Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

             Ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία,  αλλά πολιτική πρακτική

Ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία,  αλλά πολιτική πρακτική


ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΡΚΕΤΟΣ
Ο φασισμός είναι παιδί του καπιταλισμού και αδελφός του νεοσυντηρητισμού όσο και του νεοφιλελευθερισμού. Επί της ουσίας φασίστες, νεοσυντηρητικοί και νεοφιλελεύθεροι, έχουν παραπλήσιες αντιλήψεις για την κοινωνία, όσο και αν επιφανειακά διαφέρουν. Θέλουν μια ζούγκλα, όπου οι αδύναμοι καλώς μένουν απροστάτευτοι και οι ισχυρότεροι δίκαια τα παίρνουν όλα. Όλοι τους συμμερίζονται τη θεώρηση του κοινωνικού δαρβινισμού

Φασισμός και Άκρα Δεξιά – Ενότητα και αντίθεση

Λέγεται ότι ο Μεταξάς δεν ήταν φασίστας επειδή συγκρούστηκε με τον Άξονα. Ωστόσο το να μαλώνεις με φασίστες δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως εσύ είσαι κάτι άλλο. Οι συγκρούσεις φασιστών με ακροδεξιούς ομογάλακτούς τους ή και με άλλους φασίστες δεν είναι σπάνιες ούτε πρέπει να μας εκπλήσσουν. Αντίθετα είναι αναπόφευκτες καθώς οι φασίστες προσπαθούν να στήσουν τον δικό τους πολιτικό χώρο. Κάποτε γίνονται εξαιρετικά άγριες· παράδειγμα, η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών το 1934, όταν ο Χίτλερ έσφαξε την ηγεσία των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. Οι φασίστες διαφωνούν αγεφύρωτα μεταξύ τους σε θέματα στρατηγικής και τακτικής, κι έχουν αντίπαλες προσωπικές επιδιώξεις.
Πρόβλημα των περισσότερων φασισμών είναι ότι τρέφουν πολλούς φύρερ και ντούτσε, όχι μονάχα έναν. Η εικόνα των τεράστιων μηχανισμών που ακολουθούν έναν Χίτλερ ή Μουσολίνι κρύβει ό,τι ακριβώς ο ιταλικός και ο γερμανικός φασισμός ήταν οι «πετυχημένες» εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας. Ιστορικά, διαπιστώνεται ότι η άκρα δεξιά σπάνια συσπειρώνεται. Δύσκολα βρίσκονται χαρισματικοί ηγέτες, ενώ τα φασιστικά κόμματα συνήθως φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν χωρίς να πλησιάσουν ποτέ την κυβέρνηση. Οι εσωτερικές τους έριδες και διασπάσεις είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση.
Η διάκριση μεταξύ φασισμού και των άλλων μερίδων της άκρας δεξιάς δεν είναι σχολαστικισμός, αλλά αντίθετα αναδεικνύει τις χωριστές στοχεύσεις αυτών των συγγενικών μεταξύ τους χώρων και τη διαφορετική πολιτική τους δυναμική. Η βασική τους διαφορά δεν εντοπίζεται στα συνθήματά τους, που συνήθως είναι εξίσου αυταρχικά, μισαλλόδοξα και ρατσιστικά, αλλά στις οργανωτικές προτεραιότητές τους. Ωστόσο, όλοι προωθούν το πλαίσιο της αντεπανάστασης, ενώ τα πρακτικά τους προγράμματα έχουν κοινό άξονα την απαλλοτριωτική συσσώρευση του κεφαλαίου.

Η πραγματική ταυτότητα του φασισμού

Τα φασιστικά καθεστώτα προωθούν βίαια τα συμφέροντα των εργοδοτών, τα οποία συγκλίνουν με τα συμφέροντα του φασισμού έστω και αν δεν ταυτίζονται πάντοτε μαζί τους

Η ανάλύσή μας αναφορικά με τον φασισμό στηρίζεται σε νεότερες προσεγγίσεις, χωρίς να υποτιμά τις κλασικές κομμουνιστικές αναλύσεις, οι οποίες τελικά αποδείχτηκαν επαρκείς για την εποχή τους, αφού κατεύθυναν τότε την πάλη των λαών που κατόρθωσε να τον συντρίψει. Ωστόσο, σήμερα δίνουμε διαφορετικό αγώνα, καθώς δεν έχουμε μαζικό και οργανωμένο εργατικό κίνημα ούτε επαναστατικές Διεθνείς ούτε Σοβιετική Ένωση να μας στηρίξει. Από την άλλη μεριά, απευθυνόμαστε σε μια εργατική τάξη πιο ώριμη και μορφωμένη, ενώ το καπιταλιστικό σύστημα διανύει – ας μη φοβηθούμε να το πούμε – την τερματική του κρίση. Στόχος μας είναι να στρέψουμε σε μια ριζοσπαστική εξισωτική κατεύθυνση τα δίκαια πολιτικά πάθη, που ειδάλλως θα τροφοδοτήσουν έναν νέο φασισμό.
Ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, αλλά πολιτική πρακτική. Ασκεί βία χωρίς ηθικούς ή νομικούς φραγμούς, και γύρω από αυτήν οργανώνει τη συμπεριφορά του. Αντί να στηρίζεται σε ιδέες χρησιμοποιεί συνθήματα που συμπυκνώνουν ισχυρά συναισθήματα, πολιτικά πάθη όπως φόβο, ταπείνωση, θυματοποίηση, οργή, αίσθηση ανημπόριας, απομόνωση, απόγνωση. Αυτά φουντώνουν σε καιρούς απαλλοτριωτικής συσσώρευσης, όπως συμβαίνει σήμερα, και τον τρέφουν όταν οι κυρίαρχοι πετυχαίνουν να τα εκτρέψουν ενάντια σε αδύναμους αποδιοπομπαίους τράγους. Το ρόλο που παίζουν σήμερα οι πρόσφυγες και οι μουσουλμάνοι έπαιζαν κάποτε οι εβραίοι και οι μαύροι.
Ενώ επιδιώκει να γίνει μαζικό κίνημα, ο φασισμός ξεκινά από τα πάνω και όχι από τα κάτω. Τόν προωθούν οι καπιταλιστές όταν αμφισβητείται η εξουσία τους, όπως συμβαίνει κατεξοχήν σε μια οικονομική κρίση. Ξέρουν ότι για να μείνουν κυρίαρχοι πρέπει να τρομοκρατήσουν και να δέσουν το λαό, επομένως χρηματοδοτούν κι ενισχύουν με κάθε τρόπο τους φασίστες, που αναλαμβάνουν ακριβώς αυτό το έργο.
Συνήθως κάνουν τούτη την επιλογή προσπαθώντας συνάμα να βρουν κι εναλλακτικές λύσεις. Αυτό επειδή γνωρίζουν ότι τέτοια κινήματα μπορεί να γίνουν ανεξέλεγκτα, κι επίσης κοστίζουν ακριβά κι έχουν έκβαση απρόγνωστη. Επί πενήντα χρόνια μετά την καταστροφή της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας, οι δυτικοευρωπαίοι αστοί απέφευγαν να παίζουν με τη φωτιά. Το ότι το κάνουν πλέον αυτό σε ανατολή και δύση είναι άλλη μια ένδειξη της κρίσης που περνά το σύστημά τους.
Ο φασισμός είναι παιδί του καπιταλισμού και αδελφός του νεοσυντηρητισμού όσο και του νεοφιλελευθερισμού. Επί της ουσίας φασίστες, νεοσυντηρητικοί και νεοφιλελεύθεροι, έχουν παραπλήσιες αντιλήψεις για την κοινωνία, όσο και αν επιφανειακά διαφέρουν. Θέλουν μια ζούγκλα, όπου οι αδύναμοι καλώς μένουν απροστάτευτοι και οι ισχυρότεροι δίκαια τα παίρνουν όλα. Όλοι τους συμμερίζονται τη θεώρηση του κοινωνικού δαρβινισμού που είχαν αναπτύξει, μαζί με τα δόγματα του βιολογικού ρατσισμού, επιστήμονες και πολιτικοί στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, δίπλα σε φιλελεύθερους όπως ο φιλόσοφος Χέρμπερτ Σπένσερ, που κατακεραύνωναν κάθε υποψία αλληλεγγύης και υποστήριζαν ότι η ανθρωπότητα βελτιώνεται όταν εξοντώνονται οι αδύνατοι. Δέχονται πως ορθά ή αναπόφευκτα το κεφάλαιο καταστρέφει τους «απροσάρμοστους», αντικαθιστώντας έτσι τους μηχανισμούς επιλογής που υπάρχουν στη φύση. Η αυτοάμυνα των θυμάτων αντιστρατεύεται την ιστορική εξέλιξη και ακόμη και την ηθική.
Οι διανοητικοί πρόδρομοι του φασισμού συμφωνούσαν μ’ αυτές τις απόψεις, συχνά τονίζοντας τις ρατσιστικές τους διαστάσεις. Για τους φασίστες η αέναη μάχη επικράτησης δίνεται από φυσικοποιημένες συλλογικότητες, όπως η φυλή και το έθνος, και όχι ανάμεσα σε άτομα όπως θεωρούν συνήθως οι φιλελεύθεροι. Πεδίο της είναι κυριολεκτικά ο πόλεμος αντί της αγοράς, την οποία εμπιστεύονται οι τελευταίοι. Ωστόσο, η ουσία δεν αλλάζει στις δυο περιπτώσεις. Ο καπιταλιστικός πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν γίνεται απλώς δεκτός ως αναπόδραστο δεδομένο, αλλά δοξολογείται σαν δήθεν δίκαιος και ορθός.
Ο φασισμός φυσικά δεν έχει και ποτέ δεν είχε σχέση με την αριστερά. Πάντοτε καταδιώκει τη συλλογική αυτοοργάνωση των εργαζόμενων, στην οποία ποντάρει η αριστερά. Ισότητα κι ελευθερία είναι αναθέματα γι’ αυτόν, αλληλεγγύη και αδελφοσύνη λέξεις ακατανόητες. Επιβίωση δεν σημαίνει συλλογικότητα και συνεργασία, αλλά να κανιβαλίζεις άλλους ώσπου να έρθει η ώρα που θα κανιβαλιστείς και εσύ.
Τα φασιστικά καθεστώτα προωθούν βίαια τα συμφέροντα των εργοδοτών, τα οποία συγκλίνουν με τα συμφέροντα του φασισμού έστω και αν δεν ταυτίζονται πάντοτε μαζί τους. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής καταβαραθρώνεται το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων κι επιβάλλονται στην οικονομία οι προτεραιότητες του φασισμού, που συμπεριλαμβάνουν την προετοιμασία πολέμου.
Ο οικονομικός σχεδιασμός και τα κεϋνσιανού τύπου μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης που επέβαλαν περιστασιακά φασιστικές κυβερνήσεις δεν είχαν τίποτε το αριστερό ή φιλολαϊκό, κινούνταν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Το φασιστικό κράτος παρενέβαινε συστηματικά για να δώσει τα πάντα στους καπιταλιστές και να εφαρμόσει παντού τους κανόνες της αγοράς, οργάνωνε δηλαδή την καταλήστευση των πολλών και τον κατακερματισμό των συλλογικοτήτων τους. Μάλιστα, επέβαλε πρώτο πολλές πολιτικές τις οποίες συνδέουμε σήμερα με τον φιλελευθερισμό.
Πρωτοπόρος των λεγόμενων ιδιωτικοποιήσεων ήταν εξαρχής η Ιταλία του Μουσολίνι, ενώ και η χιτλερική Γερμανία ακολούθησε κατά πόδας. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα από την ίδρυσή της είναι ταγμένη να εφαρμόζει τη χρηματοπιστωτική πολιτική που είχε επεξεργαστεί ο Γιάλμαρ Σαχτ, φιλελεύθερος υπουργός Οικονομικών του Τρίτου Ράιχ και διοικητής της κεντρικής του τράπεζας. Αντί να δανείζει το κράτος, όπως έκαναν οι κεντρικές τράπεζες από τις απαρχές της εμφάνισής τους, η ΕΚΤ δανείζει αποκλειστικά σε καπιταλιστικές τράπεζες, οι οποίες έπειτα δανείζουν στο κράτος όσα θέλουν, όποτε θέλουν και με όποιο επιτόκιο θέλουν. Έτσι ελέγχουν την κρατική πολιτική και ανατρέπουν τις απείθαρχες κυβερνήσεις. Αυτό είναι το Δόγμα Σαχτ.
Ο ρατσισμός και ο μισογυνισμός είναι επίσης κομάτια της καπιταλιστικής κανονικότητας και όχι φασιστικές ιδιοτροπίες. Όποια και αν είναι η επίσημη ρητορική, στην πράξη το καπιταλιστικό κράτος πάγια τους ενισχύει, όπως διαπιστώσαμε κι εμπειρικά στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Έχει λειτουργικούς λόγους για αυτό. Κρατώντας τους εργαζόμενους φτωχούς και διασπασμένους διασφαλίζει την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και κατεξοχήν την κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων. Πάγια επίσης στηρίζει και προστατεύει τις φασιστικές οργανώσεις, ακόμη και όταν αυτές ασκούν τρομοκρατία.
Ανάλογα λειτουργούν και τα καπιταλιστικά μέσα ενημέρωσης. Η δεξαμενή του φασισμού, δηλαδή ο ευρύς χώρος που ενστερνίζεται τη φασιστική συνθηματολογία χωρίς να συμμετέχει σε φασιστικές κινητοποιήσεις, αρδεύεται επιμελέστατα την τελευταία τριακονταετία όχι μόνον από τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και από τη νομοθεσία και τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλων των κρατών που την απαρτίζουν. Για παράδειγμα, η ρατσιστική μεταχείριση των μεταναστών και των προσφύγων  από το κράτος, η οποία ακολουθεί κοινοτικές οδηγίες, τροφοδοτεί το ρατσισμό, και όχι το αντίστροφο. Αυτό δεν συμβαίνει κατά τύχ
8
Μεταφορά πόρων από τους πολλούς στους λίγους
Ο φασισμός επιδιώκει να συγκροτήσει μαζική βάση

Τις κύριες εκδοχές του φασισμού εξέτασε συγκριτικά ο φιλελεύθερος αμερικανός ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον, προσπαθώντας αρκετά διαλεκτικά να δει «τον φασισμό σε δράση», ως μια σειρά διαδικασιών που εκτυλίσσονται ιστορικά. Ο Πάξτον παρακολουθεί τις πρωτεϊκές μεταλλάξεις των φασιστών καθώς αυτοί προσαρμόζονται – ή αποτυχαίνουν να προσαρμοστούν – για να καταλάβουν τον διαθέσιμο πολιτικό χώρο.
Τονίζει πως ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, αλλά πολιτική πρακτική που τροποποιεί ή παραβιάζει κατά βούληση τις ιδέες τις οποίες επαγγέλλεται. Από τα μοτίβα της παρακμής, της ταπείνωσης ή της θυματοποίησης της εθνικής κοινότητας παράγει μια αντισταθμιστική λατρεία της ενότητας, της ρώμης και της καθαρότητας. Στα φασιστικά καθεστώτα ένα μαζικό κόμμα με βάση στρατευμένους εθνικιστές, σε συνεργασία με παραδοσιακές ελίτ, καταλύει τις δημοκρατικές ελευθερίες και προωθεί, χρησιμοποιώντας βία δίχως ηθικούς ή νομικούς φραγμούς, στόχους εσωτερικής εκκαθάρισης, αλλά κι εξωτερικής επέκτασης.
Συμπερασματικά, ο φασισμός είναι κομάτι της άκρας δεξιάς και όχι χωριστός πολιτικός χώρος. Οι φασίστες προωθούν το ίδιο κοινωνικό και πολιτικό πρόγραμμα που προωθεί και η υπόλοιπη άκρα δεξιά, μολονότι χρησιμοποιούν διαφορετικές πρακτικές στήνοντας μαζικό κίνημα και δοξολογώντας τη βία. Όλοι αυτοί μαζί επιδιώκουν τη μαζική και συστηματική μεταφορά πόρων και εξουσίας από τους πολλούς στους λίγους, από τους αδύναμους στους δυνατούς, από τους φτωχούς στους πλούσιους. Συνοπτικά, παίρνουν από τους προλετάριους και τους μικροαστούς για να δώσουν στους καπιταλιστές, ή αλλιώς στο 1%, ή στους ολιγάρχες. Κάθε τέτοια πολιτική απαλλοτριωτικής συσσώρευσης, εξ ορισμού και αυτονόητα ακροδεξιά, δεν αρπάζει απλώς πόρους, αλλά και ανατρέπει τους συσχετισμούς δυνάμεων σε βάρος των λαών, σφυροκοπώντας τις δημοκρατικές κατακτήσεις που απέσπασαν παλεύοντας από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης τα μαζικά κινήματα και οι πολιτικές οργανώσεις.


Τι είναι και τι σημαίνει απαλλοτριωτική συσσώρευση

Τι είναι η απαλλοτριωτική συσσώρευση; Σε αδρές γραμμές πρόκειται για μια διαδικασία ταχύρρυθμης συσσώρευσης κεφαλαίου, συχνή στις ιστορικές απαρχές του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά και μέχρι σήμερα στην περιφέρειά του. Συμπεριλαμβάνει την  έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης, την οποία ανίχνευσε ο Μαρξ στην αφετηρία των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Πώς φτιάχνονται ιστορικά, ρώτησε, από τη μια μεριά οι καπιταλιστές και από την άλλη οι προλετάριοι; Πώς δημιουργείται η ταξική σχέση του κεφαλαίου; Πώς μπορεί ο καπιταλιστής να διαθέτει αρκετό κεφάλαιο για ν’ αγοράζει μέσα παραγωγής και μαζί την εργασία των προλετάριων, οι οποίοι αναγκάζονται να τού πουλούν την εργασία τους; Με μέσα όπως η κατάχτηση, η υποδούλωση, ο φόνος μετά ληστείας, με δυό λόγια με τη βία, απαντούν τρία περίφημα κεφάλαια στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου.
Στο πλαίσιο της απαλλοτριωτικής συσσώρευσης, ο καπιταλισμός αρπάζει μαζικά ή καταστρέφει πόρους που προηγουμένως ήταν ελεύθεροι ή μπορούσαν να τους χρησιμοποιούν (και) οι εργαζόμενοι. Έτσι ανοίγει δρόμο για έναν νέο κύκλο συσσώρευσης κεφαλαίου κι επομένως μπορεί να επιβιώσει, ν’ αναπαραχθεί και να εξαπλωθεί. Το ιστορικό βάθος της έννοιας και τα θεωρητικά προβλήματα που συνδέονται μ’ αυτήν τη διαδικασία παρουσιάζονται με ενάργεια σε έργα όπως του Ντέηβιντ Χάρβεϋ, της Σίλβιας Φεντερίτσι και του Τζωρτζ Καφέντζη. Τα στάδια και οι επιμέρους στοχεύσεις της αναλύονται επίσης από τη σκοπιά του εχθρού, ο οποίος στη δική του γλώσσα σήμερα την ονομάζει «δομική προσαρμογή».
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα απαλλοτριωτικής συσσώρευσης ζούμε στην Ελλάδα από το 2010.

ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΠΡΙΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου