Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2021

Η πανδημία ως αφετηρία και σταυροδρόμι γεωπολιτικών και εργασιακών αναδιατάξεων γράφει ο Κώστας Δημουλάς *

 


Τριάντα χρόνια μετά το 1989, που αποτέλεσε το κρίσιμο σταυροδρόμι για την περιθωριοποίηση των ιδεών του σοσιαλισμού σε μία ολόκληρη γενιά και οδήγησε στην παγκόσμια επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού όπως αυτός θεσμοθετήθηκε στους κανόνες διεθνούς εμπορίου του ΠΟΕ (1995), επανέρχεται στην επικαιρότητα το δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Ενώ μέχρι πρόσφατα οι όλο και συχνότερες κρίσεις ήταν διαχειρίσιμες και οδηγούσαν σε εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού χάρη στις ενέσεις αυταρχισμού και ρευστότητας, η τωρινή κρίση υγείας φαίνεται πως αποτελεί το κύκνειο άσμα του. Η σημερινή κρίση, κατά την άποψή μου, εντάσσεται στην ίδια ακολουθία γεγονότων με την κρίση του 2008-9 τα οποία αναδιατάσσουν τις γεωπολιτικές ισορροπίες και ενισχύουν τον ηγεμονικό ρόλο του κινέζικου τύπου καπιταλισμού σε βάρος των ΗΠΑ αναδιευθετώντας, ταυτόχρονα, τις σχέσεις εργασίας-κεφαλαίου (Φούσκας και Δημουλάς, 2015˙ Γκοκέι και Φούσκας, 2019˙ Tooze, 2019).

* Κώστας Δημουλάς Αναπληρωτής Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού του ΕΑΠ

* Πρώτη δημοσίευση  https://tetradia-marxismou.gr τεύχος 13 2020-2021


Οι γεωπολιτικές προεκτάσεις της υγειονομικής κρίσης

Η ικανότητα που επέδειξαν οι ΗΠΑ στη διαχείριση της κρίσης του 2008, χάρη στην πρωτοκαθεδρία του δολαρίου στο διεθνές εμπόριο και τις θεσμικές χρηματοδοτικές καινοτομίες της FED, είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και έγκριτοι αναλυτές όπως οι Leo Panitch και Sam Gindin (2012) να υποστηρίξουν ότι η παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ εμβαθύνει και ενισχύεται περαιτέρω. Ωστόσο, η τωρινή κρίση έρχεται ως η «Νέμεσις» απέναντι στην ύβρη των ευαγγελιστών της αγοράς1. Η τωρινή πανδημία (Covid-19) έδειξε, για άλλη μια φορά, πως οι παρασιτικοί και παθογόνοι οργανισμοί δεν γνωρίζουν σύνορα ούτε θεσμούς και δομές κυριαρχίας. Επιπλέον, είναι ευπροσάρμοστοι και ανθεκτικοί στις μεταβαλλόμενες κλιματικές και ανθρωπογενείς συνθήκες διαβίωσης στις μητροπόλεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η επέκτασή τους υποστηρίζεται, σθεναρά, από τον τρόπο που οργανώνεται η παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση αγαθών Διευκολύνεται, επίσης, από τις ταχύτατες μετακινήσεις μεγάλου αριθμού ανθρώπων που ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο την ημέρα μεταξύ των προηγμένων οικονομικά κρατών και το ένα εκατομμύριο την εβδομάδα μεταξύ ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών (Price-Smith, 2001,185). Φαίνεται όμως ότι στην παρούσα φάση του παγκόσμιου καπιταλισμού, όπως πριν 30 χρόνια, έκλεισε το μεταπολεμικό παράθυρο του «κράτους ευημερίας», τώρα ολοκληρώνεται ο κύκλος της απόλυτης κυριαρχίας των αντιβιοτικών και των φαρμακευτικών σκευασμάτων που διευκόλυναν την υποταγή της επιστήμης στα κελεύσματα της αγοράς.

Όπως προκύπτει από την ιστορία των επιδημιών, το περιβάλλον, το επικρατούν μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης και η διαθέσιμη ιατρική τεχνολογία/τεχνογνωσία ανήκουν στους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τις συνθήκες επώασης και πολλαπλασιασμού των παθογόνων οργανισμών (McNeill, 1976˙ Price-Smith, 2001˙ Garret, 1994).

Σύμφωνα με τους ιστορικούς των επιδημιών, το υγρό και θερμό περιβάλλον αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την επώαση και επέκταση των παθογόνων οργανισμών. Παραδοσιακά αυτές οι συνθήκες επικρατούν στα θερμά και υγρά κλίματα της Νότιας Ασίας (Κίνα, Ινδία κ.ά.), της Αφρικής και της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής. Αυτές οι περιοχές υπήρξαν, παραμένουν και θα συνεχίζουν να είναι πηγές προέλευσης μολυσματικών ασθενειών για την ανθρωπότητα. Η ραγδαία οικονομική τους μεγέθυνση, κατά την τελευταία τριανταετία, χάρη στις αχαλίνωτες άμεσες ξένες επενδύσεις από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Γερμανία και άλλα ανεπτυγμένα κράτη της ΕΕ, οδήγησε στη δημιουργία και γιγάντωση mega-μητροπόλεων και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και των συνθηκών υγιεινής στα γκέτο και τις συνοικίες των φτωχών. Επιπλέον, προκάλεσε την αποψίλωση των δασών προκειμένου να αυξηθεί η καλλιεργήσιμη έκταση με μονοκαλλιέργειες (π.χ. σόγια, καλαμπόκι) που διαλύουν τις προϋπάρχουσες αλυσίδες διατροφής και πολλά άγρια ζώα για να τραφούν, μετακινούνται προς τις παρυφές των μεγαλουπόλεων. Έτσι, διευκολύνεται η μετάλλαξη και μετάδοση πολλών παθογόνων παρασίτων στα οποία το ανθρώπινο είδος δεν διαθέτει ανοσία (Price-Smith, 2001).

Η άνιση-συνδυαστική οργάνωση μεγάλου μέρους της παραγωγής, κυκλοφορίας και κατανάλωσης, σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μετάδοσης παθογόνων οργανισμών και την επικράτηση πανδημιών σε πολύ σύντομο χρόνο μετά την πρώτη εμφάνισή τους. Η εκτίναξη του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου και η ομοιομορφία στην παραγωγή και κατανάλωση αγαθών από τη μία ώς την άλλη άκρη του πλανήτη. Όπως ήδη αναφέρθηκε παραπάνω, η παγκοσμιοποίηση επιτάχυνε με ιλιγγιώδη ρυθμό τις μετακινήσεις ανθρώπων και αγαθών και ως εκ τούτου και τις μετακινήσεις παθογόνων οργανισμών.

Εάν κατά τον Μεσαίωνα και μέχρι το 1950 που άρχισε η ανάπτυξη των αεροπορικών μεταφορών, οι ασθένειες μεταδίδονταν, κυρίως, μέσω του ναυτικού εμπορίου και των τρωκτικών που αυτά κουβαλούσαν ή και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, σήμερα η μετάδοση επιδημιών διευκολύνεται από τις μεγάλες ποσότητες προϊόντων που διακινούνται με τα κοντέινερ ολιγοπωλιακών ομίλων όπως της Maersk και της Cosco, αλλά και την περιστασιακή συνύπαρξη εκατομμυρίων ανθρώπων, κάθε μέρα, στα μεγάλα transit αεροδρόμια και τους κόμβους παγκόσμιας έλξης τουριστών.

Τέλος, από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (ΒΠΠ) (1943) και μέχρι τη δεκαετία του 1980, η ευρεία χρήση αντιβιοτικών και εμβολίων και η βελτίωση των συνθηκών υγιεινής (συστήματα ύδρευσης-αποχέτευσης-ποιότητα κατοικίας) χάρη στο κοινωνικό κράτος, περιόρισαν σημαντικά τις μολυσματικές ασθένειες και κάποιες εξαφανίστηκαν από τον ανεπτυγμένο κόσμο. Ωστόσο, η ένταση των ρυθμών μετανάστευσης για την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης που προκάλεσε η εντεινόμενη άνιση/συνδυαστική μεγέθυνση που επέβαλλε ο νεοφιλελευθερισμός και η ανάπτυξη ανοσίας στα αντιβιοτικά από την πλευρά των παθογόνων οργανισμών, επανέφεραν τον κίνδυνο επιδημιών που στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό θεωρούνταν εκλιπούσες.

Οι προαναφερόμενοι, ευνοϊκοί για τη διάδοση επιδημιών, παράγοντες ευνοούν πολλαπλά τις πανδημίες από ιούς τύπου SARS (όπως είναι ο Covid-19) εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους. Πρώτα απ’ όλα, ενώ μεταδίδονται μέσω του αέρα από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως και ο ιός της γρίπης, είναι πολύ πιο ανθεκτικοί και παραμένουν ζωντανοί και ως εκ τούτου, μεταδόσιμοι για αρκετές ώρες (αντί των δέκα περίπου λεπτών που επιβιώνουν οι άλλοι ιοί). Ειδικότερα ο Covid-19 επιβιώνει πάνω σε επιφάνειες για χρονικό διάστημα που ξεπερνά τις 24 ώρες και αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τον κάνει πολύ πιο μεταδοτικό2. Δεύτερο, οι ιοί τύπου SARS προσβάλλουν με οξύ τρόπο το αναπνευστικό σύστημα και τα ποσοστά θνησιμότητας είναι πολύ υψηλότερα από αυτά των άλλων ιών, ενώ στις ηλικίες άνω των 65 ετών η θνησιμότητα προσεγγίζει το 50% (Filder, 2004, 15). Στις ανεπτυγμένες χώρες το ποσοστό των ανθρώπων που είναι άνω των 65 ετών αγγίζει ή/και ξεπερνά το 20% του πληθυσμού. Χάρη στην πρόοδο της ιατρικής, τη διάδοση εργασιακών δραστηριοτήτων που δεν οδηγούν σε υψηλή σωματική καταπόνηση και τα συνταξιοδοτικά συστήματα, ζει αξιοπρεπώς παρά το υψηλό ποσοστό χρόνιων νοσημάτων. Σήμερα, όμως, οι πιθανότητες να νοσήσουν και να πεθάνουν από τον Covid-19 είναι πολύ υψηλές. Οι συνολικοί θάνατοι από την πανδημία στα ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη ενδέχεται ξεπεράσουν το 10% του συνολικού πληθυσμού εάν δεν ελεγχθεί έγκαιρα η μετάδοσή της.

Επίσης, πολλοί ασθενείς από τον Covid-19 είναι ασυμπτωματικοί και μεταδίδουν, άθελά τους, την ασθένεια στις ευάλωτες ομάδες των ηλικιωμένων και όσων πάσχουν από υποκείμενα νοσήματα, περιορίζοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων. Τρίτο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα φάρμακα ή εμβόλια για τη δημιουργία ανοσίας ή και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ασθένειας σε όσους νοσούν. Παρά τις εντατικές έρευνες για εξεύρεση εμβολίου, στο μέλλον θα μεσολαβούν διαστήματα χωρίς φαρμακευτική προστασία των ανθρώπων, καθώς οι πιθανότητες μεταλλάξεων και εμφάνισης και διάδοσης νέων ιών SARS είναι μεγάλες και ο κίνδυνος επαναλαμβανόμενων πανδημιών υψηλός3.

Η αδυναμία ελέγχου της διάδοσης του Covid-19, με τη χρήση των προηγμένων εργαλείων που διαθέτει ο ιατρικός κλάδος, οδήγησε στην υιοθέτηση, προ πολλού, ξεχασμένων πολιτικών που εφαρμόστηκαν από την αρχαιότητα και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν η διάδοση των εμβολίων και των αντιβιοτικών (μετά το 1943) επέτρεψαν τον έλεγχο και τον περιορισμό των επιδημιών χωρίς μέτρα επιτήρησης και περιορισμού της ελευθερίας μετακίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων. Σ’ αυτή τη συγκυρία, η ρυθμιστική πολιτική του ΠΟΥ αποκτά σημαντική γεωπολιτική αξία καθώς επιδρά καθοριστικά στις πολιτικές καραντίνας και απαγόρευσης κυκλοφορίας που εφαρμόζουν τα κράτη.

Η ρυθμιστική αρμοδιότητα του ΠΟΥ, έναντι των κρατών μελών του, ενισχύθηκε σημαντικά το 2003, όταν για την αντιμετώπιση της ελλιπούς πληροφόρησης που παρείχε η Κίνα και άλλες χώρες για τον SARS-Covid-2 θεσμοθετήθηκε η δυνατότητα συνεργασίας με μη κυβερνητικές οργανώσεις4 για τη συλλογή στοιχείων αναφορικά με τα κρούσματα των επιδημιών και τις επιπτώσεις τους και παραχωρήθηκε στην οργάνωση η αρμοδιότητα δημοσίευσης εκθέσεων και συστάσεων περιορισμού των μετακινήσεων για τον έλεγχο των επιδημιών, ανεξάρτητα από τη σύμφωνη γνώμη των κρατών μελών της που θίγονται από αυτά (Filder, 2004). Με αυτή την αρμοδιότητα επηρεάζει τη διακίνηση προϊόντων και ανθρώπων και διαμορφώνει τις συνθήκες παραγωγής και άντλησης υπεραξίας και αποδυναμώνεται ο ρόλος του διεθνούς επιθεωρητή που διατηρούν για τον εαυτό τους οι ΗΠΑ μέσω του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Η Κίνα, όμως, αποδείχθηκε άριστος μαθητής της εμπειρίας που αποκτήθηκε από τη διαχείριση της επιδημίας SARS του 2002-3. Με το ξέσπασμα της επιδημίας του Covid-19 στα τέλη του 2019 συμμορφώθηκε άμεσα με τους κανονισμούς και τις συστάσεις του ΠΟΥ περιορίζοντας σημαντικά τη διάδοσή του. Ο εκτεταμένος ρόλος του κράτους στην οικονομία και τα διαθέσιμα οικονομικά πλεονάσματα τής επέτρεψαν να διαχειριστεί αποτελεσματικά την οικονομική επιβράδυνση που προκλήθηκε από το lockdown περιορίζοντας ταυτόχρονα την έκταση της επιδημίας στην επικράτειά της (Horton, 2020, 87-88). Αντίθετα, οι ΗΠΑ και άλλα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα (π.χ. Ενωμένο Βασίλειο, Βραζιλία), απρόθυμα να χρηματοδοτήσουν κρατικές παρεμβάσεις και να αναλάβουν δράσεις που περιορίζουν το εμπόριο, επεδίωξαν να αξιοποιήσουν την πηγή προέλευσης της πανδημίας για να εντείνουν τον εμπορικό πόλεμο ενάντια στην Κίνα. Έτσι, οι επιδημίες και οι πολιτικές που υιοθετούνται για την αντιμετώπισή τους, αναδεικνύονται, για άλλη μία φορά, σε καθοριστικές παραμέτρους γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αναδιευθετήσεων των σχέσεων κεφαλαίου/ εργασίας (Filder, 2004˙ Horton, 2020: 32,38-39)

Τα μέτρα που έλαβαν, με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη καθοδήγηση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας, τα περισσότερα κράτη, για τον έλεγχο της πανδημίας μπορούμε να τα διακρίνουμε σε τρεις κατηγορίες:

α) Αυτά που στοχεύουν στον περιορισμό και τον έλεγχο της πανδημίας, β) αυτά του επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας στην υγεία και την επιβίωση των ανθρώπων και γ) τα μέτρα πολιτικής που υιοθετούνται για τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων των προηγούμενων μέτρων.

α) Πολιτικές περιορισμού και ελέγχου της πανδημίας

Τα μέτρα που αναφέρονται στον έλεγχο της πανδημίας –απουσία εμβολίου και αποτελεσματικών φαρμάκων– επικεντρώνονται στον περιορισμό της μεταδοτικότητας και περιλαμβάνουν πολιτικές απομόνωσης που έχουν εφαρμοστεί από την αρχαιότητα και μέχρι τον ΒΠΠ όπως είναι η καραντίνα, τα ειδικά κέντρα φροντίδας και εγκλεισμού όσων νοσούν. Περιλαμβάνουν επίσης μέτρα που εμφανίζονται για πρώτη φορά όπως είναι η επιτήρηση μέσω ψηφιακών εφαρμογών, διαγνωστικά τεστ στον γενικό πληθυσμό και πρωτόκολλα ιχνηλάτησης των επαφών των ασθενών αλλά και την υποχρεωτική διακοπή οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων και συνολική απαγόρευση της κυκλοφορίας (lockdown).

Η καραντίνα θεσμοθετήθηκε ως μέτρο περιορισμού των επιδημιών στη Ραγκούσα της Ιταλίας το 1465 και τη Βενετία το 1485 και μέχρι και το τέλος του 19ου αιώνα διαρκούσε 40 μέρες για τα πλοία που προσέγγιζαν τα λιμάνια της Ευρώπης προερχόμενα από χώρες με εξάρσεις επιδημιών. Περιόριζε αλλά δεν εξάλειφε την επιδημία αφού τα τρωκτικά (κυρίως ποντίκια) και οι ψύλλοι που ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση της πανούκλας κατέβαιναν στη «νέα στεριά» χρησιμοποιώντας τους κάβους των καραβιών (McNeil, 1976, 151). Παρεμπόδιζε, όμως, σημαντικά το «ελεύθερο εμπόριο» και όσες χώρες ή περιοχές είχαν ανεπτυγμένες διεθνείς εμπορικές συναλλαγές, όπως το Ενωμένο Βασίλειο ή το Αμβούργο, ήταν απρόθυμες να την εφαρμόσουν και την κατάργησαν τον 19ο αιώνα δίνοντας έμφαση σε μέτρα ατομικής προστασίας και βελτίωσης των υποδομών υγιεινής των μεγαλουπόλεων για την ανάπτυξη των οποίων πρωτοστάτησε ο μαθητής του Bentham, Chadwick (Baldwin, 2004: 529). Αντίθετα, χώρες με περιορισμένες εμπορικές σχέσεις, αυταρχικό πολιτικό καθεστώς και αδύνατο διοικητικό μηχανισμό, προτιμούσαν την επιβολή καραντίνας (Ackernecht, 1982˙ McNeil, 1976˙ Baldwin, 2004).

Ωστόσο, στον 21ο αιώνα που τα νεο-φιλελεύθερα καθεστώτα παρακμάζουν και ο διοικητικός τους μηχανισμός (επιτελικό κράτος) είναι αναποτελεσματικός και στηρίζεται στην ανάθεση σημαντικών τομέων του κράτους στην αγορά, τείνουν προς την περισσότερο ή λιγότερο ελεγχόμενη «ανοσία αγέλης», σε συνδυασμό με μέτρα που ενισχύουν την «οιονεί αγορά», παρά προς τα μέτρα ενίσχυσης της άμεσης κρατικής παρέμβασης και αύξησης των δημόσιων δαπανών για δημόσιες υποδομές υγείας. Αυτές οι πολιτικές, ενίοτε, συμπληρώνονται από μέτρα επιλεκτικής καραντίνας που επικεντρώνονται στην απομόνωση και την απαγόρευση εισόδου και διακίνησης προϊόντων και ανθρώπων από συγκεκριμένες περιοχές που εμφανίζουν υψηλό επιδημιολογικό φορτίο (Horton, 2020, 36-37).

Μπροστά στην απροθυμία περιορισμού της ελεύθερης αγοράς από τα κράτη, η επιτήρηση μέσω ψηφιακών εφαρμογών, τυχαίων διαγνωστικών τεστ και πρωτοκόλλων ιχνηλάτησης των επαφών των ασθενών, είναι ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικά εργαλείο για την εξειδίκευση και στοχοθέτηση των μέτρων περιορισμού της πανδημίας. Αυτά τα μέτρα, όμως, περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα όταν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα όπως στην Ν. Κορέα, την Κίνα και στους ναυτεργάτες στο λιμάνι της Αμβέρσας και ενδέχεται να οδηγήσουν σε έλεγχο των προσωπικών δεδομένων πολιτών και εργαζομένων (Ponce Del Castillo, 2020).

Παράπλευρος κίνδυνος αυτών των μεθόδων είναι, επίσης, η εκδήλωση φαινομένων ρατσισμού απέναντι σε ομάδες που εμφανίζουν υψηλά ποσοστά νοσηρότητας, σε ομάδες που είναι ευάλωτες αλλά και την προνομιακή μεταχείριση όσων αποκτούν ανοσία ή και διαθέτουν πιστοποιητικά αυτής της ανοσίας. Έτσι, ενέχει ο κίνδυνος ενεργοποίησης «φίλτρων» κοινωνικού διαχωρισμού που επιτρέπουν ή αποτρέπουν την είσοδο σε χώρους εργασίας αλλά και άλλους κοινωνικούς χώρους (Horton, 2020: 38,60).

Το τρίτο μέτρο που επιλέχθηκε για τον περιορισμό της πανδημίας, είναι αυτό της απαγόρευσης κυκλοφορίας (lockdown). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ (Σεπτ. 2020), το 50% των κρατών μελών του επέβαλε μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας και της οικονομικής δραστηριότητας, παράλληλα με το κλείσιμο σχολείων και την απαγόρευση των συγκεντρώσεων.

Η απαγόρευση της κυκλοφορίας ανθρώπων με σκοπό τη μείωση των μετακινήσεων στο ελάχιστο αναγκαίο επίπεδο είχε ως αποτέλεσμα το υποχρεωτικό πάγωμα της δραστηριότητας πολλών τομέων της οικονομίας. Αποτέλεσμα αυτού του μέτρου ήταν η βαθιά οικονομική ύφεση και η αναγκαστική ανεργία μεγάλου ποσοστού εργαζομένων, κυρίως στους κλάδους των υπηρεσιών (λιανεμπόριο, μεταφορές, επιχειρηματικές υπηρεσίες και υπηρεσίες ψυχαγωγίας, αναψυχής, προσωπικές υπηρεσίες κ.ά.).

Ειδικότερα στην Ελλάδα, μετά από 15 μέρες εφαρμογής μέτρων «κοινωνικής αποστασιοποίησης» σε εθελοντική βάση, η κυβέρνηση επέβαλε γενικό lockdown και κλείσιμο των συνόρων για 55 μέρες (10 Μάρτη-4 Μάη 2020). Πίσω, από αυτό το δρακόντειο και οδυνηρό μέτρο κρυβόταν η προσδοκία ότι σύντομα θα εξαλείφονταν τα κρούσματα κορονοϊού και θα ακολουθούσε ένα «εκπληκτικό success story» για τον ελληνικό τουρισμό όπως έγινε μερικά χρόνια πριν. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη δεκαετή κρίση χρέους, οι αναταραχές που σημειώθηκαν κατά τη διετία της Αραβικής Άνοιξης (2010-12) και η μεγάλη μείωση του κατά κεφαλή κόστους διαμονής των τουριστών στην Ελλάδα (από 697 ευρώ το 2009 σε 580 ευρώ το 2015) οδήγησαν σε εκτίναξη του αριθμού των τουριστών από 14,9 εκ. το 2009 σε 31,3 εκ. άτομα και τα ετήσια έσοδα από 10,4 δισ. ευρώ σε 17,7 δισ. ευρώ αντίστοιχα (ΣΕΤΕ, 2020).

Με την έγκαιρη και καθολική επιβολή του lockdown, οι νεοφιλελεύθεροι κυβερνώντες ευελπιστούσαν πως η χώρα θα εκμηδένιζε τα κρούσματα κορονοϊού και θα καρπώνονταν το μεγαλύτερο μέρος των τουριστών που θα έχανε η Ισπανία και η Ιταλία. Αλλοίμονο! Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, που επικράτησε μετά το 1995, ανέδειξε, κατά την περίοδο της πανδημίας, τη βαθιά αλληλεξάρτηση και ευθραυστότητα των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ο ρυθμός μετάδοσης του ιού περιορίστηκε αλλά δεν εκμηδενίστηκε και επανήλθε με το πέρας της καλοκαιρινής ραστώνης.

Το lockdown και η ύφεση που το συνόδευσε επηρέασαν πολύπλευρα τα επικρατούν εργασιακό καθεστώς. Πολλές μη χειρωνακτικές δραστηριότητες που μπορούν να εκτελεστούν από απόσταση μετατράπηκαν σε τηλεργασία. Η τηλεργασία στην Ελλάδα ήταν ήδη θεσμοθετημένη ως εθελοντική επιλογή, με τη ΓΣΣΕ του 2006-2007 (Προσάρτημα Β). Νομικά οι όροι άσκησης της τηλεργασίας ρυθμίζονται με το άρθρο 5 του ν. 3846/2010 που προσδιόρισε τους κανόνες και τις διαδικασίες μετατροπής της συμβατικής απασχόλησης σε τηλεργασία καθώς και το πλαίσιο εφαρμογής και κάλυψης του κόστους που προκαλείται από την τελευταία. Στην πράξη, όμως, παρέμεινε πολύ περιορισμένη και κατά κανόνα, άτυπη. Ως μέτρο προστασίας ενάντια στη μόλυνση από τον Covid-19 επιβλήθηκε υποχρεωτικά με τη μορφή της υποχρεωτικής εξ αποστάσεως διδασκαλίας από τις 16 Μαρτίου 2020 στα λύκεια και κατόπιν στα πανεπιστήμια και τις υπόλοιπες βαθμίδες της δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης. Κατόπιν, θεσμοθετήθηκε ως δικαίωμα των εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και τα εργασιακά τους καθήκοντα μπορούν να ασκηθούν εξ αποστάσεως, είτε μέσω υπολογιστή είτε μέσω τηλεφώνου (ΠΝΠ 22-8-2020). Ταυτόχρονα, η υποχρέωση των επιχειρήσεων να δημιουργήσουν συνθήκες «απόστασης» στον χώρο εργασίας την επέβαλε και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αρχικά «άτυπα» με την αξιοποίηση της δυνατότητας μερικής αναστολής δραστηριοτήτων και σε εθελοντική βάση. Από το Σεπτέμβρη του 2020, όμως, εντάχθηκε στη στρατηγική της επιλεκτικής καραντίνας και επιβάλλεται υποχρεωτικά για το 40% του προσωπικού που μπορεί να εργάζεται από απόσταση εκεί όπου εφαρμόζονται μέτρα αυξημένης επιτήρησης και περιορισμοί στην κυκλοφορία (Ν. 4727/2020).

Η θεσμοθέτηση αναγκαστικής εφαρμογής της τηλεργασίας υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και η ενδεχόμενη μονομερής παράτασή της, για τους ίδιους λόγους, διαμορφώνει, de facto, το θεσμικό περιβάλλον και τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες για την επίκλησή της και σε άλλες περιπτώσεις στο μέλλον. Καταστάσεις που ενδέχεται να επενδυθούν θεσμικά με το «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» είναι, για παράδειγμα, η διευκόλυνση της αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων αλλά και η συνολικότερη επαναρύθμιση του εργασιακού καθεστώτος σε πολλούς κλάδους της οικονομίας στους οποίους πολλές δραστηριότητες ψηφιοποιούνται ραγδαία (π.χ. ασφαλίσεις, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, υπηρεσίες γραφείου κ.ά.).

Αν και με την τηλεργασία αποφεύγεται, προσωρινά, η απόλυση σημαντικού αριθμού εργαζομένων και διασφαλίζεται η απασχόληση των εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες, μέρος του λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεων (θέρμανση-ψύξη, καθαριότητα, ηλεκτρική ενέργεια, χρήση εξοπλισμού) μεταφέρεται στον εργαζόμενο παρά τις θεσμικές προβλέψεις περί του αντιθέτου. Επιπλέον, στην τηλεργασία αναδιευθετείται η μέθοδος αμοιβής της εργασίας και η διαδικασία επιτήρησης και ελέγχου της συμπεριφοράς και της απόδοσης του εργαζόμενου που, πλέον, κρίνεται όχι με βάση την ανταπόκρισή του στο ρυθμό που επιβάλλει η γραμμή παραγωγής ή ο χρόνος αναμονής του πελάτη αλλά την επίτευξη, εκ των προτέρων, διατυπωμένων κριτηρίων και στόχων. Έτσι, αν και επιτρέπει στον εργαζόμενο μία σχετική ευχέρεια στη διαχείριση του εργάσιμου χρόνου του, η σύμβαση χρόνου μετατρέπεται, de facto, σε σύμβαση έργου.

Τέλος, η διαπραγματευτική θέση του εργαζόμενου, έναντι του εργοδότη, αδυνατίζει καθώς συρρικνώνεται περαιτέρω η ήδη περιορισμένη συνδικαλιστική συμμετοχή. Η γενίκευση της τηλεργασίας, εξατομικεύοντας το ρυθμό, τον τόπο και τις συνθήκες εργασίας του κάθε τηλεργαζόμενου, υπονομεύει τη συνείδηση του συλλογικού χαρακτήρα της παραγωγής από μέρους των εργαζομένων. Βασισμένη πρωτίστως στην ηλεκτρονική επικοινωνία, εκτοπίζει τη διά ζώσης επαφή και προφορική διαβούλευση των εργαζομένων, υποσκάπτοντας τα θεμέλια της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης που ιστορικά επέδειξαν απέναντι στο κεφάλαιο (Ρομπόλης και Δημουλάς, 1998).

Στο πλαίσιο του lockdown οι λειτουργίες των επιχειρήσεων που δεν είναι αναγκαίες για τη παραγωγή και διακίνηση βασικών αγαθών ανεστάλησαν συνολικά (π.χ. γυμναστήρια, θέατρα, κινηματογράφοι, συναυλίες, εκδρομές, υπηρεσίες προσωπικής φροντίδας κ.ά). Άλλες, αναγκαίες για τη λειτουργία των επιχειρήσεων αιχμής, δραστηριότητες, πραγματοποιούνται εκ περιτροπής από τους εργαζόμενους του ίδιου τμήματος (π.χ. εργασίες συντήρησης και στοιχειώδους λειτουργίας της έδρας και των παραρτημάτων των επιχειρήσεων). Ως αποτέλεσμα, καθιερώθηκε ένα ιδιότυπο καθεστώς διαθεσιμότητας για μεγάλο μέρος των εργαζομένων που είναι απασχολούμενοι χωρίς να εργάζονται και να αμείβονται όπως πριν. Δηλαδή, γενικεύτηκε η επισφάλεια που επικρατούσε σε μεγάλο ποσοστό των εργαζομένων με καθεστώς ευέλικτων ή/και άτυπων εργασιακών σχέσεων. Από την καραντίνα και την απαγόρευση της κυκλοφορίας επηρεάστηκαν, επίσης, οι μετακινούμενοι και οι εποχιακοί εργαζόμενοι και, κυρίως, όσοι εργάζονται σε άλλη χώρα (οδηγοί φορτηγών, ναυτικοί, εποχιακοί εργάτες-μετανάστες στη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων, διασυνοριακά μετακινούμενοι εργαζόμενοι [Rasnača, 2020]).

Τέλος, στις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κάλυψη βασικών αναγκών, οι ρυθμοί εργασίας εντατικοποιήθηκαν προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση (καταστήματα τροφίμων, σουπερμάρκετ, μεταφορές, ταχυμεταφορές, καθαριότητα, υγεία κ.ά.).

β) Μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας στην υγεία και τη ζωή

Εδώ περιλαμβάνονται οι πρωτοβουλίες που συνδέονται με την αυξημένη ζήτηση για υπηρεσίες υγιεινής (καθαριότητα, απολυμάνσεις, φροντίδα ασθενών-θεραπεία) όπου οι ρυθμοί εργασίας εντατικοποιήθηκαν και με επίκληση το καθεστώς έκτακτης ανάγκης ευελικτοποιήθηκαν ακόμα περισσότερο (αυξημένη ημερήσια απασχόληση, μειωμένα διαλείμματα, «άτυπη» παράβλεψη κανόνων υγιεινής και ασφάλειας). Σε αρκετά κράτη θεσμοθετήθηκε η 12ωρη συνεχής απασχόληση των εργαζομένων στον κλάδο της υγείας και μειώθηκαν τα διαλείμματα ανάπαυσης μεταξύ δύο διαφορετικών βαρδιών (Nguyen et al., 2020). Στην Ελλάδα, από την αρχή της λήψης μέτρων (Μάρτης 2020) ανεστάλησαν όλες οι κανονικές άδειες του προσωπικού στις υπηρεσίες υγείας μέχρι και το τέλος Σεπτέμβρη 2020. Ως αποζημίωση του υπερβολικού φόρτου εργασίας τους δόθηκε ως εφάπαξ επιμίσθιο μισός μηνιαίος μισθός.

Υπό το καθεστώς της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, οι εργαζόμενοι στον κλάδο της υγείας δυσκολεύονται στη χρήση των αδειών ειδικού σκοπού για τη φροντίδα των παιδιών που μένουν στο σπίτι τους, εξαιτίας ασθένειας ή και διακοπής της λειτουργίας των σχολείων. Οι ελλείψεις προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία και η επιβάρυνση των εργαζομένων, που κάνουν χρήση της άδειας ειδικού σκοπού με τη χρέωση του 1/4 των ημερών ως κανονική άδεια ανάπαυσης, κάνουν απαγορευτική τη χρήση της. Αν και σε ορισμένα κράτη (π.χ. Γερμανία) οι δομές φροντίδας δεν έκλεισαν ολοκληρωτικά αλλά παρέμειναν σε ολιγομελή λειτουργία για τη διευκόλυνση της απασχόλησης όσων εργάζονται στους τομείς της υγείας κι εκεί που δεν ανεστάλη η λειτουργία των επιχειρήσεων, στην Ελλάδα δεν υπήρξε ανάλογη πρόνοια και τη φροντίδα των παιδιών όσων εργάζονται σε κλάδους αιχμής την αναλαμβάνουν οι μη εργαζόμενοι στενοί συγγενείς τους ή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι απασχολούμενοι σε διαφορετικές, μεταξύ τους, βάρδιες. Ένα σημαντικό πρόβλημα που προέκυψε για αυτού του είδους τις επαγγελματικές δραστηριότητες είναι ο αυξημένος κίνδυνος έκθεσης των εργαζομένων στην πιθανότητα μόλυνσης από τον Covid-19. Η κυβέρνηση έδωσε έμφαση στη χρήση ατομικών μέσων προστασίας (μάσκες, γάντια, στολές, αντισηπτικά) και την τήρηση κανόνων αυτοπροστασίας από μέρους των εργαζομένων και σε πολλές περιπτώσεις υποβαθμίστηκε η ευθύνη του εργοδότη. Σε κείνες τις παραγωγικές δραστηριότητες που είναι αδύνατη η πιστή τήρηση των απαραίτητων αποστάσεων (εργοστάσια, κατασκευές, νοσοκομεία) η ευθύνη των εργοδοτών περιορίζεται στην παροχή ατομικών μέσων προστασίας. Το αίτημα αρκετών συνδικάτων για αναγνώριση του Covid-19 ως επαγγελματική ασθένεια, για τους εργαζόμενους σε αυτές τις παραγωγικές δραστηριότητες, απορρίπτεται προκειμένου να αποφευχθεί το επιπλέον κόστος που κάτι τέτοιο συνεπάγεται για τον εργοδότη (Nguyen et al., 2020).

Η μερική άρση της απαγόρευσης κυκλοφορίας μετά από 55 μέρες και η υποχρέωση τήρησης αποστάσεων ασφαλείας, έθεσε, επίσης, νέους κανόνες άσκησης των δραστηριοτήτων για πολλά επαγγέλματα και ειδικεύσεις. Ειδικότερα, στα μέσα μαζικής μεταφοράς η πληρότητα σε επιβάτες αρχικά περιορίστηκε στο 50% και σταδιακά αυξήθηκε έως και 65% χωρίς επαρκή ενίσχυση των μέτρων υγιεινής και στα πλοία στο 80 και 85%, μεταφέροντας την ευθύνη για την προστασία της υγείας στη σχολαστική χρήση ΜΑΠ από τους εργαζόμενους και τους επιβάτες (Αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ. 36857, Αριθμ. Δ1α/ ΓΠ.οικ. 48976).

Ένα ακόμα μέτρο που θεσμοθετήθηκε για την προστασία της υγείας και της ζωής είναι η δημιουργία ειδικών χώρων υποδοχής και φροντίδας των μολυσμένων από τον Covid-19, κατά τα πρότυπα των λοιμοκαθαρτηρίων (lazaretos) τα οποία αποτελούσαν τον κανόνα για την αντιμετώπιση της λέπρας από την αρχαιότητα και μέχρι τον ΒΠΠ.

Σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, δεν κατασκευάστηκαν, νέες, ειδικού τύπου, εγκαταστάσεις όπως στην Κίνα. Τα κέντρα αναφοράς και φροντίδας των ασθενών του Covid-19 εγκαταστάθηκαν σε υφιστάμενες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και στα δημόσια νοσοκομεία που έπαψαν να δέχονται τακτικού χαρακτήρα περιστατικά υγείας, υποβαθμίζοντας, σημαντικά, τις υπηρεσίες προς τους ασθενείς από άλλα νοσήματα. Τους τελευταίους το σύστημα της δημόσιας υγείας τους κατεύθυνε προς τα ιδιωτικά θεραπευτήρια, διπλασιάζοντας, παράλληλα, το ημερήσιο νοσήλιο για τις ιδιωτικές ΜΕΘ από 800 σε 1600 ευρώ τη μέρα (Αριθμ. οικ. 1542/2020).

Ένα άλλο μέτρο πολιτικής, με σημαντικές μεσο-μακροπρόσθεσμες επιπτώσεις στην απασχόληση και την ανεργία, είναι η επιτάχυνση κατασκευής και υιοθέτησης ψηφιακών εφαρμογών για πολλές διαδικασίες και πρωτόκολλα συναλλαγής σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, αλλά και το δημόσιο. H ψηφιακή αυτοματοποίηση και η ρομποτική προηγήθηκαν της υγειονομικής κρίσης (Schwab, 2016). Ωστόσο, οι ρυθμοί επέκτασης και το εύρος αντικατάστασης των υφιστάμενων εργασιακών δραστηριοτήτων δεν οδηγούσε σε τόσο απότομη εκτόπιση της ζωντανής από τη νεκρή εργασία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης που θεσμοθετήθηκε ως απόρροια της πανδημίας, επιτάχυνε την υιοθέτηση ψηφιακών εφαρμογών χωρίς να προηγηθούν διαδικασίες διαβούλευσης και διαπραγμάτευσης με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους, με απρόβλεπτες συνέπειες για την εργασία εκατομμυρίων ανθρώπων. Μεγάλο μέρος των συναλλαγών των επιχειρήσεων με τους πελάτες ή του δημοσίου με τους πολίτες, ψηφιοποιήθηκαν ταχύτατα και εκτελούνται χωρίς τη μεσολάβηση προσωπικού, προκαλώντας τη μείωση της απασχόλησης. Εδώ περιλαμβάνονται ο τραπεζικός τομέας, οι υπηρεσίες ασφάλισης, η ανάπτυξη των τηλεπωλήσεων, η εξ αποστάσεως εκπαίδευση και οι τηλεπικοινωνίες. Αυτού του είδους οι εργασιακές δραστηριότητες διενεργούνται, πλέον, άμεσα από τον πελάτη ή τον πολίτη χωρίς τη μεσολάβηση προσωπικού παρά μόνο σε πολύ αναγκαίες περιπτώσεις (κατά κανόνα μέσω τηλεργασίας)5. Ως αποτέλεσμα επιταχύνεται η μείωση της απασχόλησης κυρίως στους τομείς που αποτέλεσαν τη διέξοδο για τον μεταβιομηχανικό καπιταλισμό.

Η άποψή μου είναι ότι η διαδικασία αυτοματοποίησης θα επιταχυνθεί και στη μεταποίηση με την εισαγωγή της ρομποτικής σε μεγάλα τμήματα της παραγωγής καθώς έτσι θα περιοριστούν οι «αυξημένες δαπάνες για την τήρηση μέτρων υγιεινής και ασφάλειας» (αποστάσεις, ΜΑΠ) και θα διασφαλίζεται η απρόσκοπτη παραγωγή. Με τη ρομποτική, εκμηδενίζονται οι πιθανότητες διακοπής της παραγωγής, όχι μόνο από τις ενδεχόμενες απεργίες και αναταραχές αλλά και από τα μέτρα που εφαρμόζονται όταν εμφανίζονται κρούσματα της ασθένειας στο προσωπικό. Επίσης, επιτυγχάνεται η αναδιάρθρωση των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας των οποίων η ομαλή λειτουργία υπονομεύεται από τα ενδεχόμενα lockdowns, σε περιοχές του παγκόσμιου Νότου όπου έχει μεταφερθεί το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας μεταποιητικής δραστηριότητας.

γ) Πολιτικές αντιμετώπισης των συνεπειών που προκαλούν τα μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας

Τα μέτρα περιορισμού της πανδημίας προκαλούν σημαντικές διαταραχές στην ομαλή λειτουργία του κυκλώματος παραγωγή-κυκλοφορία-κατανάλωση. Η διακοπή την ομαλής ροής, ενδιάμεσων προϊόντων, στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας εξαιτίας των μέτρων καραντίνας ή/ και lockdown στα κράτη όπου παράγονται μέρη της αλυσίδας παραγωγής τελικών προϊόντων, οδηγεί σε επιβράδυνση ή/και αναστολή της λειτουργίας παραγωγικών διαδικασιών σε άλλα κράτη όπου ενδεχομένως δεν εφαρμόζονται ή είναι χαλαροί οι κανόνες περιορισμού της κυκλοφορίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αγαθά τελικής κατανάλωσης που, ενώ παράγονται και συσκευάζονται σε μία περιοχή καταναλώνονται σε διαφορετικά κράτη. Επιπλέον, ενδέχεται να υπάρχουν περιορισμοί της κυκλοφορίας σε κράτη που αποτελούν περιοχές διέλευσης των προϊόντων, όταν το διεθνές εμπόριο διεξάγεται με χερσαία μέσα μεταφοράς (φορτηγά-τρένα). Έτσι, εκτός από τη μείωση της παραγωγής μειώνεται και η πώληση-κατανάλωση των, ήδη, παραχθέντων προϊόντων με αποτέλεσμα να μεγαλώνει το έλλειμμα ρευστότητας των επιχειρήσεων, να επιδεινώνεται η ύφεση και να αυξάνεται περισσότερο η ανεργία6. Για την ενίσχυση των κεφαλαίων κίνησης που διαθέτουν οι επιχειρήσεις, τα περισσότερα κράτη υιοθέτησαν μέτρα άμεσης απόδοσης όπως είναι η αναστολή πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς το κράτος (φόροι-εισφορές), η διευκόλυνση στην εξόφληση των δανείων και η παροχή νέων δανείων με ευνοϊκότερους από τους όρους που επικρατούσαν πριν την υγειονομική κρίση.

Στην Ελλάδα αυτού του είδους τα μέτρα εφαρμόστηκαν άμεσα και περιλαμβάνουν την αναστολή καταβολής φορολογικών υποχρεώσεων και εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία και τη μείωση των ενοικίων κατά 40%, με επιδότηση 1/3 του ποσού της μείωσης από το κράτος. Η βασική ιδεολογική αρχή που ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση για την ενίσχυση της ρευστότητας είναι το μοίρασμα του κόστους των μέτρων μεταξύ κράτους, εργοδοτών και εργαζομένων κατά το 1/3, στην κάθε πλευρά. Αποτέλεσμα αυτής της αρχής είναι η περαιτέρω μείωση των μισθών και ημερομισθίων των εργαζομένων που αμείβονται πάνω από τον βασικό μισθό7. Επιπλέον, ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα «Επιστρεπτέα Προκαταβολή» με το οποίο οι επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 500 εργαζόμενους, εφόσον δεν προβαίνουν σε απολύσεις, λαμβάνουν δάνεια με πολύ χαμηλά επιτόκια και απαλλάσσονται από την καταβολή δόσεων για πέντε έτη, ενώ η εξόφληση του δανείου θα πρέπει να γίνει εντός μίας τετραετίας μετά τα πέντε χρόνια της απαλλαγής (Αριθμ. ΓΔΟΥ 94 /2020).

Πολλά κράτη αποφάσισαν, επίσης, την παροχή επιδοτήσεων για τη γενικευμένη εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας, προκειμένου να αποφευχθούν οι απολύσεις και να περιοριστεί η επίσημη ανεργία. Συνήθως, η εκ περιτροπής εργασία περιλαμβάνει τη μείωση του χρόνου εργασίας κατά 50% και την επιδότηση της απώλειας του μισθού από το κράτος έτσι ώστε να αναπληρώνεται ένα μέρος του απολεσθέντος εισοδήματος. Το ποσό της κρατικής επιδότησης ποικίλει και συναρτάται με τη διάρκεια αλλά και το καθεστώς κοινωνικής προστασίας του κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού, αλλά ποτέ δεν καλύπτεται το 100% του μισθού. Το μέτρο της γενικευμένης εκ περιτροπής εργασίας με την προτροπή και επιδότηση μέρους της αμοιβής της εργασίας από το κράτος εφαρμόστηκε –με μπροστάρη τη Γερμανία– κατά τη χρηματοδοτική κρίση του 2008-9 σε πολλά κράτη και κρίθηκε ως επιτυχημένη πολιτική συγκράτησης της επίσημης ανεργίας και διατήρησης της απασχολησιμότητας των εργαζομένων (Müller and Schulten, 2020).

Στην Ελλάδα, η επιδότηση της εκ περιτροπής εργασίας θεσμοθετήθηκε με το πρόγραμμα «ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ» που εφαρμόζεται από τον Ιούνη του 2020 (Αριθμ. οικ 23103/2020). Σ’ αυτό το καθεστώς εντάχθηκαν κατά τους τρεις πρώτους μήνες περίπου 48.600 εργαζόμενοι 5.500 επιχειρήσεων, των οποίων η μηνιαία αμοιβή μειώθηκε από -20 έως -23%, με την προϋπόθεση να μην είναι κατώτερη από τον καθαρό βασικό μισθό του ανειδίκευτου εργάτη (Οικονομία, 26.08.2020). Αν σ’ αυτή τη μείωση των μισθών και ημερομισθίων συνυπολογιστεί η απώλεια που υπέστη το εισόδημα των εργαζομένων κατά την κρίση χρέους (περίπου -30%) από τα τρία μνημόνια διάσωσης των δημόσιων οικονομικών (2011-2018), τότε η συνολική απώλεια εισοδήματος για τις εργαζόμενες τάξεις ξεπερνά το -50% κατά την τελευταία δεκαετία.

Μία παρεμφερής πολιτική, που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα για τη συγκράτηση της επίσημης ανεργίας, αφορά στα επιδόματα που δόθηκαν από το κράτος στους εργαζόμενους των οποίων διακόπηκε η σύμβαση εργασίας για όσο διάστημα είναι σε καθεστώς αναγκαστικής αναστολής των δραστηριοτήτων η επιχείρηση. Αυτές οι επιδοτήσεις ήταν 800 ευρώ εφάπαξ καθαρό και αφορολόγητο ποσό σε κάθε εργαζόμενο, ανεξαρτήτως εάν εργαζόταν με πλήρη ή με μερική απασχόληση και κάλυψαν διάστημα 45 ημερολογιακών ημερών. Εκεί, όμως, που επιβλήθηκε παράταση της αναστολής λειτουργίας (π.χ. εστίαση, αναψυχή, ξενοδοχεία) οι επιδοτήσεις συνέχισαν να καταβάλλονται μετά από επαναλαμβανόμενες –κατά περίπτωση– υπουργικές αποφάσεις. Το εφάπαξ επίδομα για κάθε εργαζόμενο, όμως, περιορίστηκε στα 534 ευρώ το μήνα (Αριθμ.οικ. 17788/346/2020). Μέχρι το Σεπτέμβρη του 2020 τέθηκαν σε αναστολή 205.984 επιχειρήσεις των οποίων ο κύκλος εργασιών μειώθηκε κατά -55,9%, ενώ για τις επιχειρήσεις καταλυμάτων και θεάματος-ακροάματος η μείωση ήταν -94,7 και -88,4% αντίστοιχα, στις αθλητικές δραστηριότητες -67,2 %, στην εστίαση -59,5% και στις υπηρεσίες γραφείου -77,7% (ΕΛΣΤΑΤ, 2020β).

Βασική προϋπόθεση για να δοθούν οι παραπάνω επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις είναι να μην προβούν σε απολύσεις και να μη διακόψουν τη σύμβαση εργασίας όσων εργαζομένων είναι σε αναστολή, μετά την επαναλειτουργία τους. Σ’ αυτό τον περιορισμό, όμως, δεν περιλαμβάνονται οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Επιπρόσθετα, δεν υιοθετήθηκε το αίτημα αρκετών συνδικάτων για απαγόρευση καταβολής μερισμάτων στους μετόχους των επιχειρήσεων που λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις για τη διάσωσή τους (Müller and Schulten, 2020).

Παρά την εφαρμογή των παραπάνω μέτρων όμως, που επίσημα στόχευαν στη συγκράτηση της ονομαστικής ανεργίας, η υποαξιοποίηση της εργασίας κορυφώθηκε και η ύφεση σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι το 2020 θα είναι στο -4,5%, ενώ σε πολλές χώρες θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το -10% (Ενωμένο Βασίλειο, Αργεντινή, Ινδία, Μεξικό, Ιταλία, Γαλλία, Αργεντινή και τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης) (Boone, 2020). Η ανεργία στα περισσότερα κράτη ανέβηκε κατά +3 ποσοστιαίες μονάδες, παρά τα μέτρα που αναλήφθηκαν για τον περιορισμό τους όπως η εκ περιτροπής εργασία και η τηλεργασία, ενώ στις ΗΠΑ εκτινάχθηκε από 3,5% στο 14,7% τον Απρίλη του 2020 (OECD, 2020a:34).

Ειδικότερα, στην Ελλάδα ο γενικός δείκτης του κύκλου εργασιών στη βιομηχανία μεταβλήθηκε κατά -16,2% (-25,1% συγκριτικά με τον αντίστοιχο μήνα του 2019) το δωδεκάμηνο Ιούλιος 2019-Ιούλιος 2020, ενώ στην ενέργεια άγγιξε το -46,5% (ΕΛΣΤΑΤ, 2020α).

Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων επιδεινώθηκε, για πολλοστή φορά, κατά την τελευταία δεκαετία. Ενδεικτικά, στις υπηρεσίες καταλυμάτων και την εστίαση ο δείκτης απασχόλησης το 2020 μεταβλήθηκε κατά -39,5%, ο δείκτης ωρών εργασίας κατά -78,5% και των μισθών και ημερομισθίων κατά -69,5%. Στις κατασκευές η μεταβολή ήταν -16,3% στην απασχόληση, -13,2% στις ώρες εργασίας και -6,9% στους μισθούς και τα ημερομίσθια, ενώ στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες η μεταβολή κατά -5,6%, -19,5% και -11,5% αντίστοιχα. Αν και στη μεταποίηση παρατηρήθηκε αύξηση της απασχόλησης κατά 1,0%, οι ώρες εργασίας μειώθηκαν κατά -12,6% και οι μισθοί και τα ημερομίσθια κατά -7,1%. Ο μόνος κλάδος της οικονομίας που εμφάνισε θετική πορεία –έστω και ασθενική (2,3, 2,3 και 0,9% αντίστοιχα)– ήταν η παροχή ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού (ΕΛΣΤΑΤ, 2020α).

Τέλος, το ελληνικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά -15,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και η μείωση αναμένεται να είναι βαθύτερη του -10% σε ετήσια βάση. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 18,3%, ο τουρισμός απώλεσε το 80% του ετήσιου κύκλου εργασιών και τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού μειώθηκαν κατά -14,7%. Έτσι, η προσδοκία για την πορεία της οικονομίας από το αρχικό «V» μετατοπίστηκε προς την ελπίδα του «U» για να καταλήξει προς το παρόν σε «L» δηλαδή, ύφεση και στασιμότητα.

Καθώς η άνοδος της ανεργίας ήταν ακούσια, τουλάχιστον προσωρινά, ακυρώθηκε το επιχείρημα του «τεμπέλη άνεργου» και τα επιδόματα ανεργίας παρατάθηκαν για διάστημα 2 μηνών τρεις φορές μέχρι τώρα, ενώ από τον Σεπτέμβρη του 2020 μειώθηκε ο ελάχιστος ετήσιος αριθμός των απαραίτητων ενσήμων από 100 σε 50 και δόθηκε έκτακτο εφάπαξ επίδομα 400 ευρώ σε 155.000 μακροχρόνια ανέργους που δεν λαμβάνουν άλλα επιδόματα (ΠΝΠ 68/ 2020. Αριθμ. οικ. 24760/550· Ομιλία Πρωθυπουργού 12.09.2020· Η Εφημερίδα, 14.04.2020).

Παρά τα παραπάνω μέτρα, όμως, τον Ιούνιο του 2020 οι εγγεγραμμένοι άνεργοι που αναζητούσαν εργασία ήταν 1.068.856, οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούσαν τις 536.144 (ποσοστό 50,16%), ενώ οι επιδοτούμενοι άνεργοι ήταν μόλις 171.521 άτομα (ΟΑΕΔ, 2020).

Ο μεγάλος αριθμός ανέργων, επιβάρυνε, επίσης, τα ταμεία ανεργίας που αντιμετωπίζουν διπλό πρόβλημα ρευστότητας. Αφενός μειώνονται τα έσοδά τους από τη μείωση των εισφορών. Αφετέρου αυξάνουν κατά πολύ τα έξοδά τους, εξαιτίας του αυξημένου αριθμού ανέργων και της χαλάρωσης των κριτηρίων επιδότησης προκειμένου να διασφαλιστεί ένα στοιχειώδες εισόδημα σε όσους δεν εντάσσονται στα προγράμματα επιδότησης της εργασίας. Έτσι, τα κράτη αναγκάζονται να χρηματοδοτήσουν και τα πενιχρά επιδόματα ανεργίας από τον προϋπολογισμό ή μέσω δανειοδότησης από το πρόγραμμα SURE, μεταβάλλοντας, σταδιακά και de facto, τα ταμεία ασφάλισης από τον κίνδυνο της ανεργίας, σε ειδικού τύπου προνοιακούς θεσμούς για τους ανέργους.

 

Τέλος, η παράταση του lockdown σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, η απώλεια θέσεων αδήλωτης εργασίας ή θέσεων αυτοαπασχόλησης αφήνουν χωρίς επίδομα ανεργίας ή άλλο εισόδημα σημαντικό μέρος των επισφαλώς εργαζομένων που η επιβίωσή τους επαφίεται στα προνοιακά επιδόματα (ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, κουπόνια τροφίμων κ.ά.) που αυξάνουν την πίεση για αύξηση των δημόσιων κοινωνικών δαπανών.

Αντί επιλόγου

Όλες οι παραπάνω πολιτικές διαχείρισης των συνεπειών, που προκάλεσε το lockdown και τα άλλα μέτρα που επιβλήθηκαν για τον έλεγχο της πανδημίας Covid-19, περιορίζουν τα φορολογικά έσοδα του κράτους και των ασφαλιστικών ταμείων που δύσκολα αντισταθμίζεται από την προσωρινή άρση των αυστηρών κανόνων δημοσιονομικής διαχείρισης της Ευρωζώνης. Με τη συμφωνία των κρατών μελών της ΕΕ (21 Ιουλίου 2020) για ένα σχέδιο ανάκαμψης ύψους 750 δισ. που θα αναζητηθούν στις χρηματαγορές και ένα νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο για την περίοδο 2021-2027 αυξάνουν τα δημόσια χρέη και η εξάρτηση των κρατικών πολιτικών από τις χρηματαγορές και υπονομεύεται το επίπεδο διαβίωσης των μελλοντικών γενεών εργαζομένων.

Η βαθιά ύφεση στην οποία βυθίστηκαν όλες οι εθνικές οικονομίες στον προηγμένο και τον αναπτυσσόμενο καπιταλισμό και τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και υποαπασχόλησης οδήγησαν σε ένα μείγμα πολιτικών που υπήρχαν ως δευτερεύουσας σημασίας τάσεις, εφαρμόστηκαν σε πολλές περιοχές κατά την κρίση του 2008-11 και επαναλαμβάνονται σήμερα ως κεντρικές πολιτικές επιλογές για τη διαχείριση των συνεπειών της υγειονομικής κρίσης. Αυτό το μείγμα συνδυάζει την ψηφιακή επιτήρηση με τη συρρίκνωση των επιπέδων διαβίωσης, την κοινωνική απομόνωση και την προνοιακού τύπου κοινωνική προστασία.

Η πανδημία του Covid-19 ενίσχυσε και επιτάχυνε τη μετάβαση των ανεπτυγμένων κρατών του ευρωατλαντισμού σε ένα εργασιακό καθεστώς στο οποίο επικρατεί η τηλεργασία, η εκ περιτροπής απασχόληση και τα κατ’ αποκοπήν κρατικά προγράμματα κοινωνικής βοήθειας προς τους εργαζόμενους και ανέργους.

Αντίθετα, η Κίνα, παρά τα αυστηρά μέτρα που εφάρμοσε για τον έλεγχο της πανδημίας, παρουσιάζει μεγέθυνση 1,8% το 2020 και το 2021 εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί στο 8,0% (OECD, 2020b. Boone, 2020). Ως ο μεγάλος κερδισμένος της υγειονομικής κρίσης κάνει ένα σημαντικό άλμα προς την εκτόπιση των ΗΠΑ από την παγκόσμια ηγεμονία. Το μοντέλο του κινέζικου καπιταλισμού, στηριγμένο στη σθεναρή κρατική παρέμβαση και καθοδήγηση των επιχειρήσεων, αναδεικνύεται ως ικανότερο στη διαχείριση κρίσεων και αποκτά ηγεμονική θέση.

Ωστόσο αυτή η διεργασία εκτοπισμού και αντικατάστασης του παγκόσμιου ηγεμόνα δεν φαίνεται να οδηγεί σε βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης των εργαζόμενων τάξεων στον προηγμένο καπιταλισμό. Παρ’ όλο που οι κινέζικες επενδύσεις στην Υποσαχάρια Αφρική και την Ασία δημιουργούν μεγέθυνση, θέσεις εργασίας και καλύτερα εισοδήματα, στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό οι προοπτικές διαγράφονται στάσιμες αν όχι απαισιόδοξες.

Σε διάσταση από τις συνθήκες εγκαθίδρυσης της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ μετά τον ΒΠΠ, η οποία συνδέθηκε με την εκτίναξη της ευημερίας και τον ανταγωνισμό με την ασφάλεια που παρείχε ο υπαρκτός σοσιαλισμός, η εγκαθίδρυση της παγκόσμιας ηγεμονίας της Κίνας ανταγωνίζεται την προοπτική απουσίας εργασίας και τη στέρηση που προκαλούν οι κρίσεις του παγκόσμιου ορντολιμπεραλισμού. Μέχρι και το 2019 οι άμεσες ξένες επενδύσεις της Κίνας στην Ε.Ε. αυξάνονταν κατά 30% το έτος (Drahokoupil, eds., 2017). Σε αντίθεση με τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις που πραγματοποιούν τα κεφάλαια με προέλευση τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, η κινέζικη στρατηγική για την απόκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας δεν επιδιώκει, μέχρι τώρα, την επιβολή ενιαίου μοντέλου εργασιακών σχέσεων στα παραρτήματα των πολυεθνικών εταιριών της. Αντίθετα από τις αμερικάνικες, γερμανικές και γιαπωνέζικες πολυεθνικές οι κινέζικες αποδέχονται και εφαρμόζουν τους κανόνες των εθνικών εργασιακών καθεστώτων. Τα τελευταία, ήδη, ευέλικτα και απορυθμισμένα απλώς αξιοποιούνται και εντάσσονται στη στρατηγική της «ειρηνικής» ανάδειξης και επικράτησης του κινέζικου ιμπεριαλισμού, όπως πολύ εύστοχα τον χαρακτήρισε ο Giovanni Arrighi (2009, 277-308). Κοντολογίς, η διείσδυση κινέζικων κεφαλαίων στα κράτη μέλη της Ε.Ε. «επιβραδύνει» την επιδείνωση της θέσης των εργαζόμενων τάξεων που προκαλείται από την παρακμή του ευρωατλαντικού Βορρά και την προσκόλληση του τελευταίου σε καθεστώτα περιοδικής αν όχι διαρκούς έκτακτης ανάγκης.

Για το εργατικό κίνημα ανοίγονται δύο εναλλακτικές προοπτικές: α) Η επικρατούσα τάση για εμβάθυνση και παγίωση του καπιταλιστικού κράτους έκτακτης ανάγκης με υπαλλακτική επιλογή τον κινέζικο κρατικό καπιταλισμό και β) η σοσιαλιστική προοπτική της ισότητας, με διεύρυνση του κοινωνικού κράτους, μείωση του χρόνου ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών, διαγραφή χρεών και ενίσχυση της απασχόλησης στις κοινωνικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, υγεία, φροντίδα). Οι δημόσιες επενδύσεις στην υγεία, την εκπαίδευση και τη φροντίδα μπορούν να απορροφήσουν μεγάλο μέρος του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού που δημιουργεί η ραγδαία εισαγωγή ψηφιακών εφαρμογών και ρομποτικής στην παραγωγή και κυκλοφορία των αγαθών. Ταυτόχρονα, διασφαλίζουν καλύτερες και αξιοπρεπέστερες συνθήκες διαβίωσης και απασχόλησης για τις εργαζόμενες τάξεις και ανοίγουν το δρόμο για την αποτροπή της βαρβαρότητας που επιβάλλει η γενικευμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης.


Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2021

ΟΥΤΕ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΠΕΘΑΝΕ ΟΥΤΕ Η ΜΗΤΡΑ ΠΟΥ ΤΟ ΓΕΝΝΗΣΕ

 

Τον Οκτώβρη 2020 χιλιάδες κόσμος πανηγύρισε την  καταδίκη της χρυσαυγίτικης εγκληματικής συμμορίας, ένα χρόνο μετά την ιστορική καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών που έκρινε ότι η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση. Σήμερα όλη η κυβερνητική πολιτική επιτίθεται θεσμικά και κατασταλτικά στους ίδιους στόχους (αντιφασιστικό κίνημα, αριστερά, απεργοί εργάτες, πρόσφυγες και μετανάστες) και κορυφώνεται με το θράσος να επαναφέρει τη θεωρία των δύο άκρων εξισώνοντας τους θύτες με τα θύματα. Αλλά η νίκη αυτή του αντιφασιστικού κινήματος καταρρακώθηκε από την ίδια την φαιά πραγματικότητα της αστικοδημοκρατικής  elite. Τα τελευταία χρόνια ο εναγκαλισμός  των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου με την τοπική εξουσία γίνεται ολοένα και πιο  ασφυκτικός .

Οι φασίστες νοσταλγούν τις μέρες πριν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν τα τάγματα εφόδου της ΧΑ, έχοντας την κάλυψη της ΕΛΑΣ, τρομοκρατούσαν τις γειτονιές με επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες, συνδικαλιστές, αγωνιστές των κινημάτων και της αριστεράς, Ρομά, ΛΟΑΤΚΙ και γυναίκες

Ο υφυπουργός Παιδείας ταύτισε τους επιτιθεμένους νεοναζί με τα θύματά τους ενώ λίγες μέρες νωρίτερα βουλευτές της ΝΔ  παραβρέθηκαν στο Βίτσι σε γιορτή μίσους μαζί με τη Χρ. Αυγή .Όποιος κάνει ότι δεν βλέπει όμως δεν σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνει όταν η κυβέρνηση προάγει σε κανονικότητα την αυταρχική πολιτική της αναδεικνύοντάς το βαθύ σάπιο κράτος "βρίσει" ερεισμάτων. Όταν στο φασιστικό οπλοστάσιο της κυβέρνησης συνυπάρχει η γνωστή φασιστοτριάδα δεν μπορείς να περιμένεις τίποτε καλύτερο. Όταν αποφεύγεις να καταδικάσεις τον φασισμό προσπαθώντας να ξεπλύνεις την φασιστική δράση   επαναφέροντας την χυδαία θεωρία των δύο άκρων με το γνωστό πλέον ρητό «όλοι ασκούν βία» όταν τα Πετσωμένα ΜΜΕ με την δημοσιογραφία της δεκάρας αποφεύγουν   ακόμα και τα στοιχειώδη τον σεβασμό στους τηλεθεατές παρουσιάζοντας όλους τους μαυροντυμένους κουκουλοφόρους όλοι στο ίδιο τσουβάλι σαν συμμορίτες που τσακώνονται μεταξύ τους  τότε ασφαλώς  και πρόκειται για ξέπλυμα της νεοφασιστικής θεωρίας σε μια χυδαία και ύπουλη παραδοχή περί της θεωρίας των δύο άκρων .

Πρόκειται για μια οργανωμένη, συστηματική, μεθοδευμένη και στηριζόμενη από πλήρεις δομές και εξοπλισμό εγκληματική δράση σε βάρος του αντιφασιστικού και της αριστεράς, που αποτελούσαν ανέκαθεν πρωταρχικό στόχο της ναζιστικής εγκληματικής βίας. Ο φασισμός  …Όμοιος ομοίω ζευγαρώνει… απόγονος της συντηρητικής αστικής elite αυτής που τον ανέθρεψε και τον ανέχτηκε, πεδίο δράσης του η επιβολή της απόλυτης τάξης και εγκατάλειψη κάθε δημοκρατικής έννοιας.

Ο Dirk Blasius στο βιβλίο του «Το τέλος της Βαϊμάρης» θέτει τον εμφύλιο πόλεμο των ετών 1930–33 στο επίκεντρο  και μπορεί ως εκ τούτου να καταστήσει ορατό το πώς και γιατί οι τάσεις διάλυσης της νεαρής δημοκρατίας έφτασαν στο καθοριστικό χαμηλό σημείο κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέπεια  οι δυνάμεις που ήταν έτοιμες να χρησιμοποιήσουν βία κατέκτησαν όλο και περισσότερο τον «δρόμο» τελικά αφέθηκε στους Ναζί να εμφανιστούν ως «φορείς της ελπίδας» .

Σήμερα σε αυτόν τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό δεν υπάρχει καμία σταγόνα δημοκρατικής έννοια πρόκειται για ένα συνονθύλευμα αυταρχικών μεθόδων και πρακτικών με στόχο την μετατροπή της κοινωνίας σε εργαστήριο Πινοσετισμού και περιχαρακωμένης δικτατορίας μιας φασιστικής ενσωμάτωσης στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα .  

Δεν πρόκειται για τίποτε το τυχαίο αλλά αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας διαδικασίας εκφασισμού και κατάπτωσης της κοινωνίας ,δεν πρόκειται για καμία σύμπτωση αν δεν εκφραστούμε δεν μιλήσουμε για την ζωή, για τα δημοκρατικά δικαιώματα για το μέλλον και για τις βαθύτερες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές αιτίες που γεννιέται ο φασισμός. Σε αυτήν την περίπτωση ο οργανωμένος πολιτικός λόγος  παράγει τον τρόπο προσδιορισμού για την συνειδητοποίηση τρων συμφερόντων του πολιτικού υποκειμένου .

Πάντα επίκαιρος ο ποιητής των καιρών μας, που ήξερε τόσο καλά να ξεσκεπάζει ‘’το παλιό που έρχονταν σε νέα μασκαρεμένο, κουβαλώντας μαζί του αιχμάλωτο το Νέο μασκαρεμένο σε παλιό’’ Μ. Μπρέχτ έγραφε το 1936: «Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΡΙΖΩΘΕΙ. ΚΑΙ ΘΑ ΞΕΡΙΖΩΘΕΙ ΜΟΝΟ ΕΤΣΙ: ΩΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ» και συνεχίζει ..«ο φασισμός δεν μπορεί να πολεμηθεί παρά σαν καπιταλισμός. Ως ο πιο ωμός; ο πιο καταπιεστικός, ο πιο Θρασύς κι ο πιο δόλιος καπιταλισμός», έλεγε ο Μπρέχτ.

Γι’ αυτό απαιτείται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση ενάντια στον φασισμό. Ενάντια στην ωμότητα, τη δολιότητα, την θρασύτητα, την απανθρωπιά του φασισμού. Ο φασισμός δεν νικιέται απλά με την καταδίκη μιας ναζιστικής οργάνωσης. Αλλά χρειάζεται η διαρκής πάλη μέσα στη νεολαία, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, ειδικά εκείνα στα οποία σπουδάζουν παιδιά της εργατικής τάξης, παιδιά μεταναστών, παιδιά που για αυτά η πανεπιστημιακή μόρφωση αποτελεί πολυτέλεια επειδή επείγει ο αγώνας για το καθημερινό ψωμί στην οικογένεια, και που διαχρονικά αποτελούν στόχο των φασιστικών ομάδων. Είναι γνωστό όμως ότι οι φασιστικές ομάδες δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για το δικαίωμα στη μόρφωση, για το δικαίωμα στη δουλειά, για το δικαίωμα για αξιοπρεπείς μισθούς. Αντίθετα πάντα τάσσονταν στο πλευρό των εργοδοτών, οι φασίστες ήταν και είναι το μακρύ χέρι της αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών!

 Δεν πρέπει να αφεθεί ούτε τετραγωνικό εκατοστό στους δημόσιους χώρους στους νεοναζί. Αυτό απαιτεί συσπείρωση, ενότητα, μαζικότητα, εγρήγορση. Αυτό δεν θα προκύψει από την μια στιγμή στην άλλη χρειάζεται ενωμένη δράση και αλληλεγγύη σε όλα τα μέτωπα.


Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ ...ΚΑΤΩΤΑΤΟΣ ΜΙΣΘΟΣ

 

«Δεν μπορείς να συμπιέζεις τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα μετά από μια φάση δεκαετούς κρίσεως και μειώσεως των μισθών τους, αλλά από την άλλη δεν μπορείς να μην λαμβάνεις υπόψιν σου και τις επιχειρήσεις γιατί εργαζόμενοι χωρίς επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπάρξουν», δήλωσε -μεταξύ άλλων- ο Κωστής Χατζηδάκης μιλώντας  (20/09) στον ΣΚΑΙ.

Γράφει ο Δημ. Καράμαλης

Με μεγάλους τίτλους από αυτά που ξέρουν να χρησιμοποιούν τα συστημικά καλοπληρωμένα ΜΜΕ υποδέχτηκαν την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη για  την αύξηση στον κατώτατο μισθό και μάλιστα από του χρόνου!!! .Δυστυχώς όμως γρήγορα απογοητεύτηκαν. Στηριγμένη πάνω στους νόμους που ψήφισαν όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ-ΚΙΝ-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, με βάση τους οποίους ο κατώτατος μισθός δεν καθορίζεται από συλλογικές διαπραγματεύσεις, αλλά αποφασίζεται από τον υπουργό Εργασίας ! αφού έχει προηγηθεί μια διαβούλευση-φάρσα, το αποτέλεσμα της οποίας είναι πάντοτε προκαθορισμένο.Η κυβέρνηση συνεχίζει την επίθεση απέναντι στην εργατική τάξη μετά και τον νόμο για την ιδιωτικοποίηση και διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων. Την ίδια στιγμή, με τις ανατιμήσεις στην ενέργεια και σε βασικά καταναλωτικά αγαθά, το εργατικό εισόδημα κυριολεκτικά εξανεμίζεται.

Η νομοθέτηση ενός κατώτατου μισθού αποτελεί ιστορικά ένα από τα παλαιότερα αιτήματα των εργατικών συνδικάτων.Στην περίπτωση της Ελλάδας το νομικό πλαίσιο το οποίο σταδιακά διαμορφώθηκε κατά τον 20ό αιώνα έχει ως κεντρική παραδοχή ότι το κράτος εγγυάται την ύπαρξη ενός κατώτατου ορίου στους μισθούς μέσω του μηχανισμού της διαιτησίας ύστερα από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των εργοδοτών και των εργαζομένων. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, του μηχανισμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων και της διαιτησίας, ως αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο των Προγραμμάτων Οικονομικής Προσαρμογής μετά το 2010, έχει οδηγήσει στον άμεσο διοικητικό προσδιορισμό του κατώτατου μισθού από το κράτος αγνοώντας τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Όλα τα άλλα είναι φρού  φρού και αρώματα για είναι τα επιχειρήματα των καπιταλιστών με μια δόση  large νεοφιλελευθερισμού όλα αυτά που ακούγονται εδώ και δεκαετίες από όλες τις αστικές κυβερνήσεις. Ό,τι προστίθεται στους μισθούς αφαιρείται από τα κέρδη και αντίστροφα. Αυτή είναι η μία και μοναδική αλήθεια. Επομένως, μια αύξηση των μισθών που θα τους πλησίαζε στην αξία της εργατικής δύναμης (είναι σταθερά κάτω απ’ αυτή), δε θα οδηγούσε τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις σε κλείσιμο, αλλά απλά θα μείωνε τα κέρδη των καπιταλιστών. Η Κυβέρνηση επικαλείται τις προβλέψεις διεθνών οργανισμών για την ανάπτυξη, που κυμαίνονται για το 2021 μεταξύ 3,3% και 4,3% και για το 2022 μεταξύ 5,3% και 6%, για να δώσει αύξηση στον κατώτατο μισθό 0% το 2021 και 2%. Φυσικά, τα συνδικάτα των καπιταλιστών, μικρών και μεγάλων, από τη ΓΣΕΒΕ μέχρι τον ΣΕΒ, το ΙΟΒΕ (ινστιτούτο του ΣΕΒ, που παριστάνει τον επιστημονικό φορέα) και η ΤτΕ πρότειναν μηδενική αύξηση, αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρθηκε… γενναιόδωρα !!!

Εξακολουθεί όμως να ψεύδεται…δια μέσου του μηχανισμού προπαγάνδας που έχει στήσει διαδίδει ότι οι πραγματικές αυξήσεις είναι μεγαλύτερες, διότι έχουμε αρνητικό πληθωρισμό -1,3% και μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 1,63% (το ότι οι λεγόμενες εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές μειώθηκαν σε διπλάσιο ποσοστό και ότι αυτές οι μειώσεις θα οδηγήσουν σε μείωση της περιβόητης ανταποδοτικής σύνταξης που θα πάρει κάποτε ο εργαζόμενος… κουβέντα.

O κατώτατος μισθός ήταν το 2009 (Εθνική Γ.Σ.Σ.Ε.) 751 ευρώ. Τον τσάκισαν με τους μνημονιακούς νόμους, ρίχνοντάς τον στα 586 ευρώ (για κάποια χρόνια ίσχυε και το αίσχος του υποκατώτατου μισθού των 511 ευρώ, για τους νέους κάτω των 25 ετών) και μετά τον ανέβασαν βαθμιαία στα 650 ευρώ. Ταυτόχρονα, έδωσαν στους καπιταλιστές το δικαίωμα να ρίχνουν και τους ειδικευμένους εργαζόμενους στο επίπεδο του κατώτατου μισθού. Ετσι, είχαμε το παράδοξο, ειδικευμένοι εργάτες και εργαζόμενοι να εισπράττουν τον κατώτατο μισθό και ταυτόχρονα να ασφαλίζονται με βάση τον υψηλότερο μισθό ή ημερομίσθιο που προβλέπει η Κλαδική Συλλογική Σύμβαση της ειδικότητας τους (διότι το ΙΚΑ εξακολούθησε να ασφαλίζει βάσει ειδικότητας).

Η ξεπουλημένη ΓΣΕΕ των  εργατοπατέρων που ούτε μια ανακοίνωση δεν έβγαλε για τους ντελιβεράδες, χαρακτήρισε την «αύξηση» του 2% «κατώτερη των προσδοκιών και των αναγκών των εργαζομένων»! Στη διαβούλευση-παρωδία  που πήρε κανονικότατα μέρος, είχε προτείνει «άμεση επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και στη συνέχεια την προσαρμογή του στο 60% του διαμέσου ακαθάριστου μισθού πλήρους απασχόλησης, δηλαδή στα 809 ευρώ». Γιατί να μην το κάνει, δεν κοστίζει τίποτα, αφού το βέβαιο ήταν πως η πλειοψηφία θα το απέρριπτε μετά πολλών επαίνων.

Η κοροϊδία του κατώτατου μισθού είναι ενδεικτική της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η εργατική τάξη, μετά τη θύελλα των μνημονιακών  χρόνων, την οποία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει. Τα Μνημόνια ήταν η βίαιη επιβολή της συντηρητικής ανασυγκρότησης του ελληνικού καπιταλισμού, με πρόσχημα την κατάσταση χρεοκοπίας που βρέθηκε το ελληνικό αστικό κράτος. Ιδιαίτερα το εργασιακό καθεστώς που διαμορφώθηκε με τους μνημονιακούς νόμους και επιβλήθηκε δήθεν ως έκτακτο καθεστώς με στόχο τη μονιμοποίησή του.

Αυτό δεν μπορεί ν’ αλλάξει παρά μόνο με σκληρό ταξικό αγώνα. Ο ταξικός αγώνας, όμως, δε γίνεται με λόγια και με «φούσκωμα» ασήμαντων από ταξική άποψη κινητοποιήσεων. Απαιτεί μια πορεία ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, η οποία με τη σειρά της απαιτεί τη «δουλειά του μυρμηγκιού» από τους πρωτοπόρους εργάτες. Το  εργατικό κίνημα  θα παλέψει για την κατάργηση όλου του αντεργατικού νομοθετικού πλαισίου της ΝΔ, για την κατάργηση του νόμου Χατζηδάκη, για να μην περάσει το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των ΣΣΕ, για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς σε σύγκρουση και ρήξη με την πολιτική κυβέρνησης – αστικών κομμάτων – κεφαλαίου «περί ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας.

 


Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2021

Η μεγάλη διάσπαση της ΚΝΕ πριν από 30 χρόνια

 

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 1989. Η Σπουδάζουσα της ΚΝΕ στηρίζει με συνθήματα την ομιλία του Γιώργου Γράψα. Στο κέντρο διακρίνεται ο Παύλος Πολάκης, φοιτητής τότε της Ιατρικής και εκπρόσωπος της «Πανσπουδαστικής» στο Κ.Σ. της ΕΦΕΕ.          

 Φεστιβάλ μετά διαγραφής  


Τάσος Κωστόπουλος    https://www.efsyn.gr/themata/fantasma-tis-istorias/211557_festibal-meta-diagrafis


Υπήρξε αναμφίβολα η θεαματικότερη απ’ όλες τις διασπάσεις της μεταπολιτευτικής Αριστεράς - και, μαζί με την αποβολή της «Β΄ Πανελλαδικής» από το ΚΚΕ Εσωτερικού το 1978, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση βάναυσης καταστολής της ριζοσπαστικής νεανικής αμφισβήτησης από μια κομματική ηγεσία που αποζητούσε εναγωνίως την αποδοχή της από τους θεματοφύλακες της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας.

Και στις δύο περιπτώσεις, η πάταξη των αντιφρονούντων δεν οδήγησε άλλωστε μονάχα στην πολιτική αποστρατεία μιας μεγάλης μερίδας τους ή σε «πραγματιστικότερες» επιλογές ορισμένων στελεχών, ύστερα από μια πρώτη φάση προσωπικής περισυλλογής· τροφοδότησε, επίσης, με μερικές χιλιάδες ριζοσπαστικοποιημένους αγωνιστές κάθε εκδοχή δομικής αντιπολίτευσης και κοινωνικών κινημάτων της επόμενης περιόδου.

«Ο,τι και να λένε, το 1989 ήταν μια μεγάλη χρονιά για την Αριστερά στη χώρα μας»
Χαρίλαος Φλωράκης


Ο λόγος, φυσικά, για τη διάσπαση της ΚΝΕ (και, σε μικρότερη έκταση, του ΚΚΕ) πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια. Διάσπαση που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βραχύβιας εμβληματικής συγκυβέρνησης του κόμματος με τη Ν.Δ., με πρωθυπουργό ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της τελευταίας (τον Τζαννετάκη).

Η συγκυρία αυτή προσέδωσε στην εσωτερική κρίση του ΚΚΕ απείρως μεγαλύτερο πολιτικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον απ’ ό,τι παλιότερες (και μικρότερες) διασπάσεις, τόσο της ίδιας της ΚΝΕ όσο και της υπόλοιπης Αριστεράς, που παρέμειναν καθαρά οικογενειακές υποθέσεις του χώρου.

Τα ΜΜΕ δεν την ανέδειξαν μόνο σε πρωτοσέλιδη είδηση, αλλά και παρενέβησαν αποφασιστικά στην εξέλιξή της: πιέζοντας την κομματική ηγεσία να ξεμπερδεύει μια ώρα αρχύτερα με τους αντιφρονούντες· προσφέροντας μια πρωτόγνωρη επικοινωνιακή νομιμοποίηση σε ό,τι κάτω από άλλες συνθήκες θα καταγγελλόταν απερίφραστα ως αντιδημοκρατική πρακτική· συκοφαντώντας, τέλος, με κάθε δυνατό τρόπο τα θύματα της εκκαθάρισης. Παρέμβαση που πήρε ακόμη και γκροτέσκες αποχρώσεις: σε όλο το φάσμα του Τύπου, φιλελεύθεροι και προοδευτικοί αρθρογράφοι διαρρήγνυαν λ.χ. τα ιμάτιά τους επειδή οι νέοι της ΚΝΕ αψηφούσαν την καταστατική υποχρέωσή τους να «καθοδηγούνται [όχι μόνο] πολιτικά [αλλά] και ιδεολογικά» από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ!

Αυτή η ιδιόμορφη συγκυρία, σε συνδυασμό με τη λίγο μεταγενέστερη διάσπαση του κόμματος σε ΚΚΕ και ΣΥΝ (1991), εξηγεί επίσης την ανυπαρξία συγκροτημένων αφηγήσεων για το εγχώριο κομμουνιστικό 1989: πρόκειται για μια ιστορία που, με εξαίρεση τον σκληρό πυρήνα των διαγραμμένων που συγκρότησε στην πορεία το Νέο Αριστερό Ρεύμα (ΝΑΡ), κανείς άλλος δεν θέλει σήμερα να θυμάται. Ενας λόγος παραπάνω, δηλαδή, για να τη θυμίσουμε εδώ.

Παρελθόν και ανάδυση της αριστερής διαφωνίας

Για τους εκτός των τειχών, η ΚΝΕ ήταν μια οργάνωση μονολιθική, ιδεολογικά πλήρως ευθυγραμμισμένη με τις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», με τυφλή υπακοή στο κόμμα και κοινωνικά συντηρητική - ιδίως όσο απομακρυνόμασταν από την πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης και στους νεανικούς χώρους αναπτυσσόταν ένας νέος ριζοσπαστισμός, που η νεολαία του ΚΚΕ αρνούνταν ή αδυνατούσε να αφομοιώσει.

Γενικευμένη ήταν επίσης η εντύπωση πως αυτή η μονολιθικότητα σχετιζόταν άμεσα με την καθοδήγηση της ΚΝΕ (για λογαριασμό του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος) από τον Γρηγόρη Φαράκο, κατά την κρίσιμη δεκαετία της διαμόρφωσής της από παράνομη αντιδικτατορική σε μαζική νεολαιίστικη οργάνωση (1974-1984).

Ως ύψιστο τεκμήριο της συμβολής του τελευταίου σ’ αυτό το συλλογικό προφίλ εκλαμβανόταν η εισήγησή του στο Κεντρικό Συμβούλιο (9/6/1977) που κυκλοφόρησε ως ειδικό φυλλάδιο, με τίτλο «Για την αγωνιστική ταξική πατριωτική διαπαιδαγώγηση της νεολαίας» και συμβουλές προς τα μέλη της οργάνωσης «να ακούνε τους γονείς τους», να μην ξενυχτάνε, να είναι καλοί φοιτητές (με σκοπό την «κοινωνική καταξίωσή» τους και τη «στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με ανθρώπους και της δικής μας ιδεολογίας»), «να μη βιάζονται» να συνάψουν ερωτικές σχέσεις, να έχουν μόνιμο δεσμό με προοπτική τον γάμο και, προ παντός, να σέβονται -ιδίως τα κορίτσια- τις συντηρητικές «παραδόσεις της ελληνικής οικογένειας».

Μια πιο σύνθετη εικόνα προκύπτει ωστόσο από τις εκ των ένδον αφηγήσεις που είδαν το φως μετά τη διάσπαση - στο περιοδικό «Σχολιαστής» (10/1989), από τον Νίκο Μαράκη στο «Βήμα» (4, 11 & 18/6/1995), στα απομνημονεύματα του ίδιου του Φαράκου («Μαρτυρίες και στοχασμοί», Αθήνα 1993) και στις συνεντεύξεις στελεχών που παραθέτει ο Κώστας Ζαγάρας στην πρόσφατη διατριβή του («Η κατάρρευση του “υπαρκτού” και η διάσπαση του ΚΚΕ. Η κομβική στιγμή του 1991», Αθήνα 2019). Εκεί πληροφορούμαστε ότι, σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, η ΚΝΕ βρέθηκε ουκ ολίγες φορές κατηγορούμενη από την ηγεσία του ΚΚΕ για «αριστερισμό», «αβανγκαρντισμό» και «εργατισμό», η δε συμμόρφωσή της εξασφαλίστηκε κατά κανόνα με διαγραφές και μεταθέσεις στελεχών από τη νεολαία στο κόμμα.

Ειδικά ο Φαράκος στα απομνημονεύματά του δεν διστάζει να καυτηριάσει τους υφιστάμενούς του νεολαίους για «επιζήμιες υπερβολές, όπως έγινε με την “αποχουντοποίηση” ή τις ανάρμοστες εκδηλώσεις σε εθνικές γιορτές ή την ανεξέλεγκτη παρουσία σε προεκλογικές συγκεντρώσεις με τραγούδια του τύπου “τα κεφάλια σας θα πέσουν απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί”» (σ. 285).

Το μόνο που υπερασπίζεται ρητά είναι ό,τι καταγράφηκε ως η χειρότερη στιγμή της ΚΝΕ: την αρχική αντίθεσή της στο νικηφόρο φοιτητικό κίνημα του 1979 κατά του Ν. 815 για τα ΑΕΙ και τις «έντονες αντιπαραθέσεις [της] με τους αναρχοαυτόνομους», το ρεύμα τουτέστιν των καταλήψεων (σ. 287).

Αποκαλυπτική είναι, επίσης, η υπόρρητη ταύτιση «νεανικότητας» και γραφειοκρατίας που διαπερνά το γραπτό του: μετά το 1981, υποστηρίζει, «η ΚΝΕ είχε “γεράσει”. Τα στελέχη της είχαν χάσει την επαφή με τις μικρότερες γενιές [...] δεν έδειχναν καν διάθεση συμμετοχής στα όργανα των ΑΕΙ [...] Η απορρόφηση κονδυλίων της ΕΟΚ, η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα σπουδών απορρίπτονταν, ως προτάσεις των μονοπωλίων». Κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας, τέλος, «η ΚΝΕ τράβηξε ανοικτά πια στο δρόμο της αντιπαράθεσης προς το ΚΚΕ. [...] Το Κόμμα βρέθηκε με χαίνουσα την πληγή της ΚΝΕ», με αποτέλεσμα αυτή να μην είναι «δυνατόν να αξιοποιηθεί ως εφεδρεία αναγέννησής του» (σ. 289).

Ως «αναγέννηση» του ΚΚΕ, ο Φαράκος εννοεί φυσικά την προγραμματική μετατόπισή του το 1988-1989, μέσω του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου» με τη μικροσκοπική «Ελληνική Αριστερά» (ΕΑΡ) του Λεωνίδα Κύρκου και ορισμένες προσωπικότητες της Κεντροαριστεράς, με τελική κατάληξη τη συμμετοχή στις βραχύβιες κυβερνήσεις συνεργασίας με τη Ν.Δ. (1989) και στην «Οικουμενική» με Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Ξενοφώντα Ζολώτα (1989-90).

Η αριστερή στροφή της ΚΝΕ, σε αντιπαράθεση μ’ αυτή τη δεξιόστροφη μετατόπιση του κομματικού της φορέα, αρχικά πήρε τη μορφή αναδίπλωσης σε μια αποκρουστική «ορθοδοξία».

Τον Απρίλιο του 1986, η Σπουδάζουσα θα προβοκάρει π.χ. τη δημόσια πρόταση των «ανανεωτικών» (διά στόματος Μίμη Ανδρουλάκη) για «διάλογο της Αριστεράς», με το σύνθημα «διάλογο δεν κάνει ο Κόκκινος Στρατός» κι οργανωμένες βιαιοπραγίες σε βάρος άλλων αριστερών παρατάξεων. Αρκετά γρήγορα, ωστόσο, μετά την εκλογή του Γιώργου Γράψα ως νέου γραμματέα (4/6/1986), αυτή η στείρα σκλήρυνση θα παραχωρήσει τη θέση της σε πολύ πιο δημιουργικές αναζητήσεις.

Στο πολιτικό επίπεδο, στρατηγική τομή αποτέλεσε η απόφαση της 8ης συνόδου του Κ.Σ., τον Ιανουάριο του 1987, για τη συγκρότηση «ενιαίου μετώπου πάλης της νεολαίας» με δυνάμεις που βρίσκονταν όχι μόνο στα δεξιά αλλά και στα αριστερά της οργάνωσης, δίχως την προαπαίτηση κάποιας προγραμματικής συμφωνίας. Γραμμή που επικυρώθηκε τον Ιούνιο του 1988 από το 4ο συνέδριο της ΚΝΕ, τις θέσεις του οποίου επεξεργάστηκαν κυρίως ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου, η Σοφία Αντωνακάκη και η Νάντια Βαλαβάνη, αφού πρώτα είχε δοκιμαστεί με επιτυχία στην πράξη κατά το θυελλώδες φοιτητικό κίνημα του 1987.

Ακόμη σημαντικότερη αποδείχθηκε η ιδεολογική ζύμωση που συνόδευσε αυτό το πολιτικό άνοιγμα. Σε μια εποχή που η κρίση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν πια ολοφάνερη, το δε ΚΚΕ περιοριζόταν είτε στην αμήχανη δικαιολόγηση του υφιστάμενου καθεστώτος είτε σε εξίσου τυφλούς ύμνους προς την γκορμπατσοφική «περεστρόικα», η νεολαία του -κυρίως η Σπουδάζουσα- αρχίζει να ψάχνεται προς κάθε κατεύθυνση, αναζητώντας τις απαντήσεις που οι «ιδεολογικοί καθοδηγητές» της στο Π.Γ. ήταν εκ των πραγμάτων ανίκανοι να δώσουν.

«Υπήρχε και μια στροφή, να ξαναδιαβάσουμε καλύτερα τον Μαρξ, π.χ. την “Κριτική του προγράμματος της Γκότα”», θυμάται χαρακτηριστικά ο Ντίνος Παλαιστίδης, μέλος τότε του Τομεακού Γραφείου της Φιλοσοφικής. «Μετά το κίνημα του 1987, προς το 4ο συνέδριο, αρχίσαμε να διακινούμε αιρετικά βιβλία (του Ισαάκ Ντόιτσερ για τον Στάλιν, την “Κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος” του Κλαουντίν), για το Μάη του ’68, τα έργα της Λούξεμπουργκ κ.ο.κ. Διακινούσαμε και φωτοτυπημένες λίστες με βιβλιογραφίες. Το κόμμα είχε λυσσάξει: “Τι είν’ αυτά; Τις βιβλιογραφίες τις δίνουμε εμείς!” Μέχρι τότε, ακόμη και τα έργα των κλασικών συνοδεύονταν από εγχειρίδια της Σύγχρονης Εποχής ή της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, “για να καταλαβαίνουν οι σύντροφοι τι διαβάζουν”».

Η διαφορά των δύο κόσμων θα γίνει πλήρως αντιληπτή τον Ιούνιο του 1989, με τη διαμετρικά αντίθετη στάση κόμματος και νεολαίας απέναντι στα γεγονότα της Κίνας.

Καταλύτη για τον μετασχηματισμό αυτών των τριβών σε μετωπική εσωκομματική αναμέτρηση θα αποτελέσει το «Κοινό Πόρισμα» ΚΚΕ-ΕΑΡ, που διοχετεύτηκε στον Τύπο (8/12/1988) δίχως να συζητηθεί καν προηγουμένως από την Κ.Ε., το μόνο όργανο που ήταν καταστατικά αρμόδιο για την έγκρισή του, προκαταλαμβάνοντας στην πράξη την ετυμηγορία της. Ενώ στην Κ.Ε. το «πόρισμα» υιοθετήθηκε τελικά από το 80% των μελών (το 20% «με επιφυλάξεις»), από το Κ.Σ. της ΚΝΕ απορρίφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία.

«Οργανωτικά μέτρα»

Για την καταστολή αυτής της αμφισβήτησης, η ηγεσία του ΚΚΕ θα καταφύγει σε μια ευρύτατη, κλιμακωτή γκάμα μέτρων. Δύο συνεδριάσεις της Κ.Ε. θα ασχοληθούν ειδικά με την αντιμετώπιση του «αριστερισμού» και του «φραξιονισμού» στην ΚΝΕ: η πρώτη στις 15/6/1988, δέκα μόλις μέρες μετά το 4ο συνέδριο, η δεύτερη στις 4/2/1989.

Παρά τις διαφορές τους, «ανανεωτικοί» και «δογματικοί» συμφωνούν σ’ αυτή τη φάση πλήρως στον «σωφρονισμό» της νεολαίας: όπως θυμάται η Νάντια Βαλαβάνη, κατά την επεξεργασία των «Θέσεων» του 4ου συνεδρίου ο «δογματικός» Γόντικας προσπαθούσε διαρκώς να επιβάλει χειρόγραφες διορθώσεις του «ανανεωτικού» Μίμη Ανδρουλάκη (Ζαγάρας 2019, σ. 287).

Οπως μας πληροφορεί δε το «Βήμα» (23/7/1989), η Κ.Ε. συγκρότησε την άνοιξη του 1989 ειδική επιτροπή με αποστολή «να “διευκολύνει” τις ζυμώσεις στο χώρο της νεολαίας», αποτελούμενη από τους Αγγελο Καραΐνδρο («παιδί του Φαράκου») και τους «ανανεωτικούς» Γιάννη Μαρούκη και Τριαντάφυλλο Δραβαλιάρη, σε στενή συνεργασία με τον «σκληροπυρηνικό» Δημήτρη Γόντικα, που από το 1988 καθοδηγούσε την ΚΝΕ για λογαριασμό του Π.Γ.

Στόχο σωφρονισμού αποτελούσε οτιδήποτε θύμιζε «διαφωνία» ή «αριστερισμό». Μέλος τότε του Κ.Σ., η Αιμιλία Καραλή θυμάται λ.χ. ότι κλήθηκε δύο φορές σε απολογία από τον Γόντικα: την πρώτη για ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο συνέδριο, επειδή περιελάμβανε πλάνα του Αρη Βελουχιώτη (η διαγραφή του οποίου για απειθαρχία στο κόμμα εξακολουθούσε να ισχύει), τη δεύτερη για μια αφίσα προς τιμήν της ΕΠΟΝ με τους στίχους του Μαγιακόφσκι «Αριστερά! Αριστερά! Αριστερά!» (που η Αλέκα Παπαρήγα ερμήνευσε σαν έμμεση κριτική στη δεξιόστροφη μετατόπιση του ΚΚΕ).

Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Τζαννετάκη θα μεταφέρει αυτή την αντίθεση στα ανώτερα κομματικά κλιμάκια· από τον Μάιο έχει άλλωστε εκδοθεί το περιοδικό «Πριν», ως άτυπο όργανο μιας αριστερής αντιπολίτευσης δίχως ακόμη δημόσιο πρόσωπο. Βάσει συνεννόησης μεταξύ των διαφωνούντων, ο βουλευτής του ΚΚΕ Κώστας Κάππος αρνείται στις 5/7 να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα κυβέρνηση· την επομένη παραιτούνται από την Κ.Ε. ο Νίκος Κοτζιάς και ο συνδικαλιστής Κώστας Μπατίκας.

Στη νεολαία, η κατάσταση παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις. Ενα αχτίφ εκατοντάδων μελών της Σπουδάζουσας στον Περισσό (20/7), με ομιλητή τον Φλωράκη, αποκαλύπτει την έκταση της αμφισβήτησης. «Οι “προτροπές” του προέδρου του κόμματος αποδοκιμάσθηκαν από τους νεολαίους της ΚΝΕ», διαβάζουμε στο «Βήμα» (6/8), διαφωτιστικότερες είναι όμως οι αναμνήσεις του αυτόπτη Ντίνου Παλαιστίδη: «Ο Φλωράκης πίστευε ότι θ’ ανέβει με το κύρος του στο βήμα και κανείς δε θα τολμήσει ν’ αντιδράσει. Ομως από κάτω ακούει κραυγές, ακούει διάφορα, και τα χάνει. “Σύντροφοι”, λέει θυμωμένος, “απ’ ό,τι βλέπω δεν υπάρχει σεβασμός στο κόμμα, δε σας αναγνωρίζω!”. Πετάγεται τότε ο Πολάκης από κάτω: “Ούτε εμείς σ’ αναγνωρίζουμε, σύντροφε!”».

Η εκκαθάριση είχε, άλλωστε, ήδη δρομολογηθεί. Στις 11/7 γραμματέας του ΚΚΕ ανέλαβε ο Φαράκος, με μετακίνηση του Φλωράκη στη νεοσύστατη θέση του προέδρου του κόμματος. Την ίδια μέρα, η Κ.Ε. αποφασίζει «να παρθούν δραστικά πολιτικοϊδεολογικά και οργανωτικά μέτρα» για τη συμμόρφωση της ΚΝΕ. Η λήψη τους, με πρώτη την αντικατάσταση της επικεφαλής του «Οδηγητή», που κατηγορείται πως ακολουθεί γραμμή διαφορετική από εκείνη του κόμματος, θα εξαγγελθεί από τον Φαράκο μέσω «Ριζοσπάστη» (23/7).

Στον Περισσό, την ΚΟΑ και την ΚΟΘ, πληροφορούμαστε πάλι από σχετικό ρεπορτάζ του «Σχολιαστή» (9/1989), «υπάρχουν πλέον τεράστιες συλλογές “ειδικών φακέλων” που δίνουν πλήρη αναφορά πού πήγε, ποιους συνάντησε και τι είπε κάθε στέλεχος της ΚΝΕ που διαφωνεί».

Μονομαχία στο φεστιβάλ

Η τελική πράξη παίχτηκε μπροστά στις κάμερες στο 15ο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, στο Γαλάτσι. Στις 14/9 ο Φαράκος απαγορεύει τη διενέργεια χωριστού φεστιβάλ της Σπουδάζουσας Θεσσαλονίκης, ξεκαθαρίζοντας πως όσοι διαφωνούν «δεν θέλουν πια να είναι μέλη του κόμματος».

Η απάντηση θα έρθει την επομένη από το Γραφείο του Κ.Σ. της ΚΝΕ, που καλύπτει το «αντιφεστιβάλ» με οριακή πλειοψηφία (6-5). Το ίδιο βράδυ, το ΚΚΕ δημοσιοποιεί ανακοίνωση της μειοψηφίας του Γραφείου που υπενθυμίζει πως «η ΚΝΕ καθοδηγείται πολιτικά και ιδεολογικά από το ΚΚΕ και είναι υποχρεωμένη να αναπτύσσει τη δράση της με βάση την πολιτική του». Το πράσινο φως για τη διάσπαση είχε δοθεί.

Με την ομιλία του στο φεστιβάλ την επομένη (16/9), ο γραμματέας της νεολαίας θα σηκώσει το γάντι, αποδεχόμενος την αναμέτρηση: «Τα πολιτικά νεκροταφεία είναι γεμάτα από ομοφωνίες και ομοψυχίες. Η ΚΝΕ είναι μόλις 21 χρόνων, στα καλύτερά της χρόνια, και δεν σκοπεύει να συνταξιοδοτηθεί από τώρα. Οι διαφορετικές απόψεις είναι η πηγή της ζωντάνιας μας».

Οπως πληροφορούμαστε από την εισήγηση του Φαράκου στην Κ.Ε. (21/9), η κομματική ηγεσία είχε ελέγξει εκ των προτέρων την ομιλία του Γράψα, αυτός όμως όχι μόνο «δεν πήρε υπόψη του καμιά από τις παρατηρήσεις», αλλά «άλλαξε ή πρόσθεσε κατόπιν τα πιο κρίσιμα σημεία».

Σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος της τότε διανόησης, που εκστασιαζόταν μπροστά στην ιστορική σύμπραξη Δεξιάς-Αριστεράς, στο πλάι της απείθαρχης νεολαίας θα ταχθεί αμέσως ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος: «Με ξάφνιασε ευχάριστα η διεκδίκηση του δικαιώματος στη διαφωνία από τον Γραμματέα της ΚΝΕ Γιώργο Γράψα. Πιστεύω ότι είναι σημαντικό δημοκρατικό αίτημα. Εύχομαι οι δονήσεις στο εσωτερικό της ΚΝΕ να γίνουν γόνιμος διάλογος και να μη σταματήσουν με παρεμβάσεις» («Οδηγητής», 22/9/1989).

Η αντεπίθεση του Φαράκου θα γίνει την επομένη από το ίδιο βήμα: «Θέλουμε μια ΚΝΕ που οι νέοι σύντροφοί μας τη γλώσσα της νέας γενιάς θα μιλούν, στα δικά της στέκια θα βρίσκονται, με τα δικά της προβλήματα θα βασανίζονται. Που δε θα σκουριάζει τη σκέψη της ούτε ίχνος δήθεν επαναστατικής φρασεολογίας, υπεροψίας και πατερναλιστικής αντιμετώπισης της νέας γενιάς. Θέλουμε μια ΚΝΕ όχι απλά “δεμένη” με τη νεολαία, αλλά νεολαία και την ίδια. Μια ΚΝΕ που θα στηρίζεται γερά στην πολιτική, τις ιδέες, τις σύγχρονες επεξεργασίες του ΚΚΕ».

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες μέρες, ο χώρος του φεστιβάλ είχε κατακλυστεί από (ενήλικα) κομματικά μέλη, σε μια επίδειξη δύναμης σημαδιακή από κάθε άποψη.

Με ένα τριήμερο διάλειμμα λόγω επίσημης επίσκεψης του Φλωράκη στη Βουλγαρία, η τελική εκκαθάριση θα δρομολογηθεί από την Κ.Ε. στις 21 Σεπτεμβρίου. Στην εισήγησή του, ο Φαράκος κατηγορεί την ΚΝΕ πως, «από οργάνωση για τη διαπαιδαγώγηση νέων κομμουνιστών, μετατρέπεται σε οργάνωση που σπέρνει συγχύσεις και αμφιβολίες στα μέλη της για το Κόμμα». Το δε σώμα αποφασίζει κατά πλειοψηφία την καθαίρεση του Κ.Σ. και τη διοργάνωση συνεδρίου της νεολαίας από διορισμένη «προσυνεδριακή επιτροπή» νομιμοφρόνων, με επικεφαλής τον 38χρονο Σήφη Κωτσαντή, που αποσπάστηκε επί τούτου από το κόμμα στη νεολαία.

Μέσα στη νύχτα, το Κ.Σ. συνεδριάζει με τη σειρά του και, με 46 ψήφους έναντι 16 αποχών, επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη στον γραμματέα του, προκηρύσσει έκτακτο συνέδριο της ΚΝΕ ώστε «τα μέλη της να πάρουν στα χέρια τους την πορεία της οργάνωσης» και «απευθύνει έκκληση στην Κ.Ε. να επανεξετάσει τα μέτρα που πήρε» για να αποφευχθεί η διάσπαση.

Προσερχόμενος στα γραφεία της οδού Φερρών, που πολιορκούνται από εκατοντάδες νέους αποφασισμένους να αποτρέψουν κάθε απόπειρα ανακατάληψής τους από τους κομματικούς, ο Γιώργος Γράψας ξεκαθαρίζει στους δημοσιογράφους: «Μπήκε όρος ότι, αν δεν πειθαρχήσω, θα καθαιρεθώ [από την Κ.Ε.]. Φυσικά, δεν πρόκειται να πειθαρχήσω». Το πλήθος ξεσπά με συνθήματα: «Η ΚΝΕ παλεύει και αμφισβητεί, πάντα στην πρώτη τη γραμμή» και «Τα είκοσί μας χρόνια ήταν η αρχή, θα φτάσουμε στη νίκη τη σοσιαλιστική».

Ανθοδέσμες και φίδια

Η διάσπαση ήταν πια πραγματικότητα. Η «προσυνεδριακή επιτροπή» θα υποστηρίξει τις επόμενες μέρες ότι συγκράτησε μεγάλο μέρος της βάσης, διαψεύδεται όμως πανηγυρικά από τη μετεκλογική παραδοχή του Φαράκου (27/4/1990) πως η νομιμόφρων ΚΝΕ, «με τις λίγες και άπειρες δυνάμεις που διαθέτει, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην κομματική δουλειά στη νεολαία».

Οι περισσότεροι ΚΝίτες της εποχής που ρωτήσαμε, ανεξαρτήτως της τότε στάσης τους, εκτιμούν σήμερα ότι έφυγε πάνω από το 70% των ενεργών μελών της οργάνωσης. Συσχετισμός εύκολα αντιληπτός στους εξωτερικούς παρατηρητές, άλλωστε, από τα οφθαλμοφανώς διαφορετικά μεγέθη των εκατέρωθεν κινητοποιήσεων τους επόμενους μήνες.

Αν οι αντιφρονούντες είχαν με το μέρος τους τους αριθμούς, οι νομιμόφρονες διέθεταν πάντως ουκ ευκαταφρόνητα στηρίγματα. Τα ΜΜΕ, κατ’ αρχάς, έβαλαν γερή πλάτη στην εκκαθάριση, πλειοδοτώντας σε κάθε επιχείρημα της κομματικής ηγεσίας. Σύμφωνα με έγκαιρο ρεπορτάζ του «Σχολιαστή» (2/1989), η στάση τους αυτή είχε συμφωνηθεί αρκετά νωρίτερα, σε συνάντηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη -στελέχους τότε του γραφείου Τύπου του ΚΚΕ- «με διευθυντή κυριακάτικης εφημερίδας».

Ενα δεύτερο πεδίο ήταν το οικονομικό. Η ΚΝΕ, οργάνωση με επαγγελματικά στελέχη και «προϋπολογισμό της τάξεως των 100-120 εκατομμυρίων δραχμών» («Το Βήμα», 1/10/1989), ήταν πρακτικά αδύνατο να συνεχίσει όπως πριν μετά την αποκοπή της από τον μητρικό οργανισμό. Για τα μεγαλύτερα ιδίως στελέχη της, η ρήξη με το κόμμα συνεπαγόταν έτσι έναν οδυνηρό επαγγελματικό αναπροσανατολισμό, που περιόρισε ασφυκτικά τα χρονικά περιθώριά τους για πολιτική δράση.

Ο τρίτος παράγοντας που έκρινε την αναμέτρηση ήταν τα δικαστήρια. Αμέσως μετά τη ρήξη της 21ης Σεπτεμβρίου, κυκλοφόρησαν δύο ταυτάριθμοι «Οδηγητές»: ένας του Κ.Σ. (22/9) κι ένας της διορισμένης «προσυνεδριακής» (25/9). Μολονότι ο πρώτος από το επόμενο φύλλο μετατράπηκε σε «Οδηγητή της νεολαίας», το ΚΚΕ κατέφυγε στο Πρωτοδικείο (17/10) διεκδικώντας την αποκλειστική νομή του επίμαχου τίτλου. «Δεν πρόκειται για πολιτική διαφορά αλλά για εμπορική», ξεκαθάρισαν οι δικηγόροι του στην αγόρευσή τους (20/10). «Εμείς πουλάμε ένα προϊόν και οι εναγόμενοι προσπαθούν να αποσπάσουν τμήμα της πελατείας μας, χρησιμοποιώντας το δικό μας εμπορικό σήμα». Το δικαστήριο τους δικαίωσε (20/11) καθώς το τελευταίο ήταν νομικά κατοχυρωμένο από τη Μαρία Δαμανάκη και τον Σπύρο Χαλβατζή.

Η συνέχεια μπορούσε να θεωρηθεί προδιαγεγραμμένη. Οι νομιμόφρονες πραγματοποίησαν το 5ο συνέδριό τους τον Ιανουάριο, με συνέδρους κομματικά μέλη σε ποσοστό 80,22%, ατέλειωτες διακηρύξεις μιας επίπλαστης νεανικότητας και απανωτά γλειψίματα της κομματικής ηγεσίας: οι εργασίες ξεκίνησαν με «μια ανθοδέσμη και ένα φιλί από μια νεαρή συντρόφισσα στο σύντροφο Γρηγόρη» Φαράκο για την ονομαστική του γιορτή κι έκλεισαν με την πρόταση «ν’ αποτελέσει οδηγό στη δράση της ΚΝΕ η ομιλία του».

Εξίσου εύγλωττη ήταν η δημοσιοποίηση από τον «Ριζοσπάστη» του αυτοφακελώματος των νεότερων συνέδρων όσον αφορά τις... σχολικές επιδόσεις τους: «πενήντα εννέα συνέδρων (26%) πολύ καλή, 134 συνέδρων (59,03%) μέτρια και 34 (14,97%) όχι καλή. Εννέα μαθητές και φοιτητές δεν απάντησαν στη συγκεκριμένη ερώτηση» (Ριζοσπάστης, 28/1/1990). Νέος γραμματέας της ΚΝΕ εξελέγη ο Τάκης Θεοδωρικάκος - ο σημερινός υπουργός Εσωτερικών, που λίγο αργότερα μεταπήδησε στον ΣΥΝ (1991) κι από εκεί στο ΠΑΣΟΚ (1993).

Με σοβαρές απώλειες καθ’ οδόν, ο σκληρός πυρήνας των αντιφρονούντων συγκρότησε από την πλευρά του το ΝΑΡ και στις εκλογές της 8/4/1990 υπέστη συντριπτική ήττα, αποσπώντας μόλις 0,22%.

Περιχαρής γι’ αυτή την εξέλιξη, παρά την ταυτόχρονη συρρίκνωση του Συνασπισμού μέσα σ’ ένα δεκάμηνο από το 13,1% στο 10,3%, ο Φαράκος θα ενημερώσει την πρώτη μετεκλογική Κ.Ε. (27/4) πως οι «διασπαστές» αποδείχθηκαν ανθεκτικότεροι στην Ηπειρο και στην Κέρκυρα, όμως «παρουσιάζονται “φωλιές” ψήφων τους και αλλού» («Από το 12ο ώς το 13ο συνέδριο του ΚΚΕ», Αθήνα 1990, σ. 312).

Για τον άνθρωπο που έμελλε να υμνηθεί από την εγχώρια Δεξιά ως ο κατεξοχήν ανανήψας αντίπαλός της, οι εξ αριστερών αμφισβητίες δεν ήταν προφανώς άνθρωποι αλλά φίδια.

Ο σταλινισμός των ΜΜΕ

Η βασική κατηγορία που επιστρατεύτηκε από τις εφημερίδες του 1989 κατά των απείθαρχων μελών της ΚΝΕ ήταν αυτή του «σταλινισμού». Στο χαρακτηριστικότερο ίσως κείμενο των ημερών ο Στέλιος Κούλογλου έβαζε ένα φανταστικό μέλος της οργάνωσης να μονολογεί υπέρ της πρόσφατης σφαγής των αντικαθεστωτικών διαδηλωτών στο Πεκίνο: «Ευτυχώς που τον τελευταίο καιρό υπήρξε και η ευχάριστη εξαίρεση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. [...] Ευτυχώς που υπάρχει η Κίνα και η Τσεχοσλοβακία να κρατούν ψηλά τη σημαία του Μαρξισμού-Λενινισμού. [..] Στο αγώνα που αναλαμβάνουμε δεν είμαστε μόνοι» («Ενας... αγνός Κνίτης καταγγέλλει την οπορτουνιστική ομάδα Φλωράκη-Φαράκου», Το Βήμα, 24/9/1989, σ.8-9).

Ο κινεζικός καταλύτης

Στην πραγματικότητα συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο. Στην περίπτωση λ.χ. της Κίνας, που ο Φλωράκης είχε επισκεφτεί με κάθε επισημότητα τον Απρίλιο, το μεν ΚΚΕ απέφυγε πεισματικά να καταδικάσει τη σφαγή του δημοκρατικού κινήματος ενώ η ΚΝΕ τάχθηκε εξ αρχής στο πλευρό των εξεγερμένων, διαπιστώνοντας πως οι κινητοποιήσεις τους «κρύβουν ένα δυναμισμό και μια πολιτική ωριμότητα που δύσκολα μπορεί να παραβλέψει κανείς» («Οδηγητής», 18/5/1989, σ.19).

Αμέσως μετά την επέμβαση των τανκς στην πλατεία Τιενανμέν, το Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ καταδίκασε απερίφραστα «τα αιματηρά γεγονότα σε βάρος της νεολαίας και των φοιτητών» και κάλεσε «την ελληνική νεολαία, τους φοιτητικούς και σπουδαστικούς συλλόγους και τους άλλους μαζικούς φορείς να εκφράσουν την αλληλεγγύη τους» (4/6/1989).

Μολονότι το κόμμα απαγόρευσε την επίσημη συμμετοχή της, ουκ ολίγα μέλη της πήραν μέρος στη διαδήλωση της επομένης στην κινεζική πρεσβεία και στη συνέχεια συγκρότησαν τη ραχοκοκαλιά των σχετικών κινητοποιήσεων της ΕΦΕΕ. Με την κάλυψη της τελευταίας, η ΚΝΕ Φιλοσοφικής διοργάνωσε επίσης μια εξαιρετικά πολυφωνική συζήτηση για τα γεγονότα της Κίνας στη Νομική (13/6/1989), με ομιλητές δημοσιογράφους απ’ όλο το φάσμα της Αριστεράς, το περιεχόμενο της οποίας εκδόθηκε μέσα στο καλοκαίρι σε μπροσούρα.

Στα απομνημονεύματά του ο Φαράκος αποσιωπά φυσικά πλήρως αυτή τη δραστηριότητα. Πρέπει ν’ ανατρέξουμε στο παράρτημα των τελευταίων σελίδων για να πληροφορηθούμε (σ.368) ότι ειδική απόφαση του Π.Γ. (6/6/1989) αποφάνθηκε πως η παραπάνω ανακοίνωση της ΚΝΕ ήταν εκτός γραμμής ΚΚΕ και Συνασπισμού, εκδόθηκε «χωρίς αντίστοιχη συνεννόηση με τον Γόντικα Δ.» (το στέλεχος του Π.Γ. που καθοδηγούσε τη νεολαία), σε συνεννόηση με τον οποίο η οργάνωση έπρεπε να πάρει διορθωτικά μέτρα.

Παρόμοια αποστροφή για τις αντιδράσεις της ΕΦΕΕ διακατείχε άλλωστε ακόμα και τη σύμμαχο «Καθημερινή»: «Με έστειλαν χθες το απόγευμα από την εφημερίδα να “καλύψω”, λέει, συγκέντρωση φοιτητών και άλλων συνοδοιπόρων για την Κίνα», διαβάζουμε σε χαρακτηριστικό ρεπορτάζ της υπό τύπον σχολίου (1/7/1989). «Καλέ, πού τη θυμήθηκαν λέω την Κίνα, εδώ γίνεται το “έλα να δεις”, με τους κινέζους θα ασχολούμεθα; Τέλος πάντων, πήγα και τι να δω; Μερικές εκατοντάδες αναρχοαυτόνομοι αριστεριστές και άλλοι περίεργοι, μέσα στο κατακαλόκαιρο, που ήταν να παίρνεις τον ένα και να χτυπάς τον άλλο».

Ο δρόμος των μαζών

Αυτά όσον αφορά τα γεγονότα της Κίνας. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά που έφεραν την ΚΝΕ του 1989 αντιμέτωπη με την υπόκλιση του κομματικού φορέα της στα ετοιμοθάνατα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αν ο Στέλιος Κούλογλου και οι συν αυτώ είχαν μπει στον κόπο να ξεφυλλίσουν το τελευταίο -έστω- τεύχος του «Οδηγητή», του επίσημου δηλαδή οργάνου της, θα διαπίστωναν πως οι αναλύσεις του απείχαν έτη φωτός από τα γραφόμενά τους.

Ενώ ο φανταστικός ΚΝίτης του «Βήματος» φερόταν λ.χ. να ονειροπολεί τον στρατιωτικό νόμο του 1981 στην Πολωνία, ο «Οδηγητής» της προηγούμενης εβδομάδας (13/9/1989) υποστήριζε τα ακριβώς αντίθετα: «Αρκετές φορές στο παρελθόν οι κοινωνικές αντιθέσεις εκδηλώθηκαν στην Πολωνία με εκρηκτικό τρόπο: 1956-1971-1981. Ισάριθμες φορές οι λαϊκές μάζες βγήκαν στο προσκήνιο αντιπαλεύοντας τις γραφειοκρατικές δομές και διεκδικώντας να γίνουν πραγματικό υποκείμενο των εξελίξεων στην πολωνική κοινωνία. Φέρνοντας δηλαδή απαιτητικά στην επιφάνεια το βασικότερο στοιχείο του ίδιου του σοσιαλισμού: την εργατική δημοκρατία» (σ.33).

«Ο βολονταρισμός και η αναπαραγωγή του σταλινικού μοντέλου δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα και τις ανάγκες της κοινωνίας», διαβάζουμε παραδίπλα (σ.32).

Ακόμη εμβληματικότερο τεκμήριο των αληθινών προβληματισμών της οργάνωσης αποτελεί το βασικό άρθρο του ίδιου τεύχους, με την υπογραφή της Σοφίας Αντωνακάκη και τίτλο «Ο σοσιαλισμός, η νεολαία και μεις».

Μπροστά στη διάχυτη φιλολογία για τον επικείμενο θάνατο του σοσιαλισμού, εξηγεί, «πρέπει ν’ απαντηθεί τι είναι αυτό που “πεθαίνει”. Κι εδώ υπάρχουν κάποια ερωτήματα: Τι σχέση, για παράδειγμα, έχει η σημερινή μορφή της ιδιοκτησίας σ’ αυτές τις χώρες, που κυριαρχεί μια συγκεντρωτικά, αυταρχικά και αναχρονιστικά διοικούμενη κρατική ιδιοκτησία (όπως κατ’ επανάληψη τα ίδια τα επίσημα ντοκουμέντα του ΚΚΣΕ έχουν διαπιστώσει) με την “κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών” που διατυπώθηκε από τους κλασικούς; Ή τι σχέση έχει η σοσιαλιστική δημοκρατία, η αρχή της συμμετοχής των μαζών στη διεύθυνση και στην εξουσία, με τη διαμόρφωση αυτών των γραφειοκρατικών τεράτων που αποξενώθηκαν από την κοινωνία και τις ανάγκες της, διαμορφώνοντας ένα ολόκληρο παρασιτικό και αντιδραστικό στρατό γραφειοκρατών που ζουν σε βάρος της κοινωνίας; Πόσο η δημοκρατική και συλλογική ανάπτυξη της θεωρίας μπορούν να συμβαδίζουν με τις περίοδες της ουσιαστικής απαγόρευσης της σκέψης και της πιο ακραίας αυταρχικής καταστολής, στο όνομα τάχα της υπεράσπισης του σοσιαλισμού; Μια συζήτηση γύρω από όλα αυτά δεν μπορεί να μη στηριχτεί και σ’ αυτό που σήμερα υπάρχει και αναπτύσσεται σ’ αυτές τις χώρες. Οπου δίπλα στις θέσεις και τις μελέτες των "ειδικών", εκατομμύρια άνθρωποι βγαίνουν στο προσκήνιο βάζοντας πρακτικά και μέσα στη ζωή τη συσσωρευμένη απαίτηση για να παίζουν αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτό που γίνεται. Μέσα σ’ αυτή την κίνηση, που μπορεί να συνυπάρχουν τα πιο διαφορετικά ρεύματα και συμφέροντα, γεννιέται αντικειμενικά και η μαζική βάση μιας νέας ριζοσπαστικής σκέψης για την ανανέωση του σοσιαλισμού» (σ.37).

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΕΡΑΣΕ ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ

 


Γράφει ο Νικηφόρος Κόρακας

«Στην Ελλάδα, το μέλλον μοιάζει πιο δυστοπικό από ποτέ, καθώς όσοι καταφέρνουν να διασχίσουν τη θάλασσα συνεχίζουν να ζουν σε άθλιους καταυλισμούς στα ελληνικά νησιά. Είναι τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι καθώς ο κόσμος παρατηρεί τις τελευταίες εξελίξεις στο Αφγανιστάν, η ΕΕ και η Ελλάδα εγκαινιάζουν ένα νέο κέντρο-φυλακή που θα εγκλωβίσει τους πρόσφυγες στο νησί της Σάμου. Αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη της σκληρότητας των μεταναστευτικών πολιτικών της ΕΕ», η δήλωση του  Κων/νου Ψυκάκου συντονιστής  των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην Λέσβο.

Πέρασε ένας χρόνος από την  8η Σεπτεμβρίου 2020 μετά την καταστροφική  φωτιά που  κατέστρεψε ολοσχερώς το στρατόπεδο της Μόριας  βλέπουμε να έχει γίνει ακόμη πιο αυστηρό o στρατηγικός σχεδιασμός  από την υποδοχή μέχρι την προσφυγή ασύλου.

Η Μόρια ήταν ο ορισμός του  της ξενοφοβίας του ρατσισμού του εγκλεισμού χωρίς καμία προοπτική  μιας υπέρμετρης  αντίληψης ότι «…αν κάνουμε το βίο αβίωτο στους ανθρώπους που ζητούν άσυλο, θα σταματήσουν να έρχονται… »!!!. Σήμερα οι εξαφανίσεις, οι απαγωγές, οι βασανισμοί οι εξευτελισμοί ,οι παράνομες απελάσεις και οι επαναπροωθήσεις συνεχίζονται με την ανοχή της Ελληνικής Κυβέρνησης - πληροφοριακά για το έτος 2021 περίπου 2000 επαναπροωθήσεις έχουν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με στοιχεία της Aegean boat Report .Το ελληνικό κράτος αποποιείται την οποιαδήποτε ευθύνη, με πρόσφατο νόμο του Μηταράκη (οπαδό του Σαλβίνι) ποινικοποιείται όχι μόνο η διάσωση αλλά και η κοινωνική αλληλεγγύη οποιουδήποτε πολίτη προσπαθεί να βοηθήσει χωρίς την άδεια των Λιμενικών Αρχών .Σίγουρα το Ελληνικό Κράτος παραβιάζει τα ανθρωπινά δικαιώματα και τις Διεθνείς Συμβάσεις  και παρά τις προειδοποιήσεις τα πρόστιμα και την προβολή των διεθνών ΜΜΕ αυτό εξακολουθεί να συνεχίζεται .Ασφαλώς δεν μας προξενεί καμία έκπληξη !!!

 Τα πρόσφατα γεγονότα  στο Αφγανιστάν έχουν σημάνει συναγερμό για το ενδεχόμενο νέων προσφυγικών ροών στην Ευρώπη. Η Κυβέρνηση Μητσοτάκη ασχολείται μόνο με την αποτροπή της πρόσβασης προσφύγων στο άσυλο, υψώνοντας τείχη στον Έβρο και εντείνοντας τις επιχειρήσεις αποτροπής  στα νησιά μας.

Οι οργανώσεις εκφράζουν την ανησυχία τους για την ΚΥΑ που ορίζει την Τουρκία ως ασφαλή τρίτη χώρα για τους αιτούντες άσυλο από τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές και τη Σομαλία. Η απόφαση συνεχίζουν, «απειλεί να μετατρέψει ελληνικά νησιά, όπως η Λέσβος, σε τόπους αδιέξοδου για αιτούντες άσυλο, καθώς η εφαρμογή της θέτει χιλιάδες αιτούντες άσυλο σε κίνδυνο εγκλωβισμού σε ένα νομικό κενό, όπου και θα στερούνται προστασίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και θα αδυνατούν να επιστρέψουν στην Τουρκία, η οποία έχει σταματήσει να δέχεται τις αναγκαστικές επιστροφές από την Ελλάδα από το 2020».Την ίδια ώρα, επισημαίνουν, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί αλληλεγγύης έχουν παύσει να λειτουργούν και οι μετεγκαταστάσεις σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη έχουν σταματήσει «αφήνοντας ακόμη έναν χειμώνα σε σκηνές χιλιάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά».

Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση, συνεχίζει την ίδια ρατσιστική και ξενοφοβική πολιτική μετάθεσης της ευθύνης στις χώρες πρώτης υποδοχής, χωρίς να εξασφαλίζεται δεσμευτική μετεγκατάσταση προσφύγων σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

Το μεταναστευτικό-προσφυγικό που είναι πρωτίστως παγκόσμιο ζήτημα, αποτελεί απόρροια των “πληγών”, που επιφέρει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις (Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία κ.λπ.). Είναι ένα ζήτημα που απειλεί πλέον με βίαιο τρόπο να ξεθεμελιώσει και το προβληματικό Ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Η Ελλάδα  ως ευρωπαϊκή χώρα διέλευσης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων από την Τουρκία προς τη Δύση, με την βοήθεια του Τουρκικού  κατεστημένου σε συνδυασμό με την ρατσιστική ευρωπαϊκή πολιτική και τους αναδυόμενους ευρωπαϊκούς εθνικισμούς και σκοταδισμούς, έχει μετατραπεί σε “αποθήκη ψυχών”.Είναι πλέον προφανές ότι το μεταναστευτικό χρησιμοποιείται από την Άγκυρα ως βασικό εργαλείο πίεσης αλλαγής της συνθήκης της Λωζάνης  μέσω του συνεχιζόμενου διαλόγου αλλά και την προσπάθεια «ρευστοποίησης» των συνόρων με την Ελλάδα αλλά και με τις γειτονικές  χώρες. Τα γεγονότα του  Έβρου τον Φεβρουάριο του 2020, κατέδειξαν το έωλο των επιχειρημάτων αυτών που μέχρι και σήμερα, στο όνομα του άκρατου εθνικισμού  και των ρατσιστικών και ξενοφοβικών  κορόνων πρωτοστάτησαν στη δημιουργία μιας εχθρικής στάσης απέναντι στο  φλέγον ζήτημα του μεταναστευτικού .

Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως μία σοβαρή ρεαλιστική και αλλαγή  πολιτικής στο ζήτημα αυτό, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις ,σκοπιμότητες  και εθνικιστικές κραυγές . Μία πολιτική που να συνδυάζει την ειρήνη , την ασφάλεια ,την ισότητα και το σεβασμό τους διεθνούς κανόνες προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

 Μια τέτοια αλλαγή πολιτικής και στρατηγικής  θα πρέπει να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων:

Την άμεση κατάργηση της απαράδεκτης Συνθήκης του Δουβλίνου ΙΙ, που να διασφαλίζει τα αιτήματα  των προσφύγων που εισέρχονται στην ΕΕ από όλα τα κράτη, έτσι ώστε οι αιτήσεις ασύλου να υποβάλλονται στην πρώτη χώρα εισόδου.

Την άμεση κατάργηση  ρατσιστικής ευρωτουρκικής συμφωνίας  σχετικά  με την διαδικασία επαναπροώθησης των μη δικαιούντο άσυλο στην Τουρκία (αφορά μόνο αυτούς που βρίσκονται στα νησιά του Βορείου Αιγαίου και όχι στην υπόλοιπη ελληνική επικράτειας ).

Την άμεση ανάληψη της ευθύνης από το ελληνικό κράτος συνολικά του προσφυγικού-μεταναστευτικού, αντί των ΜΚΟ και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ που έχουν μετατραπεί σε ιδιότυπους “εργοδότες” των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Την δημιουργία αξιοπρεπών υποδομών στέγασης σίτισης πρωτοβάθμιας φροντίδας και κέντρων υποδοχής αντί των κολαστηρίων Ευρωπαϊκού δημιουργήματος τύπου Μόριας.

Κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελλάδα ,παροχή ασύλου και ταξιδιωτικών εγγράφων ώστε να συνεχίσουν όσοι επιθυμούν το ταξίδι τους.

Η Ελληνική Κυβέρνηση  θα πρέπει να απαιτήσει, ως ελάχιστο δείγμα κοινοτικής αλληλεγγύης από την ΕΕ, την μεταφορά και κατανομή του μεγαλύτερου μέρους των μεταναστών και προσφύγων στις ευρωπαϊκές χώρες, ως ένα ελάχιστο δείγμα συνεισφοράς τους για την αντιμετώπιση του προβλήματος .

Ας θυμηθούμε τα λόγια του Ιάσωνα Αποστολόπουλου: «Έχουμε το μοναδικό́ φαινόμενο στον κόσμο, όπου ένα λιμενικό́ σώμα, όχι μονό δεν διασώζει ναυαγούς, όπως είναι υποχρεωμένο να κάνει από́ τις διεθνείς συμβάσεις, αλλά́ τους δημιουργεί́ από́ το μηδέν".

https://youtu.be/uM6PGlLNL2E

Τελικά Δεν γνωρίζουμε τί είναι πιο φριχτό: τα κρατικά εγκλήματα της Ελλ. Κυβέρνησης ;η συνενοχή της Ευρωπαϊκής μας της Ένωσης; η σιγή της αριστερής  αντιπολίτευσης; ή η κοινωνική αδιαφορία του λαού μας;....