Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Ο ορίζοντας «μαυρίζει» και διεθνώς και στην Ελλάδα




Του Πάνου Κοσμά  
  

 Προεόρτια διεθνούς ύφεσης, ταξικός ρεβανσισµός  από τον Μητσοτάκη, ελληνο-τουρκικός ανταγωνισµός για τις ΑΟΖ, τουρκική εισβολή στη Συρία «Στην επόμενη κρίση, η Λαγκάρντ (σ.σ. αντικαταστάτρια του… σεβασµιότατου φιλέλληνα κ. Ντράγκι στο τιµόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) δεν θα είναι σε θέση να κάνει μόνη της εκείνο που θα είναι απαραίτητο. Καλύτερα οι κυβερνήσεις να ξεπεράσουν αυτήν την αδράνεια τώρα, παρά να προσπαθήσουν να το πράξουν κατά τη διάρκεια μιας νέας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η οποία θα μπορούσε να δοκιμάσει τα όρια του ευρωπαϊκού σχεδίου μέχρι καταστροφής». Σε αυτό το συµπέρασµα καταλήγει άρθρο παρέµβασης µε τον ηχηρό τίτλο «∆ιορθώστε τη δοµή του ευρώ – η Ευρώπη δεν θα αντέξει µια νέα δοµική κρίση» η Συντακτική Οµάδα του Bloomberg Opinion. Μα για ποια «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» και για ποια «δοµική κρίση» γίνεται λόγος, όταν το ελληνικό ∆ηµόσιο δανείστηκε εντελώς πρόσφατα από τις αγορές, για πρώτη φορά στην ιστορία του, µε αρνητικό επιτόκιο (-0,02%) σε δηµοπρασία τρίµηνων εντόκων γραµµατίων; Θα µπορούσε βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι δεν είναι λογικό «κοτζάµ» Συντακτική Οµάδα του Bloomberg να κινδυνολογεί άνευ λόγου. Θα µπορούσε επίσης να προσθέσει ότι δεν είναι λογικό να κινδυνολογούν επίσης πληθώρα αναλυτών ή και επίσηµες εκθέσεις των πλέον καθαρόαιµων εκπροσώπων της αγοράς, προβλέποντας όχι απλώς επερχόµενη ύφεση σε ΗΠΑ και Ευρώπη (σε συνδυασµό µε τη µόνιµη κατάσταση τέλµατος της ιαπωνικής και συνεχόµενης επιβράδυνσης της κινεζικής οικονοµίας) αλλά και «Αρµαγεδδώνα» στις αγορές, που θα πυροδοτήσει µια κρίση ανάλογη ή και χειρότερη του 2008. Όµως πρέπει να εξετάσουµε τα πράγµατα σοβαρότερα και να µην αρκεστούµε σε ρεπορταζιακού τύπου συνειρµούς.

Καπιταλιστικός παραλογισµός

 Ότι κάποια funds δάνεισαν το ελληνικό ∆ηµόσιο για ένα τρίµηνο µε αρνητικό επιτόκιο, σηµαίνει ότι η διεθνής οικονοµική κατάσταση είναι τόσο δύσκολη και «περίεργη», ώστε υπάρχουν κεφάλαια που µπορούν να εµπιστευτούν τα χρήµατά τους ακόµη και στο ουσιαστικά χρεοκοπηµένο (µε χρέος περί το 180% του ΑΕΠ) ελληνικό ∆ηµόσιο όχι µόνο χωρίς να ζητήσουν τόκο αλλά και πληρώνοντάς το κι από πάνω! Το παράδοξο είναι διεθνές: οι αποδόσεις των κρατικών οµολόγων έχουν κατακρηµνιστεί. Πρακτικά, αυτό σηµαίνει ότι η τιµή αγοράς των οµολόγων έχει ανέβει «αφύσικα» ενώ ταυτόχρονα έχουν µειωθεί τα επιτόκιά τους εξίσου «αφύσικα». Σε 17 δισ. δολάρια υπολογίζονται τα κεφάλαια που έχουν τοποθετηθεί σε κρατικά οµόλογα µε αρνητική απόδοση – 17 δισ. δόθηκαν για «φύλαξη» και οι επενδυτές πλήρωσαν και από πάνω!  Αλλά και σε όσα οι αποδόσεις δεν είναι αρνητικές, είναι πάντως πολύ χαµηλές. Γιατί εξασκηµένοι και ξεσκολισµένοι επενδυτές κάνουν σε τέτοια κλίµακα ασύµφορες τοποθετήσεις; Γιατί απλούστατα αυτού του είδους οι ασύµφορες τοποθετήσεις είναι προτιµότερες από άλλες, που µοιάζουν πιο επικίνδυνες.    Πρόκειται για ένα είδος καπιταλιστικού παραλογισµού – και από αυτή την άποψη τίποτε το πρωτότυπο. Ωστόσο, πίσω από αυτή την κορυφή του «παγόβουνου» κρύβεται ένα όχι απλώς πρωτότυπο αλλά και πρωτοφανές καπιταλιστικό νοµισµατικό πείραµα.
  Ένας πλανητικός µηχανισµός ελέγχου στα πρόθυρα να χάσει τον έλεγχο…
Στην τελευταία πενταετία του προηγούµενου αιώνα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, παρατηρήθηκε το µεγαλύτερο αναπτυξιακό «µπουµ» ύστερα από τη µεγάλη δοµική κρίση του 1973-’74. Με ρυθµούς ανάπτυξης περί το 4% και ανεργία σε πολύ χαµηλά επίπεδα, «απειλήθηκε» προς στιγµήν µια οιονεί επανάληψη του µεταπολεµικού µοντέλου – έστω και σε κατώτερο επίπεδο. ∆ηλαδή µια «ανάλογη» αύξηση των µισθών και της κατανάλωσης, στα όρια που επέτρεπαν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας. Η αντίδραση της αστικής τάξης των ΗΠΑ, απόλυτα συνειδητή, έκλεισε αυτό το δρόµο. ∆εν είχε καµία διάθεση να διακινδυνεύσει την ανατροπή της λιτότητας ως στρατηγικής επιλογής. Η στροφή στο νεοφιλελευθερισµό, µε πρωτεργάτες την Θάτσερ και τον Ρίγκαν, που επιβλήθηκε «διά πυρός και σιδήρου» υποτάσσοντας πλήρως και τη σοσιαλδηµοκρατία, δεν ήταν επιλογή ανάγκης, επιλογή ευκαιριακή µέχρι να αποκατασταθούν οι ρυθµοί ανάπτυξης και να υπάρξει επιστροφή στον µεταπολεµικό κεϊνσιανισµό. Ήταν ιστορική ευκαιρία για το κεφάλαιο για να εγκαθιδρύσει την απρόσκοπτη κυριαρχία του πάνω στις δυνάµεις της εργασίας. Η νίκη του δυτικού ιµπεριαλισµού στον Ψυχρό Πόλεµο εµπέδωσε αυτή την επιλογή και µε γεωπολιτικό «τσιµέντο». Πώς όµως θα µπορούσε να συνεχιστεί το αναπτυξιακό «µπουµ» του 1995-2000 µε την κατανάλωση καθηλωµένη ή έστω πολύ περιορισµένη από τη λιτότητα, σε κοινωνίες που οι µισθωτοί αποτελούν πάνω (και συχνά πολύ πιο πάνω) από το 70% του ενεργού πληθυσµού; Τον γρίφο έλυσε η «χρηµατιστικοποίηση», εισάγοντας τους όρους για να αποθεωθεί η κατανάλωση µε δανεικά. Για να συµβεί αυτό, το χρήµα έπρεπε να γίνει φτηνό, εύκολα προσβάσιµο και άφθονο – έχουµε και στην Ελλάδα ιδία εµπειρία από το πώς οι τράπεζες κυνηγούσαν πελάτες προσφέροντας κάρτες και δάνεια σχεδόν «άνευ όρων». Τι είδους χρήµα ήταν αυτό; Ένα µέρος της αποταµίευσης νοικοκυριών, που ανακυκλωνόταν σε λιγότερο «εύρωστα» νοικοκυριά, αλλά και µεγάλο µέρος της υπεραξίας που επενδυόταν µε τη µορφή δανείων στις κατώτερες τάξεις! Τα υπερκέρδη, που οι πολιτικές της λιτότητας «απαγόρευσαν» να γίνουν µισθοί, έγιναν δάνεια για τις κατώτερες τάξεις. Αυτά ήταν τα -ταξικότατα και καθόλου «τεχνικά»- θεµέλια της περιλάλητης χρηµατιστικοποίησης. Παράλληλα και ενώ η κατανάλωση µε δανειακά αποθεώθηκε σε τέτοιο βαθµό, ώστε τα δάνεια των νοικοκυριών να ξεπεράσουν στη ∆ύση το 100% του ΑΕΠ των χωρών (στις ΗΠΑ και σε πολλές χώρες της Ευρώπης κατά πολύ), άλλαξε και αναδοµήθηκε άρδην όλο το σύστηµα δανεισµού, δηλαδή ο χρηµατοπιστωτικός τοµέας στο σύνολό του: απαγορεύτηκε ο δανεισµός του ∆ηµοσίου από τις κεντρικές τράπεζες των χωρών, το ∆ηµόσιο εξαναγκάστηκε να στραφεί σε δανεισµό σχεδόν αποκλειστικά από τις αγορές, τα συνταξιοδοτικά ταµεία και οι φορείς του ευρύτερου δηµόσιου τοµέα αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόµο. Αναπόφευκτα, καθώς η ποικιλία των δανειακών «επενδυτικών» προϊόντων αυξανόταν διαρκώς, δηµιουργήθηκαν η πρωτογενής και δευτερογενής αγορά οµολόγων (κρατικών και εταιρικών), τα χρηµατιστήρια οµολόγων. Στο τέλος, και σαν κορωνίδα όλων, τα παράγωγα –  µηχανισµός χωρίς τον οποίο δεν θα ήταν εφικτή η σταθεροποίηση του οικοδοµήµατος της «χρηµατιστικοποίησης». Ποιος εγγυούνταν για την ασφάλεια των τοποθετήσεων τεράστιων ποσών σε τέτοιου είδους προϊόντα; Οι περιβόητοι οίκοι αξιολόγησης µε τις εκθέσεις τους και τη βαθµολόγηση του αξιόχρεου κρατών και επιχειρήσεων, το ∆ΝΤ κ.λπ. Με ποια κριτήρια; Καθώς περνούσαν τα χρόνια, όλο και περισσότερο πολιτικά! Αν δει κανείς τέτοιες εκθέσεις, θα διαπιστώσει ότι κρίνουν κυρίως το βαθµό προσαρµογής των επιχειρηµατικών και κρατικών πολιτικών στις νεοφιλελεύθερες νόρµες και στην καπιταλιστική «κανονικότητα». Μέσα από αυτή τη διαδικασία, τα θεµελιώδη οικονοµικά δεδοµένα παραγνωρίζονται ή υποβαθµίζονται. Η άνοδος του αξιόχρεου του ελληνικού κράτους ως την επενδυτική βαθµίδα δεν γίνεται µε βασικά κριτήρια ας πούµε το χρέος και το ΑΕΠ, αλλά το βαθµό εµβάθυνσης των νεοφιλελεύθερων µεταρρυθµίσεων (από το βαθµό περιστολής των κρατικών δαπανών και ιδιαίτερα των «αντιπαραγωγικών», δηλαδή των κοινωνικού χαρακτήρα, µέχρι τις ιδιωτικοποιήσεις κ.λπ.). Πάνω που οι νεοφιλελεύθεροι «θεοί», όπως ο πρώην επικεφαλής της αµερικανικής οµοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας (FED) κ. Γκρίνσπαν θεώρησαν ότι δηµιούργησαν τον νέο, νεοφιλελεύθερο κόσµο, ήρθε η κρίση του 2008 – µε µαρξιστικούς όρους η εκδίκηση της θεωρίας της αξίας. Για να την αντιµετωπίσουν, οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου προχώρησαν σε ένα πρ4ωτοφανές στην καπιταλιστική ιστορία νοµισµατικό πείραµα. Όχι απλώς µηδένισαν τα επιτόκια, αλλά πληµµύρισαν την αγορά µε τρισεκατοµµύρια (πολύ πάνω από 10 τρισ. δολάρια) φτηνού χρήµατος αγοράζοντας οµόλογα κρατών αλλά και εταιρειών. Ξανάστησαν έτσι στα πόδια του, πιο τερατώδες αλλά και πιο ασταθές, το µοντέλο συσσώρευσης που µπήκε σε κρίση το 2008. Για να το πετύχουν, οδήγησαν τη «χρηµατιστικοποίηση» ως τον παραλογισµό: τα µηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια, ψαλιδίζουν τα κέρδη των τραπεζών και οδηγούν ακόµη και «σοβαρά» επενδυτικά ταµεία στην αναζήτηση καλύτερων αποδόσεων µέσα από επενδύσεις υψηλού ρίσκου. Με αυτόν τον παραλογισµό όµως καθηλώνονται χαµηλά οι δαπάνες εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους (που στα χρόνια ύστερα από την κρίση του 2008 και ως αποτέλεσµα της κοινωνικοποίησης των ζηµιών των τραπεζών και ιδιαίτερα του τραπεζικού τοµέα) αυξήθηκε πάνω από 20 εκατοστιαίες µονάδες στις βασικές χώρες του δυτικού ιµπεριαλισµού. Από την άλλη, τα χαµηλά επιτόκια και οι ασήµαντες αποδόσεις των οµολόγων, δεν µπορούσαν να διατηρηθούν χωρίς την αποθέωση των χρηµατιστηρίων. Τα χρηµατιστήρια έσπασαν τα ιστορικά υψηλά ξανά και ξανά πέρα από κάθε έννοια αντιστοιχίας µε τα θεµελιώδη οικονοµικά µεγέθη (κέρδη και ρυθµοί ανάπτυξης). Ακόµη και όταν ο καπιταλιστικός κόσµος µπήκε σε έναν νέο ανοδικό οικονοµικό κύκλο (στις ΗΠΑ από το 2010-2011, στην Ευρώπη από το 2012-2013), τα επιτόκια αυξήθηκαν «µετά φόβου θεού» (στις ΗΠΑ έφτασαν στο 2,5%, πριν αρχίσουν να µειώνονται ξανά πρόσφατα, στην Ευρώπη έµειναν λίγο πάνω από το µηδέν), όταν στον αναπτυξιακό κύκλο πριν το 2008 είχαν φτάσει µέχρι το 6%. Τέτοιας πρωτοφανούς έκτασης φτηνό χρήµα δεν στάθηκε ικανό να δώσει παρά ισχνούς (στην ΕΕ) µέχρι µέτριους (στις ΗΠΑ) ρυθµούς ανάπτυξης, ενώ διαπιστώνεται ένα στρατηγικό πρόβληµα χαµηλής παραγωγικότητας, ενώ η υποθήκευση της καταναλωτικής ικανότητας των νοικοκυριών από το δυσβάστακτο βάρος των δανείων και τη λιτότητα (που παραµένει και κατά περίπτωση βαθαίνει) γίνεται χρόνια, ενώ τα επίπεδα του κρατικού χρέους συντηρούν το φόβο διεθνούς κρίσης χρέους κ.λπ. κ.λπ. 

 Ο φόβος ενός νέου «2008» και η αποσάθρωση της «παγκοσµιοποίησης»

Οι παθογένειες και οι παραλογισµοί που συνοδεύουν πλέον τη «χρηµατιστικοποίηση» διεκτραγωδούνται από τους ίδιους τους αναλυτές των καπιταλιστικών θεσµών και των επενδυτικών funds. Οι προβλέψεις για νέα µεγάλη χρηµατιστηριακή κρίση ή και δοµική καπιταλιστική κρίση δίνουν και παίρνουν. Ωστόσο, µέχρι σήµερα ο τερατώδης µηχανισµός χειραγώγησης και κανονικοποίησης που οικοδοµήθηκε στα χρόνια µετά το 1990 έχει ακόµη τον έλεγχο. Για πόσο ακόµη; Αυτό είναι το αγωνιώδες ερώτηµα. Το οποίο γίνεται ακόµη πιο αγωνιώδες καθώς ο διεθνής ανοδικός οικονοµικός κύκλος ξεπέρασε το ανώτερο σηµείο και άρχισε η επιβράδυνση. Οι προβλέψεις για επερχόµενη ύφεση σε ΗΠΑ και Ευρώπη (η Ιαπωνία είναι σε µόνιµο τέλµα οικονοµικής στασιµότητας εδώ και τρεις δεκαετίες – εξ ου και ο όρος «ιαπωνοποίηση») γίνονται µήνα µε το µήνα, τρίµηνο µε το τρίµηνο όλο και πιο αξιόπιστες. Και ο µεγάλος φόβος είναι τούτος: ότι η ύφεση θα πυροδοτήσει τις αντιφάσεις της «χρηµατιστικοποίησης» (που έχουν οξυνθεί µέχρις παραλογισµού) µε τέτοιον τρόπο ώστε ο τερατώδης πλανητικός µηχανισµός ελέγχου και κανονικοποίησης θα χάσει τον έλεγχο και θα οδηγηθούµε σε ένα νέο -και ακόµη ποιο επώδυνο- 2008. Οι θρήνοι των οπαδών της «παγκοσµιοποίησης» (δηλαδή της συντονισµένης και κατά το δυνατόν συναινετικής ιµπεριαλιστικής διαχείρισης των παγκόσµιων υποθέσεων), οι θρήνοι για τον εµπορικό πόλεµο και το Brexit, δεν εδράζονται στα στενά οικονοµικά τους αποτελέσµατα, αλλά ακριβώς σε αυτόν τον δικαιολογηµένο φόβο: ότι µπορεί να τινάξουν στον αέρα τον καπιταλιστικό µηχανισµό κανονικοποίησης και ελέγχου – και να έρθει ο Αρµαγεδδώνας του πανικού και µιας καταστροφικής έκρηξης όλων των αντιφάσεων. Αυτό είναι το κεντρικό ερώτηµα και η κεντρική διακύβευση της διεθνούς συγκυρίας, το κλειδί για να αναλύσουµε τις διεθνείς αλλά και εγχώριες προοπτικές. Και το ερώτηµα αυτό δεν υπάρχουν προφητικές απαντήσεις. ∆εν µπορούµε να ξέρουµε το «πότε ακριβώς», παρόλο που η επερχόµενη ύφεση θέτει και έναν γενικό χρονικό προσδιορισµό µέχρι και τα τέλη του 2020. ∆εν µπορούµε, πολύ περισσότερο, να ξέρουµε το «πόσο» και «πώς» – θα εξαρτηθεί από το βάθος της ύφεσης και από το πόσο ανθεκτικός θα αποδειχτεί ο µηχανισµός κανονικοποίησης και ελέγχου, που οι επιδόσεις του έχουν ήδη διαψεύσει πολλές αρνητικές προβλέψεις. Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο: όλοι οι καπιταλιστικοί φορείς και όλα τα καπιταλιστικά κράτη ετοιµάζονται να υποδεχτούν το «απευκταίο πλην αναπόφευκτο» µε επανεθνικοποίηση των πολιτικών και µε όξυνση των ανταγωνισµών. Καθώς η µετά το 2008 διεθνής ανάκαµψη «κατέβηκε επίπεδο» σε σχέση µε την περίοδο πριν το 2008, δεν ήταν αρκετή ούτε για να επουλώσει πληγές ούτε για να αποδιώξει το φόβο µιας νέας κρίσης στη µεσοπρόθεσµη διάρκεια. Από την άλλη, η στρατηγική του νεοφιλελευθερισµού να µεταφέρει επενδύσεις στην περιφέρεια της φτηνής εργατικής δύναµης (Κίνα, Ινδία κ.λπ.) επιτάχυνε τη διαβρωτική και «ανατρεπτική» επίδραση της ανισόµερης ανάπτυξης, γεννώντας νέες ιµπεριαλιστικές δυνάµεις (Κίνα) και αµφισβητώντας τα παγκόσµια πρωτεία των ΗΠΑ και της ∆ύσης συνολικότερα. Στο συνδυασµό τους, αυτά τα δύο εξηγούν απόλυτα γιατί το πάλαι ποτέ ενιαίο δυτικό ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, γιατί γενικεύεται ο ενδοϊµπεριαλιστικός ανταγωνισµός, γιατί ο «τραµπισµός» βρίσκει διαρκώς νέους µιµητές, γιατί όλα αυτά περνούν σε όλη την έκταση της ιµπεριαλιστικής αλυσίδας, γιατί ο εµπορικός πόλεµος µε τις εξάρσεις και τις υφέσεις του ωριµάζει µέχρι του σηµείου να µετατραπεί σε νοµισµατικό. Τα υπόλοιπα τα εξηγεί η καθαυτό πολιτική, δηλαδή η ταξική πάλη και οι όροι αναπαραγωγής της πολιτικής εξουσίας που κεφαλαίου στις διάφορες χώρες. Με τέτοιους όρους πρέπει να εξηγηθεί και το «γιατί ο Τραµπ κάνει ό,τι κάνει», «γιατί ο Ερντογάν κάνει ό,τι κάνει» (περιλαµβανόµενης της εισβολής στη Συρία) αλλά και «γιατί ο Μητσοτάκης κάνει ό,τι κάνει»…

 Μητσοτάκης: ταξικός ρεβανσισµός και ανταγωνισµός µε την Τουρκία

 Όσοι λένε ότι «ο Μητσοτάκης δεν έκανε και τίποτε φοβερό σε σχέση µε την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ» είναι δέσµιοι µιας µηχανιστικής λογικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί µια σοσιαλδηµοκρατικού τύπου αντιπολίτευση, ξενέρωτη και ξενερωτική για τον κόσµο του, υποθηκευµένη από τη µνηµονιακή κυβερνητική του προϊστορία. Για την ηγεσία του, το πέρασµα στην αντιπολίτευση δεν ενεργοποιεί κάποιου είδους «αριστερή στροφή» (οι σχετικές ελπίδες σηµαντικού τµήµατος των ψηφοφόρων του και αξιόλογου τµήµατος των µελών του αποδεικνύονται φρούδες), αλλά µια δεξιά µετατόπιση στην κατεύθυνση της περαιτέρω σοσιαλδηµοκρατικοποίησης. Στην ηγεσία του αξίζει λοιπόν η σκληρότερη κριτική τόσο για τη µνηµονιακή κυβερνητική του θητεία όσο και για τη µετεκλογική της πολιτική και επιλογές. Ωστόσο, και παρ’ όλα αυτά, η λογική της κυβερνητικής «συνέχειας» είναι εκτός τόπου και χρόνου. Αν η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πολιτική ταξικής προδοσίας, η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι πολιτική ενός µεθοδικά υλοποιούµενου και κλιµακούµενου ταξικού ρεβανσισµού. Με τον ΣΥΡΙΖΑ µάθαµε καλά τι πανωλεθρίες µπορεί να πάθει και τι ταξικές προδοσίες µπορεί να κάνει ένας αδύναµος και ξεδοντιασµένος ρεφορµισµός, πόσο σκληρές πολιτικές ενάντια στην εργασία µπορεί να υποχρεωθεί να εφαρµόσει. Με τη Ν∆ του Μητσοτάκη µαθαίνουµε ένα άλλο µάθηµα: πόσο µακριά µπορεί να φτάσει ο ταξικός ρεβανσισµός στο έδαφος της απογοήτευσης και της ήττας που δηµιουργεί η ταξική προδοσία. Αν στοχαστούµε πάνω στο τι έχει κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε µόλις τρεις µήνες, και µάλιστα σε συνθήκες που δεν υποχρεώνεται να κάνει πολύ ωµές διαχειρίσεις, θα αντιληφθούµε ότι η διαφορά δεν είναι κυρίως «ποσοτική» αλλά ποιοτική: πρόκειται για αλλαγή πλαισίου στην κυβερνητική πολιτική. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εντάσσεται, σαν «ήπια» -µέχρι στιγµής- εκδοχή, στο διεθνές ρεύµα της νέας δεξιάς που εκπροσωπεί µια πολιτική ιστορικού αναθεωρητισµού και ταξικού ρεβανσισµού. Το γεγονός ότι η πολιτική της παρουσιάζεται σαν «ήπια», οφείλεται σε τρεις παράγοντες: Έναν συγκυριακό: ότι απολαµβάνει το σύντοµο καλοκαίρι µιας ευνοϊκής οικονοµικής συγκυρίας που δεν οφείλεται τόσο στις επιδόσεις του ελληνικού καπιταλισµού όσο στον καπιταλιστικό παραλογισµό στον οποίο αναφερθήκαµε εκτενώς προηγούµενα. Έναν πολιτικό: ότι η κακόφηµη µνηµονιακή κυβερνητική θητεία του ΣΥΡΙΖΑ και οι µετεκλογικές επιλογές της του δίνουν τα περιθώρια να κυβερνά χωρίς αντιπολίτευση στη Βουλή, την ίδια στιγµή που η ήττα της Αριστεράς και του κινήµατος κρατάνε ακόµη πολύ αδύναµη την αντιπολίτευση στο δρόµο. Έναν «ιδεολογικό»: ότι η εµπέδωση χωρίς σοβαρές αντιστάσεις των πολιτικών ακραίας λιτότητας δηµιουργεί συνθήκες µετατόπισης του ιδεολογικού άξονα, έτσι ώστε ό,τι µέχρι πριν λίγα χρόνια θα θεωρούνταν ακραίο τώρα να θεωρείται «ήπιο».    Ωστόσο, αυτό το «καλοκαίρι» του «ήπιου» ταξικού ρεβανσισµού έχει ηµεροµηνία λήξης. Η εξωτερική ώθηση από τις εξελίξεις στη διεθνή οικονοµία αλλά και από τις εξελίξεις στο µέτωπο της Συρίας και του ανταγωνισµού για τις ΑΟΖ θα βάλουν τέλος σε αυτό το µικρό µεταβατικό διάστηµα. Όµως αυτό δεν θα είναι από µόνο του κατ’ ανάγκη λυτρωτικό, αν η Αριστερά και το κίνηµα δεν ανασυγκροτηθούν και προετοιµαστούν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου