κι ο γιος μου", δεν είναι γιατί δεν ονειρεύομαι μια καλύτερη ζωή για κείνον. Αλλά πώς να τη βρει όταν το δημόσιο σχολείο είναι διαλυμένο; Πώς να την κατακτήσει όταν πρέπει να πληρώνω για φροντιστήρια 700 ευρώ το μήνα; Πώς να σπουδάσει όταν θα χρειάζεται 1.000 ευρώ για να ζήσει μακριά από δω; Δεν είναι κισμέτ· δεν γεννιέται κάποιος με προδιαγραμμένη μοίρα να γίνει εργάτης. Είναι έτσι φτιαγμένο το σύστημα, ώστε να μην μπορείς να αποδράσεις από την τάξη σου».
Νοικιασμένος εργαζόμενος, ετών 27. Οι δύο φωτογραφίες τραβήχτηκαν την ίδια μέρα: πριν ο κ. Πάνος Πολίτης πιάσει δουλειά και αφού σχόλασε. Παρότι διαφέρουν χρονικά μόνον όσο η διάρκεια μιας βάρδιας, φαίνονται σαν να απέχουν μια ζωή. Κάτι που για κάποιους συναδέλφους του αποδείχτηκε τραγικά το ίδιο.
  
«Σεβασμός: προς τους εργαζομένους, τους πελάτες, τους συνεργάτες, τους μετόχους, τις τοπικές κοινωνίες, το περιβάλλον. Ασφάλεια: στην υψηλότερη βαθμίδα. Εμπιστοσύνη: ανάμεσα στους εργαζομένους, τους συνεργάτες, τους πελάτες και τις τοπικές κοινωνίες». Αυτές είναι οι αρχές που διακηρύσσει πως έχει, μέσα από την ιστοσελίδα της, η ΛΑΡΚΟ.
Ακούγονται σαν τραγική ειρωνεία όλα αυτά καθώς περπατώ στην παραλία της Λάρυμνας. Παντού, σε κάθε κολόνα, σε κάθε τοίχο, υπάρχουν ακόμη τα κηδειόχαρτα των τριών νεκρών του Αυγούστου. Τότε που σταμάτησαν να δουλεύουν όλα τα καμίνια. Με μια μικρή χρονοκαθυστέρηση.
Το πρώτο θανατηφόρο δυστύχημα στη ΛΑΡΚΟ για φέτος (στα 46 χρόνια λειτουργίας της αριθμεί, σύμφωνα με τους εργάτες, 50 νεκρούς) έγινε στις 2 Αυγούστου. Τότε το καμίνι 3 πήρε φωτιά και απανθρακώθηκε ένας εργάτης. Χρειάστηκε να γίνει και δεύτερο δυστύχημα, στις 27 Αυγούστου, για να ανακοινώσει ο γ.γ. του υπουργείου Ανάπτυξης πως δεν θα διεξαγάγει μόνο τον προβλεπόμενο από τη νομοθεσία έλεγχο, αλλά ότι έδωσε εντολή προσωρινής σφράγισης των πέντε ηλεκτροκαμίνων στο εργοστάσιο της Λάρυμνας, ώστε να διεξαχθεί πλήρης έλεγχος στις συγκεκριμένες εγκαταστά- σεις». (Σύμφωνα με το υπουργείο, τακτικός έλεγχος στη ΛΑΡΚΟ έγινε τον Μάρτιο του 2008.) Αλλος ένας νεκρός, δύο ελαφρά τραυματίες και ένας ακόμη που χαροπάλευε στο ΚΑΤ. Πέθανε 10 μέρες αργότερα.

Τώρα τα μνημόσυνα έγιναν, έχει λιακάδα και όλα μοιάζει να 'χουν ξεχαστεί. Το «εργασιακό Νταχάου», όπως το αποκαλούσαν ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΓΣΕΕ, ΠΑΜΕ, δεν απασχολεί κανέναν. Ούτε καν τους ίδιους τους εργαζομένους. Στα καφενεία και τις ταβέρνες του χωριού τους το μόνιμο θέμα συζήτησης είναι τι θα απογίνει η εταιρεία. Η απελθούσα κυβέρνηση είχε βγάλει στο σφυρί το 36% των μετοχών της ΛΑΡΚΟ.
Η διαδικασία επιλογής θα ολοκληρωνόταν τον Νοέμβριο. Ο κ. Καραμανλής, στην αγωνία του να κλείσει τη μαύρη τρύπα του προϋπολογισμού, ετοιμαζόταν να χαρίσει μια εταιρεία αξίας άνω των 2 δισ. ευρώ στον στρατηγικό επενδυτή για 150 εκατ. ευρώ. Τώρα η διαδικασία έχει παγώσει.
Αν κανείς θέλει να μελετήσει την εργατική τάξη στην Ελλάδα, θα πρέπει να ερευνήσει και για τη ΛΑΡΚΟ. Μέχρι το 1901 η Λάρυμνα ήταν μια καθαρά αγροτική περιοχή. Τότε ξεκίνησε η εκμετάλλευση των μεταλλείων· τότε φτωχοί τσοπάνηδες και μικροκληρούχοι της Κωπαΐδας έγιναν σε μια νύχτα εργάτες. Το 1963 ο Πρόδρομος Αθανα- σιάδης - Μποδοσάκης ιδρύει τη ΛΑΡΚΟ και τρία χρόνια αργότερα το εργοστάσιο. Γύρω από αυτό κατασκευάζει δύο οικισμούς με σχολεία, νηπιαγωγεία, αθλητικές εγκαταστάσεις, εκκλησίες και πολιτιστικά κέντρα για τους εργαζομένους της εταιρείας.

Η χιλιοτραγουδισμένη τσιμινιέρα δεσπόζει στο τοπίο και στη ζωή ολόκληρης της περιοχής. Σε χαρά ή σε σχόλη, στην καθημερινότητα και στις αργίες, καπνίζει συνεχώς. Γι' αυτό και όταν η τσιμινιέρα «πάγωσε» για 110 μέρες, το 1977, το ομώνυμο τραγούδι έγινε ο ύμνος των απεργών εργατών. Στην Ελλάδα του Καζαντζίδη και των γκασταρμπάιτερ ήταν για κάποιον μεγάλη τύχη να δουλεύει στου Μποδοσάκη. Μέχρι τις αρχές του '80, οπότε -αφού ο ιδρυτής την ξεζούμισε και χρώσταγε παντού- μπαίνει στο νόμο για τις προβληματικές, εκκαθαρίζεται και περνά στον έλεγχο του Δημοσίου.
Η κυρία Αργυρούλα κρατάει στην αγκαλιά την εγγονή που έχει το όνομά της. Ζει στον εργατικό οικισμό της Λάρυμνας από 5 χρονών. «Ηρθαμε εδώ με τους γονείς μου για να δουλέψουν στο εργοστάσιο. Το '60 ήταν πολύ σπουδαίο να είσαι εργάτης στην Ελλάδα και να μην ξενιτευτείς. Ο Μποδοσάκης έφτιαξε το εργοστάσιο, τον οικισμό που μένουμε και το διπλανό χωριό. Ημασταν μια μικρή κοινωνία από όλα τα μέρη της Ελλάδας. Ηταν, βέβαια, πολύ βρόμικα από τη σκόνη. Φαντάσου: φαίνονταν οι πατημασιές σου και δεν μπορούσες ν' ανοίξεις τα παράθυρα. Ομως, δεν ξέραμε πόσο επικίνδυνα είναι αυτά. Ο οικισμός συνδεόταν με το χωριό με βάρκα. Ο δρόμος φτιάχτηκε από τα τοξικά απόβλητα, με τα οποία ο Μποδοσάκης μπάζωνε τη θάλασσα επί χούντας. Τότε χαιρόμασταν που είχαμε ψωμί να φάμε. Οι άνθρωποι τότε δεν ήξεραν τι πάει να πει εργάτης, τι πάει να πει μεροκάματο. Ηταν μια αποκομμένη περιοχή με καμιά πενηνταριά μαντριά. Σε πολλά σπίτια είχαν τη φωτογραφία του βασιλιά και δίπλα του Μποδοσάκη. Τον θεωρούσαν ευεργέτη. Μέχρι την απεργία του '77, βεβαίως».
Τριάντα οχτώ χρονών, 25, 34. Χρήστος Δόσκορης. Κώστας Ντελής. Γιάννης Παπακωνσταντίνου. Είναι οι τρεις τελευταίοι νεκροί στη μακρά ιστορία της πιο βαριάς βιομηχανίας της χώρας. «Στην ημερήσια διάταξη των κυβερνώντων είναι το ξεπούλημα της ΛΑΡΚΟ και η ανατροπή των "βαρέων και ανθυγιεινών" των μεταλλεργατών. Η ανθρώπινη ζωή, η προστασία και η ασφάλεια των εργαζομένων είναι σε δεύτερη ή τρίτη προτεραιότητα. Καταγγέλλουμε την εγκληματική αδιαφορία των υπευθύνων. Καταγγέλλουμε το κουκούλωμα, που κάθε φορά επι- χειρείται, των πραγματικών αιτίων και των ευθυνών. Κάθε φορά ενοχοποιούνται τα θύματα (Σωληνουργεία Κορίνθου, Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη...)» υπογράμμιζε τον Αύγουστο η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Μετάλλου.

Αυτήν τη φορά δεν ενοχοποιήθηκαν τα θύματα. Αυτήν τη φορά -λένε οι άνθρωποι της εταιρείας- έφταιγε η πάστα. Πάστα είναι το υλικό που χρησιμοποιείται για να λιώσει το μετάλλευμα. Για να κάνουν οικονομία, λένε, σταμάτησαν να αγοράζουν πάστα από τη Νορβηγία κι έπαιρναν την πολύ φτηνότερη ουκρανέζικη. «Στην πρώτη γραμμή της παραγωγής είναι φυσιολογικό να έχεις και απώλειες. Για να μην έχεις, πρέπει να τηρούνται όλοι οι κανόνες ασφαλείας, πρέπει να τηρείται αυστηρά η διαδικασία και πρέπει ο εργάτης να είναι απολύτως συγκεντρωμένος σ' αυτό που κάνει. Αν δεν είναι ή αν έχει μια κακιά μέρα επειδή τσακώθηκε με τη γυναίκα του ή αν τον έχει πάρει από κάτω η ρουτίνα, τότε είναι πολύ εύκολο να συμβεί το δυστύχημα». Και τι έγινε, λοιπόν, στη ΛΑΡΚΟ τον Αύγουστο; Είχαν και οι τρεις μια κακή μέρα;
«Αν είχαν μια κακιά μέρα, δεν θα σας μιλούσαμε ανώνυμα». Ετούτα τα δύο στελέχη είναι οι πρώτοι άνθρωποι που συναντώ. Μακριά από τη Μαλεσίνα. Στον μικρόκοσμο της επιχείρησης οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στα στελέχη και στους εργάτες. Και όταν πρωτογνωρίζεις κάποιον από αυτούς, σπεύδει να σου συστηθεί με αυτήν του την ιδιότητα - στέλεχος ή εργάτης. Άλλα ωράρια, άλλες αποδοχές, άλλα σπίτια, άλλη θέση, άλλη άποψη για ό,τι έχει συμβεί.
«Αυτό που συνέβη τον Αύγουστο δεν ήταν τυχαίο. Είναι το αποτέλεσμα σπατάλης, κακοδιαχείρισης και ενός σκανδάλου που, αν διερευνηθεί στην ολότητά του, είναι μεγαλύτερο από το Βατοπέδι». Τα δύο στελέχη με βομβαρδίζουν με νούμερα και στοιχεία και μ' ένα σωρό άγνωστες έννοιες: κλειδωμένες τιμές, προπώληση, χέτζινγκ, χρηματιστήριο Λονδίνου. Γιατί να μη γράψω τα ονόματά σας; «Είμαστε και οι δύο λίγο πριν από τη σύνταξη. Αύριο-μεθαύριο μπορεί η εταιρεία να πουληθεί. Δεν ρισκάρεις να πάρεις πόδι σ' αυτήν την ηλικία».

Ο Κώστας Πολίτης δηλώνει «60 χρονών, ευτυχώς. Γιατί είναι καθαρά θέμα τύχης να βγεις ζωντανός». Εργάζεται στη ΛΑΡΚΟ από το 1977 - τη χρονιά της απεργίας που κράτησε 110 μέρες και συντάραξε την Ελλάδα. Οι εργάτες της ΛΑΡΚΟ έγιναν σύμβολα για την αντοχή, την αλληλεγγύη και την αποφασιστικότητά τους. Και ο Μποδοσάκης -ιδιοκτήτης 10 μεγάλων βιομηχανιών και προσωπικός φίλος του τότε πρωθυπουργού Καραμανλή, που έστελνε αύρες και κρανοφόρους στους απεργούς- αναγκάστηκε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματά τους.
Αυτή η απεργία έρχεται συνεχώς στις κουβέντες με τους εργάτες που συναντάμε σε σπίτια και σε καφενεία, σε ταβερνεία και σε μπαρ. «Το '66 οι εργάτες έκαναν την πρώτη τους μεγάλη απεργία που κράτησε 60 μέρες. Γύρισαν ηττημένοι και ταπεινωμένοι. Το '77 κέρδισαν πάνω απ' όλα δύναμη, αυτογνωσία, πίστη στην αλληλεγγύη τους. Τότε οι άνθρωποι ζούσαν εξαθλιωμένοι· δυο δυο οι οικογένειες στα σπίτια. Στο εστιατόριο της επιχείρησης, ακόμη και στους δρομίσκους του οικισμού, αλλού κάθονταν τα στελέχη και αλλού οι εργάτες· ήταν σαν απαρτχάιντ. Πώς από αυτήν τη μεγάλη νίκη φτάσαμε στον σημερινό εξευτελισμό, να πεθαίνουν τρεις συνάδελφοι και να μην ανοίγει ρουθούνι; Είναι όλοι φοβισμένοι. Γι' αυτό».
«Τον βλέπεις αυτόν; Απεργοσπάστης. Μόλις κάθεται, σταματάνε οι κουβέντες· το στίγμα το κουβαλάνε ακόμη και τα παιδιά του» μου λέει ο Πάνος Πολίτης, «εργάτης και κομμουνιστής», όπως συστήνεται. Ο Πάνος είναι 27 χρονών και δουλεύει ως νοικιασμένος εργαζόμενος στο εργοστάσιο. «Στη ΛΑΡΚΟ υπάρχουν εργαζόμενοι 4 ταχυτήτων: οι παλιοί που έχουν τις συμβάσεις που κέρδισαν με τη μεγάλη απεργία. Ενας τέτοιος εργάτης μπορεί να βγάζει 2.500 με 3.000 ευρώ. Υπάρχουν αυτοί που μπήκαν με τις καινούργιες συμβάσεις και που για την ίδια δουλειά παίρνουν 1.000 ευρώ. Υπάρχουν οι νοικιασμένοι, που κάνουν επίσης την ίδια δουλειά, αλλά δεν έχουν υπερωρίες, επιδόματα και αποζημίωση. Και, τέλος, υπάρχουν εκείνοι που δουλεύουν με δελτίο παροχής υπηρεσιών ως αυτοαπασχολούμενοι (!), με ασφάλιση στο ΤΕΒΕ, χωρίς κατοχυρωμένα εργασιακά δικαιώματα. Αρα, πώς να συντονιστούμε μεταξύ μας, αφού υποβλέπουμε ο ένας τον άλλον κι αφού μας κάνουν να παραμυθιαζόμαστε πως έχουμε διαφορετικά συμφέροντα;»

Απολυμένος λόγω συνδικαλισμού, ο κ. Γιώργος Νυδριώτης κατέφυγε στην Αθήνα όπου έφτιαξε, μαζί με άλλους εργάτες, το συνδικάτο μετάλλου. Αναγκαστική επιλογή, μας εξηγεί, καθώς το σωματείο των μόνιμων δεν δεχόταν ως μέλη τους νοικιασμένους. Από τους νεκρούς του καλοκαιριού, δύο ήταν μόνιμοι κι ο τρίτος δούλευε σε εργολάβο. Ισως γι' αυτό η οικογένειά του να μου έκλεισε ερμητικά την πόρτα όταν την επισκέφθηκα στο χωριό τους. «Ολοι που δουλεύουμε σε εργολαβίες έχουμε φιλήσει κατουρημένες ποδιές για 600 και 700 ευρώ».
Ο νεαρός που μου μιλάει δουλεύει στο εργοστάσιο από τα 18. Ολοι οι άντρες της περιοχής έχουν κάνει μεροκάματα εδώ, ακόμη και ως μαθητές για να βγάλουν το χαρτζιλίκι τους. Ομως, για τον (ας τον πούμε) «Δημήτρη» το εργοστάσιο κατέληξε η ζωή του:
«Το καθεστώς των εργολαβιών μειώνει το κόστος της εργατικής δύναμης. Οποιος από το μόνιμο προσωπικό συνταξιοδοτείται αντικαθίσταται από νοικιασμένο εργαζόμενο. Αντίθετα, κάποιοι απολύθηκαν την περασμένη χρονιά. Οι εργαζόμενοι στις εργολαβίες εργάζονται στη βαριά βιομηχανία ανειδίκευτοι, χωρίς την απαραίτητη εκπαίδευση, ενώ ανακυκλώνονται συνεχώς, άρα δεν προλαβαίνουν να αποκτήσουν εμπειρία και εξοικείωση με τη δουλειά. Ο ανώτερος μισθός φτάνει τα 1.000 ευρώ, ενώ πρόσφατα είχαμε δύο μήνες απλήρωτοι.

Θα μπορούσε να είναι ένα ειδυλλιακό χωριό. Ομως, μερικές δεκαετίες κακοδιαχείρισης, απληστίας και κομματικών πελατειακών σχέσεων μετέτρεψαν τα χωριά της περιοχής σε χωριά κολίγων, δεσμευμένων από τα μεροκάματα, τα οποία όσο περνά ο καιρός γίνονται όλο και μικρότερα. »Οταν δεν υπάρχει δουλειά, όταν δεν έχεις καμία άλλη εναλλακτική, φοβάσαι να χάσεις και το λίγο που σου πετάνε. Και, φυσικά, δέχεσαι να δουλεύεις χωρίς εκπαίδευση και χωρίς καινούργια και καλοσυντηρημένα εργαλεία και στα χειρότερα πόστα. Και δεν υπάρχει χειρότερο απ' τα καμίνια, πίστεψέ με». Κάθε καμίνι είναι έξι μέτρα ψηλό και έχει διάμετρο 12 μέτρα. Το «5» είναι το μεγαλύτερο, με διάμετρο 18 μέτρα. Για να λιώσει το μετάλλευμα χρειάζεται το καμίνι να φτάσει στους 1.600° C. Ο «Δημήτρης» με κερνάει τον καφέ, πληρώνει την μπίρα του και φεύγει.
«Καμία σχέση με την παλιά εποχή. Παλιά οι εργάτες, μετά την απεργία, έβγαζαν χρήμα. Τώρα τα έρμα δουλεύουν για φραγκοδίφραγκα». Η κυρούλα που κρατάει τον καφενέ δίπλα στα φουγάρα ξεκινάει να θυμάται «γλέντια και χαρές και γέλια. Ηταν κιμπάρηδες οι εργάτες τότε. Και περήφανοι. Αλλιώς η ζωή μας».
Ο πιτσιρικάς που συναντώ μετά ήταν αγέννητος όταν η ζωή ήταν «αλλιώς». «Εγώ μάζεψα τα πτώματα. Και καλά οι δύο που πέθαναν ακαριαία. Τον έναν τον πήρε η φλόγα, τον άλλον η λάβα. Ομως, ο τρίτος που φλεγόταν ακόμη και καιγόταν από τα τοξικά επί δύο εβδομάδες; Τι να κάνεις, όμως; Αυτή είναι η δουλειά, και γυρίσαμε. Δεν φοβάμαι, είναι μέσα στα ρίσκα που παίρνεις». Για 800 ευρώ; «Στην προηγούμενη δουλειά μου, που ήταν επίσης σε βιομηχανία, έπαιρνα 600 και δούλευα 12ωρο. Εδώ είναι καλύτερα. Πόσες φορές θα σε βρει το κακό;»

Εργάζεται στη ΛΑΡΚΟ από το 1977ο κ. Κώστας Πολίτης, από τη χρονιά της θρυλικής απεργίας, δηλαδή, που κράτησε 110 μέρες. Με τα «κέρδη» εκείνου του αγώνα ζουν ακόμη οι παλιοί εργάτες.«Το κακό μπορεί να σε βρει κάθε στιγμή. Τα τελευταία εφτά χρόνια κλάψαμε οχτώ συναδέλφους. Τώρα για το πρώτο ατύχημα λένε πως φταίει το υλικό που χρησιμοποιούμε για να λιώσει το μέταλλο. Στο δεύτερο, το καμίνι εξερράγη και... ήταν κακιά στιγμή. Ομως, το καμίνι "μουγκράει", το ακούς όταν είναι να σκάσει. Ηταν όλοι σωστά εκπαιδευμένοι; Τηρήθηκαν σωστά οι διαδικασίες; Γιατί προσπάθησαν να το σβήσουν αφού είχε πυρώσει κι αφού κάθε νοήμων άνθρωπος ξέρει πως δεν σβήνεις με νερό των 20° C κάτι που καίει στους 1600° C; Αυτά είναι τα ενδιαφέροντα ερωτήματα».
Ο Γιώργος Νυδριώτης είναι φυσιογνωμία πολύ γνωστή. Γνωριζόμαστε από το υπόγειο όπου τραγουδάει η Καίτη Ντάλλη. Εγώ τον ήξερα ως μπουζουξή. Μου συστήνεται ως πρόεδρος του συνδικάτου μετάλλου. «Αναγκάστηκα να φύγω στην Αθήνα, αφού η εταιρεία δεν με ξαναπροσέλαβε λόγω της συνδικαλιστικής μου δραστηριότητας. Το σωματείο των μόνιμων, λόγω του καταστατικού του, δεν μας δεχόταν εμάς τους νοικιασμένους. Ετσι φτιάξαμε το συνδικάτο. Την πρώτη μέρα που γύρισα απ' το εργοστάσιο δεν με αναγνώρισε ούτε το σκυλί μου· τόσο μαύρος ήμουν. Η μάνα μου με παρακάλαγε να φύγω· οι μανάδες μας, οι γυναίκες μας, οι αδελφές μας ζουν πάντα με το φόβο αν θα γυρίσουμε πίσω. Ο κίνδυνος είναι πανταχού παρών. Με το που πατάει το πόδι εκεί ο εργάτης, η πρώτη ευχή που παίρνει είναι "σιδερένιος"».
Οι εργαζόμενοι δουλεύουν με τις φωτιές να πετάγονται πάνω απ' τα κεφάλια τους, ενίοτε και μέσα στα ρούχα τους. Ενστικτωδώς μαθαίνουν να προστατεύονται. Προσέχουν ακόμη και το σκαλί που πατάνε για να αποφύγουν τις χυμένες λάβες. Τόσο πολύ δένονται με το εργοστάσιο και τη δουλειά τους, που έχουν προσωποποιήσει κάθε συμπεριφορά των καζανιών. Λένε ότι «μουλάρωσε», «γκρινιάζει», «πεισμώνει».

Σε ένα δραματικό έγγραφο-προειδοποίηση που έστειλε η Επιθεώρηση Μεταλλείων Νοτίου Ελλάδος (ΕΜΝΕ) προς το υπουργείο Ανάπτυξης, αμέσως μετά το πρώτο θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα στις αρχές Αυγούστου, καταγγέλλει πως 10 μηχανικοί καλούνται να επιθεωρήσουν πάνω από 1.200 επιχειρήσεις μεταλλείων!
Εγραφε τότε η «Ελευθεροτυπία»: «Οι επιθεωρητές αδυνατούν πλέον να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, δηλαδή να επιβλέψουν και να εγγυηθούν στοιχειώδεις συνθήκες ασφαλείας στα περισσότερα μεταλλεία της χώρας! Το "έγκλημα" στη ΛΑΡΚΟ είχε, δυστυχώς, προαναγγελθεί. Οι πολιτικοί υπεύθυνοι στο υπουργείο Ανάπτυξης (υπουργός, υφυπουργός, γεν. γραμματέας, προϊστ. διευθύνσεων) γνώριζαν πολύ καλά και από πρώτο χέρι ότι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί έχουν κυριολεκτικά διαλυθεί».
Σ' αυτό το μικρό χωριό των 1.000 κατοίκων οι ξένοι κάνουν πάντα εντύπωση. Τραβάνε τα βλέμματα και προκαλούν απορίες. Ειδικά αν περπατάνε δίπλα στο εργοστάσιο και στον ιδιωτικό του οικισμό. Τότε τους σταματάνε και τους ρωτούν από πού είναι και τι γυρεύουν εδώ. Το βράδυ, όμως, τους κερνάνε μπίρες. «Κοιτάξτε, κυρία μου, σας σταματήσαμε γιατί περπατούσατε χωρίς άδεια της διεύθυνσης. Δεν ξέρουμε τι θέλετε να μάθετε, αλλά φωτογραφίες δεν θα βγάλετε· διαφορετικά, νομίμως (sic) θα σας σπάσουμε τη μηχανή». Κι αφού συζητάμε επί ώρα το νόμιμον του σπασίματος της μηχανής, έχουμε γίνει πια φίλοι. «Μην το ψάχνεις με τους νεκρούς. Ατυχήματα γίνονται κάθε μέρα. Μπορεί κι εσύ, εδώ που είσαι, να πάθεις ένα εργατικό ατύχημα. Φέρ' ειπείν, με το αμάξι σου».
«Οχι ατύχημα, ρε γαμώ το, δολοφονία έγινε!» επιμένει το βράδυ ο Πάνος Πολίτης. «Τρύπησε το καμίνι, έγινε το μπαμ. Εγώ ήμουν γύρω στα 150 μ. μακριά. Με το πρώτο μπαμ καταλάβαμε ότι η ζημιά ήταν εκεί. Τρέξαμε. Ρωτάω, "Βγήκατε όλοι έξω;". Μου λένε, "Ψάχνουμε τον Κώστα". Ο ένας συνάδελφος έψαχνε τον άλλο, αρπάζαμε φωτιά. Εβραζε κάτω ο τόπος, πατάγαμε, παίρναμε φωτιά, προσπαθήσαμε να σβήσουμε, να βρούμε φορτωτές να σπρώξουμε... Τους συναδέλφους ήδη τους είχαμε μαζέψει. Ψάχναμε να βρούμε κι άλλους που μες στον πανικό φύγανε και δεν τους βρίσκαμε. Μόλις σβήσαμε λίγο τη φωτιά και ήταν ανθρωπίνως δυνατό να ξαναπάμε στο σημείο, βρήκαμε τον έναν συνάδελφό μας νεκρό και τον άλλο να χαροπαλεύει. Σας εύχομαι πραγματικά ποτέ να μη ζήσετε στιγμή να ψάχνετε για έναν άνθρωπο νεκρό, έναν συνάδελφο που πριν από μια ώρα είπες καλημέρα, ήπιες καφέ μαζί του. Δώσαμε μάχη για να μη φτάσει η φωτιά στις δεξαμενές προπανίου - που, αν εκραγούν, θα εξαφανιστούν Λάρυμνα, Μαρτίνο, Μαλεσίνα κι όλα τα περίχωρα».
«Το εργοστάσιο ήταν για όλες τις κυβερνήσεις ένας τρόπος να βολεύουν την πελατεία τους. Μεγάλος πελάτης; Σε κάνουν διευθυντή. Μικρός πελάτης; Σε κάνουν εργάτη. Κι έχουν πολλούς τρόπους να σε κρατάνε, αφού, αν είσαι με μπλοκάκι, παρακαλάς να μπεις στον εργολάβο. Κι αν είσαι στον εργολάβο, παρακαλάς να γίνεις μόνιμος. Τρέμουν όλοι να μην κλείσει το εργοστάσιο και μείνουν χωρίς δουλειά. Εν τω μεταξύ, έχουμε μείνει χωρίς θάλασσα, χωρίς καθαρό αέρα, χωρίς δέντρα. Η ΛΑΡΚΟ αδειάζει τη σκουριά στη θάλασσα, μπαζώνει τα ρέματα, πετάει τα απόβλητα στα γύρω βουνά. Κι αν σε ρωτήσουν ποιος σ' τα 'πε όλα αυτά, να πεις "ο Πέτρος ο καφετζής, που είναι 31 κι έχει έναν γιο 2,5, και που δεν ψήφισε κανέναν τους στις εκλογές γιατί κανείς τους δεν ήταν εκεί όταν τον χρειάστηκε"».
Τα δύο δυστυχήματα του Αυγούστου είναι στη φάση της δικαστικής διερεύνησης. Η Επιτροπή Μεταλλείων αναμένεται να βγάλει τα πορίσματά της και ο εισαγγελέας να σχηματίσει δικογραφία. Η διαδικασία πώλησης της ΛΑΡΚΟ πάγωσε λόγω εκλογών. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα αποζημιώσει τις οικογένειες των νεκρών και θα προσλάβει άλλα μέλη της οικογένειάς τους στο μόνιμο προσωπικό. Οι νεκροί δικαιώνονται;
Το προφίλ της εταιρείας
Η ΛΑΡΚΟ παράγει ετησίως 2.500.000 τόνους κοκκοποιημένο σιδηρονικέλιο. Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί προϊόντων ανοξείδωτου χάλυβα (κατασκευαστές όπλων, ηλεκτρονικών συσκευών, ειδών οικιακής χρήσης) εμπιστεύονται το προϊόν της, το οποίο θεωρείται μοναδικό λόγω της παντελούς απουσίας άνθρακα. Αυτό τοποθετεί την εταιρεία μεταξύ των πέντε κορυφαίων παραγωγών στον κόσμο, με μερίδιο 40% της ευρωπαϊκής αγοράς. Το προϊόν της είναι σχεδόν 100% εξαγώγιμο και συναλλαγματοφόρο. Η επιχείρηση απασχολεί 1.300 άτομα, γεγονός που την καθιστά έναν από τoυs εργοδότες με σημαντική συνεισφορά στο ΑΕΠ τns Ελλάδας, με τέσσερα κύρια μεταλλευτικά κέντρα και δραστηριότητα σε πέντε νομούς. Ανήκει στο Δημόσιο (33,5%), στην Εθνική Τράπεζα (36,43%), στη ΔΕΗ (28,56%) και στην κρατική εταιρεία κινητών αξιών ΔΕΚΑ (1,51%).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου