Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

Η πολιτική της ΕΕ οδηγεί στον ξεριζωμό της αγροτιάς

αγρότισσα -agrotissa-300x180

Σε κάθετη πτώση το αγροτικό εισόδημα

Σήμερα, η συντριπτική πλειοψηφία της αγροτιάς δέχεται την ασφυκτική πίεση της οικονομικής κρίσης και τα εντεινόμενα μέτρα που επιβάλλει το καθεστώς της ξένης εξάρτησης και υλοποιούν οι υποτελείς ελληνικές κυβερνήσεις. Έτσι, το αγροτικό εισόδημα συνεχώς μειώνεται, οι τιμές των αγροτικών εφοδίων συνεχώς αυξάνονται, οι συνεταιρισμοί μετατρέπονται σε ΑΕ, οι καλλιέργειες γίνονται ολοένα και πιο ασύμφορες, τα χρέη πνίγουν τα φτωχά αγροτικά νοικοκυριά, η αγροτιά «γερνάει», το έλλειμμα του αγροτικού εμπορικού Ισοζυγίου αυξάνει, τα χωριά σιγά-σιγά εγκαταλείπονται. Αυτή η εικόνα επικρατεί σήμερα στην ελληνική ύπαιθρο, την ώρα που οι εκάστοτε κυβερνήσεις, προσυπογράφουν αντιαγροτικές συμφωνίες για την εφαρμογή της όλο και πιο καταστροφικής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) της ΕΕ.
Αλλά και πέρα από τις συνέπειες της ΚΑΠ, τα αντιλαϊκά μέτρα της μνημονιακής πολιτικής των τελευταίων εννέα χρόνων, εφαρμόζονται με την ίδια αγριότητα και πάνω στην αγροτιά, που έτσι χτυπιέται ανελέητα από πολλαπλές αρνητικές καταστάσεις. Κι ενώ το αγροτικό εισόδημα, λόγω των ανατιμήσεων των αγροτικών εφοδίων και των χαμηλών τιμών των αγροτικών προϊόντων, το 2018 εμφάνιζε μείωση κατά 4,8% σε σχέση με το 2017, η φτωχομεσαία αγροτιά καλείται να πληρώσει όλα τα ληστρικά μέτρα που επιβάλλουν ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ και εφαρμόζει δουλικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Σε τραγική κατάσταση Γεωργία-Κτηνοτροφία
Ας δούμε όμως από πιο κοντά την τραγική κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το φτωχομεσαίο αγροτικό νοικοκυριό στους επιμέρους τομείς της γεωργίας και κτηνοτροφίας, όπου παρατηρείται μία σοβαρή μείωση της αγροτικής παραγωγής. Τα τελευταία χρόνια και ιδίως μετά το 2010, η Γεωργία εμφανίζει μία συνεχή πτωτική τάση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Μεγαλύτερη πτώση παρουσιάζεται στα σιτηρά, στο βαμβάκι, στη βιομηχανική ντομάτα, τα ζαχαρότευτλα, στ’ αμπέλια, στα εσπεριδοειδή, στις ελιές. Ο καπνός, τα σύκα και η σταφίδα έχουν πλέον εξοβελιστεί από την αγορά. Σε ό,τι αφορά την κτηνοτροφία, φέτος υπολογίζεται ότι η χώρα μας θα παράγει 210.000 τόνους αγελαδινού γάλακτος λιγότερους από το πλαφόν που έχει καθοριστεί στην ΕΕ, (δηλ. παράγουμε 665.000 τόνους, όταν το πλαφόν είναι 850.000 τόνοι και οι ανάγκες της χώρας μας ξεπερνούν τους 1.200.000 τόνους). Παράλληλα, σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα παραμένει η ζωική παραγωγή (εισαγωγή μοσχαρίσιου κρέατος κατά 90%, χοιρινού κατά 70%, κλπ.) κυρίως σε κρέατα κάθε λογίς, ενώ μεγάλη είναι και η πτώση στην αλιευτική παραγωγή.
Οι τιμές όλων ανεξαιρέτως των αγροτικών προϊόντων κινούνται σε εξευτελιστικά επίπεδα, μη καλύπτοντας πολλές φορές ούτε το κόστος παραγωγής. Η μείωση της εμπορικής τιμής στο βαμβάκι αγγίζει το 15% – 20% κι ανάλογα κινείται στα σιτηρά, στο καλαμπόκι, στα κηπευτικά, ενώ σε ανάλογα εξευτελιστικές τιμές πληρώνεται στους κτηνοτρόφους το γάλα (αγελαδινό, πρόβειο και γίδινο) και το κρέας.
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι τιμές των αγροτικών εφοδίων (σπόροι, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, εργαλεία και μηχανήματα, ζωοτροφές, κτηνιατρικά σκευάσματα, καθαρές σειρές ζώων, κλπ.) που ελέγχονται από ντόπια και ξένα μονοπώλια, συνεχώς ανεβαίνουν, ανατρέποντας προς το χειρότερο τα κοστολόγια των αγροτικών προϊόντων. Ιδιαίτερα αυξημένες είναι οι τιμές των ζωοτροφών, οι οποίες καλύπτουν το 37- 40% του κόστους παραγωγής της κτηνοτροφίας, ενώ εξ ίσου υψηλές είναι και οι τιμές στα καύσιμα, την ηλεκτρική ενέργεια, που καλύπτουν άλλο ένα 25-30% του κόστους παραγωγής σε Γεωργία και Κτηνοτροφία, και τέλος οι τιμές των σπόρων, των εισαγόμενων φυλών ζώων, των φυτοφαρμάκων και κτηνιατρικών σκευασμάτων.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τις επιδοτήσεις, που αποτελούν το 50-55% του αγροτικού εισοδήματος, ήδη από την εφαρμογή της τελευταίας ΚΑΠ, έχουν περιοριστεί δραστικά καθώς έχουν στο μεγαλύτερο μέρος αποσυνδεθεί από την παραγωγή. Οι άμεσες ενισχύσεις από την ΕΕ μειώνονται με τις ετήσιες περικοπές που έχουν προβλεφθεί στο πλαίσιο της ΚΑΠ, ενώ σε πολλά προϊόντα η επιδότηση έχει εντελώς αποδεσμευτεί από την παραγωγή. Να σημειώσουμε ότι το 80% των ενισχύσεων/επιδοτήσεων το νέμεται το 20% των μεγαλοαγροτών, ενώ το υπόλοιπο μόλις 20% διανέμεται στο 80% των αγροτών!
Η φοροληστεία και τα χαράτσια τσακίζουν και την αγροτιά
Τα αλλεπάλληλα αντιλαϊκά μέτρα μείωσαν το αφορολόγητο εισόδημα από τα 12.000 € στα 8.680 €. Και προφανώς υπάρχει ο κίνδυνος από 1ης Γενάρη 2020 να μειωθεί ακόμα παραπέρα, στα 5.860 €, με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία της φτωχομεσαίας αγροτιάς να αδυνατεί να ανταποκριθεί σε αυτή την άδικη φορολογία. Επιπλέον, με τη φορολογία στα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα, καλούνται οι φτωχοί αγρότες να πληρώσουν νέο βαρύ χαράτσι. Στους «υπόχρεους» αυτού του επαίσχυντου φόρου συμπεριλαμβάνονται και ζευγάρια ηλικιωμένων χωρικών, που κατοικούν σε χαμόσπιτα και προσπαθούν να επιβιώσουν με την αγροτική «σύνταξη» των 300 €, η οποία δε φτάνει ούτε για τα απολύτως αναγκαία.
Βαρύ χαράτσι υποχρεώνονται να πληρώσουν οι φτωχοί αγρότες και με τον πρόσφατο νόμο για τα αυθαίρετα, καθώς είναι πάρα πολλοί στα χωριά οι οποίοι, επειδή τα σπίτια τους, αλλά και οι αγροτικές αποθήκες που υπάρχουν στα οικόπεδά τους, χτίστηκαν πριν από πολλά χρόνια, δεν έχουν στα χέρια τους οικοδομικές άδειες για να δηλωθούν στο Κτηματολόγιο. Όλοι αυτοί καλούνται, τώρα, να πληρώσουν πολλά χρήματα για τη λεγόμενη «αποκατάσταση» κι αν δεν το κάνουν δε θα μπορούν να προχωρήσουν σε καμιά εμπράγματη δικαιοπραξία, (μεταβίβαση κ.λπ.), σε ακίνητα με αυθαίρετες κατασκευές ή αυθαίρετες αλλαγές χρήσης.
Μαζί με τα νέα, οι μικρομεσαίοι αγρότες καλούνται να πληρώσουν και παλιότερα χαράτσια, όπως: την τεράστια αύξηση στα ασφάλιστρα του ΕΛΓΑ, χωρίς, μάλιστα, να καλύπτονται ασφαλιστικά όλες οι ζημιές που υπόκεινται οι καλλιέργειες και τα ζώα. Κι επειδή το χαράτσι αυτό αδυνατεί να το πληρώσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των αγροτών, η κυβέρνηση επιχειρεί να το εισπράξει, με το ζόρι, παρακρατώντας το από τους λογαριασμούς που έχουν οι αγρότες στις τράπεζες για την κατάθεση των επιδοτήσεων κ.α. ενισχύσεων, αποζημιώσεων κ.λπ.
Τέλος, η λεγόμενη αγροτική «σύνταξη» του ΟΓΑ δεν είναι παρά ένα πενιχρό βοήθημα, το οποίο δίνεται εν είδει ελεημοσύνης στους ανθρώπους που ξόδεψαν μια ζωή στη δουλειά και στον αγώνα για να εξασφαλίσουν γεράματα με αξιοπρέπεια.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
Ο ρόλος των πολυεθνικών
Η κατάρρευση των σάπιων ρεβιζιονιστικών καθεστώτων της ΕΣΣΔ και των άλλων «σοσιαλιστικών» χωρών της Αν. Ευρώπης, έβαλε ξανά σε λειτουργία την ενιαία παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, επιφέροντας σοβαρές αλλαγές στην παγκόσμια αγροτική οικονομία. Αυτή με τη σειρά της, και στο πλαίσιο της κακόφημης «παγκοσμιοποίησης», οδήγησε τότε το διεθνές εμπόριο αγροτικών προϊόντων στην «απελευθέρωση», κάτω από την κυριαρχία των πλανητικών μονοπωλίων των σπόρων, της ψηφιακής και ηλεκτρονικής τεχνολογίας, των χημικών, των αγροδιατροφικών (σιτηρά, κρέας, λάδια, βαμβάκι, φρούτα, κλπ.), των μηχανημάτων, της γεωργικής έρευνας, των πετρελαιοειδών και κυρίως των τραπεζών. Στο μεταξύ, ο ανταγωνισμός μεταξύ των ιμπεριαλιστικών πόλων πήρε τη μορφή εμπορικού πολέμου. Τις συμφωνίες στο πλαίσιο της GATT (General Agreement of Taxes and Trade), αντικατέστησε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, καθώς επίσης και η ΤΡΡ (Trans-Pacific Partnership). Σήμερα η πολιτική Τραμπ απειλεί με ακύρωση όλες τις διεθνείς πολυμερείς Συμφωνίες, οξύνοντας ακόμα παραπέρα τον εμπορικό πόλεμο, καθώς νέοι ισχυροί διεκδικητές έχουν μπει στην παγκόσμια κονίστρα.
Η αντιαγροτική πολιτική της ΕΟΚ/ΕΕ
Σηκώνοντας τη σημαία της «ανταγωνιστικότητας», μέσα στα 38 χρόνια της ένταξης της χώρας μας, η ΕΟΚ/ΕΕ λεηλάτησε την ελληνική ύπαιθρο, είτε πουλώντας, αθρόα, τεχνολογία (τρακτέρ, θερμοκήπια, λιπάσματα, σπόρους, υβρίδια, μηχανήματα, εργαλεία, κ.α.), είτε συνάπτοντας συμφωνίες με αφρικανικές χώρες (Συνθήκη Lome, με πρώην αποικίες) για εισαγωγές ομοειδών με τα ελληνικά προϊόντα, είτε «σηκώνοντας» τις τεχνικές και διαιτητικές προδιαγραφές των αγροτικών προϊόντων (τις οποίες όμως η ίδια καταπάτησε – βλέπε διοξίνες, τοξικά, εγκεφαλοπάθειες, ορυκτέλαια, κλπ., κλπ.), είτε κόβοντας επιλεκτικά τις επιδοτήσεις μεσογειακών κυρίως προϊόντων, είτε επιβάλλοντας περιορισμούς και πρόστιμα στην παραγωγή, είτε διαμορφώνοντας τιμές –μέσω της «ελευθερίας της αγοράς»- απολύτως ασύμφορες για την πλειοψηφία της ελληνικής αγροτιάς του μικρού πολυτεμαχισμένου κλήρου, των μικρών κοπαδιών και ψαροκάικων, της χαμηλής παραγωγικότητας γενικά. Το κόστος παραγωγής για τη φτωχομεσαία αγροτιά εκτοξεύτηκε στα ύψη, ενώ παράλληλα ξεκίνησαν οι αθρόες εισαγωγές.
Παράλληλα, η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) έθετε συνεχή μειωμένα όρια στη φυτική και ζωική παραγωγή, για τη μείωση εκτάσεων και αγροκαλλιεργειών, όχι μόνο για πλεονασματικά, αλλά ακόμη και για ελλειμματικά προϊόντα όπως ο καπνός και το βαμβάκι. Έτσι, το ύπουλο όπλο των επιδοτήσεων σε συνδυασμό με τον άνισο ανταγωνισμό από τις ισχυρές χώρες, οδήγησαν την αγροτιά μας να ξεριζώσει δεκάδες χιλιάδες σταφιδάμπελα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, να συρρικνώσει έως να μηδενίσει τη παραγωγή και ποσότητα εξαγωγών καπνού, να μειώσει την παραγωγή σκληρού σταριού, να εξαφανίσει την τευτλοκαλλιέργεια, να διαλύσει τα θερμοκήπια, να παράγει φρούτα και οπωροκηπευτικά για τις «χωματερές», να εγκαταλείψει την ορεινή αιγοπροβατοτροφία, κ.λπ. Αυτή η καταστροφή από τη στιγμή που μπήκαμε στην ΕΟΚ αποτυπώνεται στο αγροτικό εμπορικό Ισοζύγιο (εξαγωγές μείον εισαγωγές), το οποίο παρουσιάζει δραματική επιδείνωση σε ολόκληρη την περίοδο μετά την ένταξή μας στην ΕΟΚ/Ε.Ε. Το έλλειμμα του αγροτικού Ισοζυγίου έχει σχεδόν οκταπλασιαστεί μετά την ένταξη, φθάνοντας σήμερα στο 1,6 δις €, στο πιο γεωργικό κράτος-μέλος της ΕΕ! Και αυτό, παρά το γεγονός ότι στην αγροτική παραγωγή απασχολείται υπερτριπλάσιο ποσοστό του ενεργού πληθυσμού σε σχέση με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, που ωστόσο έχουν συνήθως πλεόνασμα στο αγροτικό τους Ισοζύγιο.
Η «Στρατηγική για το 2020»
Με στόχο το ανώτατο ποσοστό κέρδους και με πρόσχημα την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο προχωρά ανεμπόδιστο στην υλοποίηση του γνωστού αντιδραστικού προγράμματος με τίτλο «Στρατηγική για το 2020». Και ναι μεν είναι γνωστά τα επιμέρους προβλήματα της πολύχρονης μνημονιακής πολιτικής της μεγάλης μάζας των εργατολαϊκών στρωμάτων, ωστόσο οι συνέπειες της εφαρμογής τους στο σύνολο της ευρωπαϊκής φτωχής και μεσαίας αγροτιάς, παραμένουν συνήθως στο ημίφως της δημοσιότητας, παρά το γεγονός ότι ο απασχολούμενος αγροτικός πληθυσμός της Ευρώπης ξεπερνά τα 12 εκατομμύρια.
Όπως είναι ήδη γνωστό, από τον Οκτώβρη του 2014, ισχύει η νέα αναθεωρημένη ΚΑΠ. Με βάση αυτή, τα προβλήματα που έχουν προκύψει για τους φτωχομεσαίους αγρότες της χώρας μας (λόγω της ιδιαιτερότητας που εμφανίζουν τα κοστολόγια της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, όπως λ.χ. εισαγωγή σπόρων, ειδών και φυλών ζώων, φυτοφαρμακευτικών και κτηνιατρικών σκευασμάτων, εργαλείων και μηχανημάτων, λιπασμάτων, βιταμινών, ζωοτροφών, τεχνογνωσίας, κλπ.), από την εφαρμογή της, αποτελούν την ταφόπλακα για κάθε μελλοντική αγροτική δραστηριότητα.
Το πρότυπο του επιχειρηματία-αγρότη
Ήδη το φάντασμα του πρώην Επιτρόπου Γεωργίας της τότε ΕΟΚ, G.Mansholt (που με υπόμνημά του το 1968, εισηγούνταν τον εξοστρακισμό της ευρωπαϊκής φτωχομεσαίας αγροτιάς από την αγροτική δραστηριότητα), μέσω των αγροτικών «αναδιαρθρώσεων», στοιχειώνει και περονιάζει όχι μόνο τη νέα αναθεώρηση της ΚΑΠ 2014-2020, αλλά και όσες προηγήθηκαν. Γιατί ο ευρωπαϊκός στόχος ήταν και παραμένει, η μεγάλη αγροτική επιχείρηση, του επιχειρηματία-αγρότη και η οργανική σύνδεσή της με τα αγροδιατροφικά μονοπώλια. Και είναι περιττό να αναφέρουμε ότι όλες οι μέχρι σήμερα αποφάσεις της ΚΑΠ, οδήγησαν τη χώρα μας -την πιο γεωργική χώρα της Ευρώπης- στη μείωση του αγροτικού εισοδήματος, στην καταστροφή πάνω από 250.000 αγροτικών νοικοκυριών, στη δραστική συρρίκνωση του αγροτικού πληθυσμού, στην κατάρρευση της αγροτικής παραγωγής, στις αθρόες εισαγωγές -ομοειδών με τα παραγόμενα- αγροτικών προϊόντων. Προχωρώντας στο νέο αυτό πρότυπο, η εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας από τους φτωχούς αγρότες θα ενταθεί.
Συνεχείς οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην ελληνική Γεωργία
Κάτω από αυτές τις παγκόσμιες εξελίξεις, με την κυριαρχία των πολυεθνικών, μέσα στις συμπληγάδες της ΚΑΠ, της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και της εγχώριας μνημονιακής πολιτικής, η φτωχομεσαία αγροτιά της χώρας μας κυριολεκτικά αφανίζεται. Οι επιπτώσεις των αλλεπάλληλων τροποποιήσεων της ΚΑΠ, μέσα στα 38 χρόνια της ένταξης της χώρας, αφορούσαν κυρίως: 
1) Την κατάργηση των «θεσμικών» τιμών παραγωγού και την εγκατάλειψη της αγροτιάς στο έλεος των εμποροβιομηχάνων. 
2) Την εκτόξευση του κόστους παραγωγής λόγω της αθρόας εισαγωγής μηχανημάτων, αγροτικών εφοδίων, αλλά και την αύξηση των ενεργειακών τιμών.
 3) Την κατάργηση των τριτοβάθμιων συνεταιριστικών οργανώσεων που παρενέβαιναν μέσω των κρατικών επιδοτήσεων.
 4) Την κατάργηση της κρατικής ΑΤΕ και των προγραμμάτων δανειοδότησης των αγροτών.
 5) Την κατάργηση των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων και την αντικατάστασή τους με «ομάδες παραγωγών», τις «διεπαγγελματικές οργανώσεις» και τις αγροδιατροφικές συμπράξεις (ν.4015/11). Ο «συνεταιριστικός» νόμος (ν.4384/16) της κυβέρνησης Τσίπρα μετέτρεψε τις συνεταιριστικές οργανώσεις σε ΑΕ, με υψηλό τίμημα συμμετοχής και άρα αποκλεισμό της φτωχομεσαίας αγροτιάς.
 6) Την ανισοκατανομή των κοινοτικών επιδοτήσεων, όπου το 20% των μεγαλοαγροτών και των «αγροτικών επιχειρήσεων» εισπράττει το 80% των επιδοτήσεων.
 7) Τη μετατροπή της χώρας μας από εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων σε εισαγωγέα, με το έλλειμμα του αγροτικού εμπορικού ισοζυγίου να φτάνει τα 1,5-2 δις € το χρόνο.
Είναι λοιπόν αυτονόητο το συμπέρασμα για το ποιος ευθύνεται για την καταστροφή της αγροτιάς. Είναι το καθεστώς της εξάρτησης από το ιμπεριαλιστικό μόρφωμα της ΕΕ και τα παγκόσμια μονοπώλια, τα οποία εξακολουθούν να υπηρετούν όλες οι κυβερνήσεις της μεγαλοαστικής τάξης, συμπεριλαμβανομένης και της συγκυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
www.prologos.gr



Κυριακή 12 Μαΐου 2019

Η μάνα – πρόσφυγας μέσα από φωτογρφίες

Ωδή στα χέρια της μάνας – πρόσφυγα, που με αυτά καλείται όχι μόνο να πάρει το παιδί της από τη δίνη του πολέμου και να το κουβαλήσει μέσα από δύσβατα μονοπάτια και αγριεμένες θάλασσες, αλλά και να το προστατέψει εκεί που θα καταλήξει, αποτελεί το φωτογραφικό αφιέρωμα που παρουσιάζει το πρακτορείο Reuters με αφορμή τη σημερινή Γιορτή της Μητέρας. Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες λένε από μόνες τους τι σημαίνει μητέρα.


tvxs.gr

Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

Ψήφος αντάρτικη, για ρεύμα ανατροπής



Ψήφος αντάρτικη, για ρεύμα ανατροπής

Ανάλυση: Χάρης Λαμπρόπουλος
Μπροστά στις εκλογές της 26 Μάη
Βασικό ζητούμενο σήμερα είναι η διαμόρφωση ενός μαζικού πολιτικού ρεύματος, που θα εκφράσει την άρνηση προσαρμογής και υποταγής σε αυτή τη μαύρη για τη ζωή μας κανονικότητα. Θα κηρύξει «αντάρτικο» απέναντί της με στόχο της ανατροπή της και θα χρωματίζεται από το τρίπτυχο απειθαρχία/αντιπολίτευση-ρήξη-ανατροπή. Αυτό το ρεύμα πρέπει να εκφραστεί και στις 26 Μαΐου.
Η βαρβαρότητα ως νέα φρικιαστική κανονικότητα
Μετά την περίοδο των μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών αγώνων 2010-2015, κομβικών πολιτικών στιγμών όπως το δημοψήφισμα και τέσσερα χρόνια κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ οι κυρίαρχες δυνάμεις επιχειρούν να διαμορφώσουν μια «νέα κανονικότητα». Προσπαθούν να μας πείσουν ότι η ζωή μας θα ορίζεται από τη δημοσιονομική πειθαρχία, τις μνημονιακές δεσμεύσεις ως το 2060 και τη φυλακή της ΕΕ. Ότι πρέπει να αποδεχτούμε τη διαιώνιση της φτώχειας και της ανεργίας, τη ζωή με επιδόματα αντί για αυξήσεις σε μισθούς, τους πλειστηριασμούς της λαϊκής κατοικίας, τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς στους δήμους και την εμπορευματοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών, την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας περιουσίας, το σχολείο των ταξικών φραγμών, τις συνθήκες γαλέρας για την εργαζόμενη νεολαία.
Η κανονικότητα αυτή εκφράζεται στο πολιτικό σύστημα από την προσπάθεια διαμόρφωσης ενός διπολισμού, με στόχο να μας εγκλωβίσουν σε αυτό. Από τη μια ο «προοδευτικός πόλος με κοινωνική ευαισθησία» με κέντρο τον ΣΥΡΙΖΑ και από την άλλη ο εθνικιστικός και ακραιφνής νεοφιλελεύθερος με κέντρο τη ΝΔ. Όσο και αν θέλουν να πείσουν ότι είναι διαφορετικοί το στίγμα τους είναι ίδιο. Ο ανταγωνισμός τους αφορά το ποιος θα εφαρμόσει καλύτερα την ίδια πολιτική.
Μας θέλουν να ζούμε κάτω από την πολεμική απειλή, ενώ παράλληλα μας «παραμυθιάζουν» με το παραμύθι της πίτας που θα μεγαλώσει και θα φάμε όλοι, γι’ αυτό πρέπει να συνταχτούμε με τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου, των πολυεθνικών και του ΝΑΤΟ στην ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
Θέλουν να συνηθίσουμε την ύπαρξη της ακροδεξιάς, του εθνικισμού, του ρατσισμού και του εκφασισμού της κοινωνίας.

Λύση στα προβλήματα δεν θα δώσει καμία διαχείριση από δήμαρχους ή περιφερειάρχες, καμιά κυβερνητική ανάθεση. Τη λύση θα τη δώσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, ο οργανωμένος λαός

 Οι δυνάμεις του συστήματος και οι πολιτικοί του εκφραστές προσπαθούν να επιβάλλουν τους όρους της νέας κανονικότητας, απαιτούν την προσαρμογή των πάντων σε αυτή, θέλουν να μάθουμε να ορίζουμε τη ζωή μας, ιδιαίτερα η νεολαία, εντός των καθορισμένων ασφυκτικών πλαισίων.
Ποια πρέπει να είναι σε αυτή την κατάσταση η δική μας απάντηση; Ποιοι είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις για να την αντιπαλέψουμε, να σπάσουμε το κλίμα αμηχανίας και απογοήτευσης, να δούμε κάτι διαφορετικό στη ζωή μας; Ποια πρέπει να είναι η συμβολή της αντικαπιταλιστικής αριστεράς; Τι πρέπει να εκφραστεί στις επερχόμενες εκλογές και στις τρεις κάλπες – δημοτικές, περιφερειακές και ευρωεκλογές;
Κύρια προϋπόθεση είναι να αρχίσει να διαμορφώνεται ένα μαζικό πολιτικό ρεύμα καταρχάς σε κοινωνικό επίπεδο με έκφραση όμως πολιτικά ορατή και στις τριπλές εκλογές του Μαΐου. Ένα ρεύμα που θα εκφράσει την άρνηση προσαρμογής και υποταγής σε αυτή τη μαύρη για τη ζωή μας κανονικότητα. Θα κηρύξει «αντάρτικο» απέναντί της με στόχο της ανατροπή της και θα χρωματίζεται από το τρίπτυχο απειθαρχία/αντιπολίτευση-ρήξη-ανατροπή.
Ζητούμενο λοιπόν είναι ένα ρεύμα εργατικής και λαϊκής αντιπολίτευσης απέναντι στη σημερινή και την επόμενη κυβέρνηση, απέναντι σε δήμαρχους και περιφερειάρχες, με στόχους διεκδίκησης όχι ό,τι χωράει στα σημερινά πλαίσια αλλά ό,τι ορίζεται από της ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας.
Απέναντι στην πολιτική των πρωτογενών πλεονασμάτων πάνω από 4% βγαλμένων κυριολεκτικά από το μεδούλι της ζωής μας, την ίδια ώρα που οι 500 κορυφαίες ελληνικές επιχειρήσεις πετύχαιναν για το 2017 εντυπωσιακή αύξηση κερδοφορίας κατά 15%, θα αντιτάξει την πολιτική της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών.
Απέναντι στους μισθούς πείνας και την επιβίωση με επιδόματα θα προβάλει τις αυξήσεις μισθών, συντάξεων, επιδομάτων ανεργίας.
Απέναντι στη μείωση των εργαζομένων στους τομείς των κοινωνικών υπηρεσιών (παιδεία, υγεία, προνοιακές υπηρεσίες δήμων κλπ) θα διεκδικήσει μαζικές προσλήψεις.
Απέναντι στη μάστιγα της ανεργίας και τις πολυποίκιλες μορφές ελαστικής εργασίας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα θα απαιτήσει μείωση των ωρών εργασίας, δουλειά για όλους, με συλλογικές συμβάσεις και με όλα τα δικαιώματα.
Απέναντι στην ιδιωτικοποίηση των ελεύθερων δημόσιων χώρων και των υπηρεσιών θα προβάλει την υπεράσπισή τους, την κατάργηση του Υπερταμείου αλλά και τη διεύρυνση τους με απαλλοτρίωση χώρων που κατέχουν τράπεζες και εκκλησία.
Απέναντι στους πλειστηριασμούς και την εμπορευματοποίηση των πάντων στις πόλεις μας και την ύπαιθρο θα παλέψει για την προστασία της λαϊκής κατοικίας και της συλλογικής κοινωνικής ζωής.
Για να είναι νικηφόρο το ρεύμα αυτό πρέπει να ενσωματώσει στους στόχους πάλης του τις αιχμές σύγκρουσης, ρήξης και ανατροπής των πυλώνων αυτής της πολιτικής. Την έξοδο από την ΕΕ και το ευρώ, τη στάση πληρωμών, την άρνηση του δημόσιου εξωτερικού χρέους και τη διαγραφή του, το ξήλωμα όλου του αντιδραστικού μνημονιακού πλαισίου.
Οι στόχοι αυτοί δεν είναι ιδεοληπτικές εμμονές, αλλά όρος για να μπορέσει να υλοποιηθεί η μεγάλη πλειοψηφία των ζωτικών αιτημάτων για την ικανοποίηση των εργατικών και λαϊκών αναγκών. Η υιοθέτησή τους όχι μόνο δεν στενεύει το εύρος των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να συγκροτηθούν σε αυτό το ρεύμα, αλλά το ενισχύει καθώς επικοινωνεί με τη δυσαρέσκεια απέναντι στην ΕΕ που κυρίως εκφράζεται με πρωτόλειο τρόπο στα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα και τη χρωματίζει από αριστερή ανατρεπτική σκοπιά. Ενισχύει την τεκμηρίωση των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες μπορούν να επιτευχθούν οι στόχοι πάλης και συγκροτεί πολιτικά κοινωνικές δυνάμεις απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική μορφή των συμφερόντων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και κύριο στήριγμα του ελληνικού κεφαλαίου.

Το ρεύμα αντιπολίτευσης-ρήξης-ανατροπής πρέπει να θέσει ψηλά στην ιεράρχησή του την πάλη για ειρήνη και διεθνιστική συνεργασία των λαών της Ευρώπης, ιδιαίτερα στην «καυτή» περιοχής μας. Τη μάχη κατά του εθνικισμού και των επιθετικών παρεμβάσεων της ελληνικής ολιγαρχίας και του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια. Να αντιπαρατεθεί με τα παιχνίδια πολέμου και έντασης και την τυχοδιωκτική διαμάχη για τις ΑΟΖ και την οικοπεδοποίηση της θάλασσας στη Ν.Α. Μεσόγειο.
Να παλέψει ενάντια στην ακροδεξιά, το φασισμό, το ρατσισμό και τον εκφασισμό της κοινωνίας.
Το ρεύμα αυτό θα πρέπει να αποπνέει διακηρυκτικά αλλά και στην πράξη μια άλλη κοινωνική πρακτική. Λύση στα προβλήματά μας δεν θα δώσει καμία διαχείριση από δήμαρχους ή περιφερειάρχες ή ανάθεση σε κάποια κυβέρνηση. Τη λύση θα τη δώσουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, ο οργανωμένος λαός. Για αυτό σήμερα απαιτείται καταρχάς ένα ανασυγκροτημένο εργατικό και λαϊκό κίνημα. Ιδιαίτερα μετά τα τελευταία γεγονότα, με τη σαπίλα του αστικοποιημένου συνδικαλισμού στη ΓΣΕΕ, στην ΟΙΥΕ και αλλού να έχει ξεχειλίσει, γίνεται επιτακτικά αναγκαίο το προχώρημα βημάτων για έναν ενωτικό ταξικό πόλο συνδικάτων και εργαζομένων για οργάνωση πραγματικών αγώνων και όχι απλά για διαμαρτυρία. Οι εμπειρίες της απεργίας για τις ΣΣΕ την 1ηΝοέμβρη, της απεργίας των εκπαιδευτικών στις αρχές της χρονιάς με κέντρο τους αναπληρωτές, της πρόσφατης απεργίας των ντελιβεράδων, η ρήξη με τις «απεργίες για την κοινωνική συμμαχία» όπως έγινε στις 30/5 του 2018 από σωματεία και πρωτοπόρους εργαζόμενους αποτελούν σημάδια μιας νέας πορείας και αναδεικνύουν πρωτογενείς δυνατότητες σε αυτή την κατεύθυνση.
Αντίστοιχα πρέπει να κινηθούμε στους δήμους και τις περιφέρειες. Να αξιοποιήσουμε την πολύ πλούσια εμπειρία μορφών και δρόμων συλλογικής οργάνωσης του λαού βγάζοντας και κατάλληλα συμπεράσματα, από το Δεκέμβρη του 2008 ως τις λαϊκές συνελεύσεις του 2011 και τις επιτροπές για τα χαράτσια του 12-13 ως τις εργατικές λέσχες, να διαμορφώσουμε προγράμματα πάλης και να δοκιμάσουμε μορφές συλλογικής οργάνωσης και διεκδίκησης προσαρμοσμένες στις νέες συνθήκες. Αυτή είναι η αναγκαιότητα σήμερα και αυτό προσπαθούν να υπηρετήσουν οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και όχι η προβολή εκδοχών «καλής διαχείρισης» ή «κόκκινης διοίκησης», όπως κάνουν οι δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΛΑΕ.
Οι παραπάνω άξονες πρέπει να συνοδεύονται από την πολιτική προοπτική της ριζικής αλλαγής της ζωής μας. Της ανάγκης για καθολική κοινωνική αλλαγή και ανατροπή του καπιταλισμού, το άνοιγμα του δρόμου για την εργατική δημοκρατία/εξουσία και την κομμουνιστική κοινωνία.
Για μια Αριστερά εκτός πλαισίου
Δύναμη ανατροπής και όχι αριστερό άκρο της νέας κανονικότητας
Για να μπορέσουν να υπηρετηθούν τα παραπάνω χρειάζεται μια αριστερά που δεν θα βλέπει τον εαυτό της σαν αριστερό άκρο της νέας κανονικότητας και εντός των ορίων της αλλά έξω από αυτή. Στη διαμόρφωση μιας τέτοιας αριστεράς, αναγνωρίζοντας τις αδυναμίες μας και τα όρια μας, αλλά με επιμονή και πίστη σε αυτή την αναγκαιότητα, θέλουν να συμβάλλουν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και δεκάδες αριστερές, αντιδιαχειριστικές, αντικαπιταλιστικές κινήσεις σε περιφέρειες και δήμους που συγκροτούν ένα μικρό αλλά αναγνωρίσιμο πια ρεύμα της ανατρεπτικής, αντικαπιταλιστικής αριστεράς.
Αυτή τη αναγκαιότητα δεν την υπηρετεί η ΛΑΕ που προβάλει μια πολιτική πρόταση με όρους νομισματικής-παραγωγικής ανασυγκρότησης με εθνικό πρόσημο, με υποταγή ή ανοχή στους μακεδονομάχους και στον εθνικισμό. Στο όνομα ενός διαταξικού πατριωτισμού και ενός ψηφοθηρικού καιροσκοπισμού, προωθεί το εντελώς ανεπαρκές στις ανάγκες της κοινωνίας και της ταξικής πάλης, «αντιμνημονιακό – πατριωτικό – δημοκρατικό μέτωπο» και τις αντίστοιχες πολιτικές και εκλογικές συμμαχίες, ενώ στους δήμους και περιφέρειες προκρίνει μια διαχειριστική πρόταση που κάποιες φορές μοιάζει να είναι πιο πίσω και από αυτή του προ-μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ (είναι χαρακτηριστικά τα προγράμματα της Μ. Τσίχλη στην περιφέρεια Αττικής και της Α. Θεοδόση στο δήμο Αθήνας).
Δεν την υπηρετεί ούτε το ΚΚΕ που παρουσιάζεται σαν δύναμη καταγγελίας και κομματικής καταγραφής, αλλά όχι δύναμη αλλαγής της ζωής και της καθημερινότητας μας. Αρνείται τη συμβολή σε μια ανατρεπτική πολιτική δράση, ειδικά στις πιο κρίσιμες στιγμές του λαϊκού κινήματος.
Ξορκίζει τη διαχειριστική λογική του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την βγάζει από την πόρτα για να την βάλει από το παράθυρο. Αυτό γίνεται όταν προβάλει την κόκκινη διοίκηση στους δήμους, με τη λογική «του κάνουμε αυτά που μπορούμε και μας επιτρέπουν». Ιδιαίτερα σήμερα που με τον Κλεισθένη, επιβάλλονται συναινέσεις και αναπαράγονται αντιλήψεις περί «αριστερής διαχείρισης».
Ψήφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις αντικαπιταλιστικές κινήσεις
Στις τριπλές εκλογές είναι αναγκαία, χρήσιμη και θετική η ψήφος στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στις αριστερές, αντικαπιταλιστικές κινήσεις σε περιφέρειες και δήμους γιατί είναι ψήφος:
Πρώτο, της πιο σαφούς καταδίκης του ΣΥΡΙΖΑ, της ΝΔ, των φασιστών και της ακροδεξιάς, των μνημονιακών εκφραστών σε δήμους και περιφέρειες.
Δεύτερο, για να εκφραστεί το «Όχι» και κυρίως το Έξω από την ΕΕ της φτώχειας, της ανεργίας, της κατάργησης της λαϊκής κυριαρχίας, της αντιπροσφυγικής υστερίας χωρίς «ναι, μεν αλλά», όπως από άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Για σύγκρουση και ρήξη με τις πολιτικές της ΕΕ σε δήμους και περιφέρειες.
Τρίτο, ενισχύει την αναγκαία αντιεθνικιστική, αντιφασιστική και αντιιμπεριαλιστική πάλη. Στηρίζει όσους δεν δίστασαν να πάνε κόντρα στο ρεύμα σε κρίσιμα θέματα όπως το μακεδονικό, τα ελληνοτουρκικά, η πολεμική απειλή κλπ. Είναι η καλύτερη απάντηση στο εθνικιστικό ρεύμα τύπου Λεπέν-Σαλβίνι-Όρμπαν και τις εκφράσεις του στην Ελλάδα.
Τέταρτο, υπέρ της αντίληψης για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού-λαϊκού κινήματος, του προτάγματος μιας μαχητικής εργατικής λαϊκής αντιπολίτευσης και όχι ενός προτάγματος μιας ροζ ή κόκκινης διοίκησης – διαχείρισης.
Πέμπτο, υπέρ μιας αριστεράς της ρήξης και της ανατροπής. Μήνυμα για την ανάγκη μιας άλλης Αριστεράς, αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής, ικανής να συμβάλλει στο άνοιγμα ενός δρόμου ανατροπής, που θα απαντά στην απογοήτευση του κόσμου της εργασίας και στον ευρωμονόδρομο. Ταυτόχρονα, θα συμβάλλει και στην ενίσχυση της αντικαπιταλιστικής διεθνιστικής τάσης και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Μάης 1968 – Ρωγμή από το μέλλον του Βασίλη Μηνακάκη

Μάης 1968 – Ρωγμή από το μέλλον του Βασίλη Μηνακάκη
Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2018

Η επέτειος των 50 χρόνων από τα γεγονότα του Μάη του 1968 αποτέλεσε μια σπουδαία αφορμή για την επανεκκίνηση της κουβέντας –εντός του χώρου της αριστεράς και όχι μόνο– γύρω από τις δυνατότητες εξεγέρσεων και επαναστάσεων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ειδικά μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή στην οποία όλοι οι συστημικοί κύκλοι προσπαθούν να ξεμπερδέψουν με μεγάλες στιγμές της ιστορίας –όπως ο Μάης– επιστρατεύοντας τη γνωστή τακτική που περιγράφεται από το δίπολο «συκοφάντηση-ενσωμάτωση».
Ο γαλλικός Μάης, πιθανώς να μην διεκδικεί τις δάφνες των μεγάλων ιστορικών επαναστατικών γεγονότων, όπως η νικηφόρα Ρώσικη Επανάσταση του 1917 ή ακόμα και η χαμένη Γερμανική Επανάσταση του 1918-1923. Ωστόσο δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το ότι αποτέλεσε την πρώτη ιστορική εμπειρία γενικευμένης λαϊκής εξέγερσης σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα και εν μέσω μιας περιόδου σχετικής καπιταλιστικής ευημερίας, παράγοντες οι οποίοι, σε συνδυασμό με τα ίδια τα συμβάντα εκείνων των ημερών, παρέχουν πολλά συμπεράσματα προς εξαγωγή και θέτουν πολλά ερωτήματα προς απάντηση.
 ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Μάης 1968 - Ρωγμή από το μέλλον του Βασίλη Μηνακάκη
Μάης 1968 - Ρωγμή από το μέλλον του Βασίλη Μηνακάκη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΨΜ, ΑΘΗΝΑ, 2018
Μια προσπάθεια προσέγγισης των συμπερασμάτων και των ερωτημάτων που απορρέουν από τον Μάη του ‘68 αποτελεί το νέο βιβλίο του Βασίλη Μηνακάκη με τίτλο «Μάης 1968-Ρωγμή από το μέλλον» (Εκδόσεις ΚΨΜ). Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του έργου είναι ότι κρίνει-μελετάει τον Μάη του ‘68, όχι με τη στενά «γαλλική» έννοια (δηλαδή μένοντας στα τεκταινόμενα του Παρισιού), αλλά με την «παγκόσμια» έννοια, πιάνοντας το νήμα των μεγάλων αγώνων που έγιναν εκείνη την εποχή σε μια σειρά από χώρες (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, Μεξικό, ΗΠΑ κ.λπ.). Αυτή η διαδοχή γεγονότων, που κωδικοποιείται ως «Kύμα του 68» άγγιξε κυρίως τις αναπτυγμένες χώρες, έχοντας σε κάθε περίπτωση διαφορετική αιχμή (για παράδειγμα, αλλού εκδηλώθηκε με κέντρο την αντίδραση στον πόλεμο του Βιετνάμ, αλλού με κέντρο τα εργατικά δικαιώματα ή την εκπαίδευση και την εργασιακή προοπτική της νεολαίας, τα δικαιώματα των μαύρων κλπ). Ωστόσο, –όπως ισχυρίζεται και ίδιος ο συγγραφέας– το σύνολο αυτών των πτυχών εμφανίζεται, με διαφορετική βαρύτητα, σχεδόν σε κάθε χώρα, φανερώνοντας ότι για να ερμηνεύσουμε το «Κύμα του 68» πρέπει να εντοπίσουμε τους «καθολικούς όρους», οι οποίοι αναδύονται από τα γενικά χαρακτηριστικά των καπιταλιστικών σχέσεων και της ταξικής πάλης την περίοδο αυτή.
Η εξαγωγή αυτών των «όρων» από τα γεγονότα της εποχής οδηγεί τον Β. Μηνακάκη στο συμπέρασμα «ότι αυτό που αμφισβητήθηκε την περίοδο του Μάη, δεν ήταν η μια ή η άλλη πλευρά του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου εκμετάλλευσης και κυριαρχίας του καπιταλισμού, δεν αμφισβητήθηκαν απλώς πλευρές του επικοδομήματος και του αξιακού ή πολιτιστικού μοντέλου, αλλά το σύνολο όλων των παραπάνω». Αυτή η διαπίστωση είναι πολύ σημαντική, καθώς αναδεικνύει συνολικά τη σημασία του Μάη και διαμορφώνει το πλαίσιο με το οποίο θα κρίνουμε τόσο τα γεγονότα και τις δυναμικές που έκρυβαν, όσο και τα ερωτήματα που τέθηκαν, αλλά και τις ευθύνες-ελλείψεις των πρωτοποριών σε στρατηγικό-προγραμματικό επίπεδο, οι οποίες οδήγησαν στην ενσωμάτωση και την ήττα του κινήματος. Μεγάλη έκταση του βιβλίου καταπιάνεται με το ρόλο της νεολαίας (μαθητές, φοιτητές, νέοι εργαζόμενοι) στα γεγονότα του Μάη, καθόλου τυχαία μάλιστα, αφού η νέα γενιά είχε καταλυτική συμβολή στην τροφοδότηση και εξέλιξη των ημερών του Μάη. Ο Β. Μηνακάκης επιχειρεί να καταρρίψει την κυρίαρχη αφήγηση που αποδίδει την εξέγερση της γαλλικής νεολαίας στην «ανήσυχη φύση» των νέων. Οι απαντήσεις αναζητούνται –ακολουθώντας την υλιστική μεθοδολογία– στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και στο κομμάτι της καθημερινότητας αλλά και της προοπτικής της νεολαίας. Η αιτία της «έκρηξης» της νεολαίας αντιμετωπίζεται ως συνισταμένη δράση πολλών παραγόντων: πρώτα απ’ όλα στο χώρο της εκπαίδευσης και στη φοιτητική αμφισβήτηση του εκπαιδευτικού μοντέλου της εποχής (γνώση, προοπτική, μοντέλο λειτουργίας πανεπιστημίου), η οποία γονιμοποιείται με το νεολαιίστικο αντι-ιμπεριαλισμό και την άρνηση του συνολικότερου πολιτιστικού και αξιακού πλαισίου (τρόπος ζωής, κατανάλωση, σεξουαλική απελευθέρωση, μουσική κ.λπ.) και δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση. Η κριτική αποτίμηση του συγγραφέα, όσον αφορά τη στάση του εργατικού κινήματος κατά τον γαλλικό Μάη, δεν αφήνει στην άκρη και διάφορες απόψεις που αναπτύχθηκαν εκείνη την εποχή (π.χ. Μαρκούζε – Σχολή της Φρανκφούρτης), οι οποίες θεωρούσαν την εργατική τάξη ως ενσωματωμένη στην «κοινωνία της κατανάλωσης», χρίζοντας ταυτόχρονα ως κοινωνική πρωτοπορία άλλα «περιθωριακά» στρώματα. Ως αντεπιχειρήματα σε αυτούς τους αφορισμούς, αντιπαραβάλλονται τόσο η ιστορική εμπειρία (από τον ίδιο τον γαλλικό Μάη) όσο και η ανάδειξη του διττού χαρακτήρα της εργατικής τάξης (υποταγή/ενσωμάτωση-χειραφέτηση) που συγκροτείται αντικειμενικά εντός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Την ίδια στιγμή, εντός του «εργατικού» Μάη ανιχνεύονται στοιχεία στους αγώνες της εργατικής τάξης, τα οποία είχαν να φανούν αρκετά χρόνια στο πεδίο της ταξικής πάλης, όπως οι μαζικές απεργίες, οι καταλήψεις των εργοστασίων και το μπλοκάρισμα της παραγωγικής διαδικασίας, η συγκρότηση επιτροπών αγώνα, οι μαχητικές μορφές διεκδίκησης και η υπέρβαση των ορίων που έθετε η αστική τάξη και ο συμβιβασμένος συνδικαλισμός της CGT. Ειδικά το τελευταίο σημείο, το οποίο εκφράστηκε με αντιφατικό τρόπο –λόγω και της έλλειψης ενός συνολικότερου στρατηγικού σχεδίου– χρήζει ιδιαίτερης συζήτησης στους κυκλους της επαναστατικής Αριστεράς με δεδομένη και τη σημερινή εμπειρία από τους εργατικούς αγώνες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η συλλογιστική του Β. Μηνακάκη στην κριτική του ρόλου των πολιτικών πρωτοποριών και ευρύτερα των ιδεολογικών ρευμάτων που έδρασαν τις μέρες του Μάη. Ωστόσο, η δική του αποτίμηση των πολιτικών ρευμάτων της εποχής του ’68 αποφεύγει να ακολουθήσει την «πεπατημένη»: που ρίχνει όλη την ευθύνη είτε στην προδοτική στάση του ΚΚΓ είτε στα μικροαστικά-αριστερίστικα ρεύματα της Αριστεράς του Μάη.
Αντιθέτως, ο γαλλικός Μάης αντιμετωπίζεται ως ένα μεγάλο τεστ για όλη την Αριστερά, κάθε φάσματος, από το φιλοσοβιετικό ΚΚΓ, τους μαοϊκούς και τους τροτσκιστές, μέχρι τους Καταστασιακούς και τα ελευθεριακά-αναρχικά ρεύματα. Από τη μια, το ΚΚΓ με την τακτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» και της «ανωριμότητας των επαναστατικών προϋποθέσεων» που κατέληγε στον μονόδρομο του κοινοβουλευτισμού και του οικονομισμού. Πλάι σε αυτό, τα φιλοτροτσκιστικά ρεύματα με την αντιφατική προσέγγιση των «αντικαπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων» και του μεταβατικού προγράμματος, που όμως δεν απέρριπταν το αίτημα της «μεταβατικής κυβέρνησης» και τα μαοϊκά ρεύματα με τη λογική του «παγκόσμιου χωριού» και τον εκτοπισμό της επαναστατικής δυνατότητας μόνο στις υποανάπτυκτες χώρες του Τρίτου κόσμου. Από την άλλη, το ελευθεριακό-αναρχικό ρεύμα που εν πολλοίς, υποστήριζε ότι η εξουσία «παίζεται στον δρόμο» και που εξαντλούσε την ριζοσπαστικότητά του στον στείρο κινηματισμό και στη «βία των οδοφραγμάτων».
Στην πολύπλευρη ανάδειξη, λοιπόν, των αντιφάσεων και των ελλειμμάτων όλων των κομματιών της Αριστεράς, έγκειται ένα ακόμα στοιχείο συμβολής που επιτελεί αυτό το βιβλίο. Αποφεύγεται η μονομέρεια και δίνεται η δυνατότητα να κρίνουμε όλα τα ρεύματα και τους εκπροσώπους τους, όχι μόνο μέσα από την οπτική του συγγραφέα, αλλά κυρίως μέσα και από τα «λόγια» των ίδιων των πρωταγωνιστών. Σε αυτό βοηθάει το πλούσιο ιστορικό υλικό που παρατίθεται παράλληλα με την εξιστόρηση.
Συμπερασματικά, η μελέτη της εμπειρίας του «Κύματος του 1968» δεν μπορεί να παραβλέπει το γεγονός ότι αποτέλεσε μια σημαντική καμπή της ταξικής πάλης, πλούσια σε διδάγματα και παρακαταθήκες για την επαναστατική Αριστερά της εποχής μας. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να μην αναγνώσει σε αυτόν ότι πολλά από τα επιμέρους κομμάτια, που συνέθεσαν το εκρηκτικό σκηνικό αυτής της καμπής, έρχονται από το μέλλον, ακόμα και του ολοκληρωτικού καπιταλισμού του 21ου αιώνα. Δεν είναι καθόλου τυχαίος, λοιπόν, ο χαρακτηρισμός «ρωγμή από το μέλλον».
Να επομένως, μια δεύτερη οπτική με την οποία, μας συμβουλεύει το έργο, να αντιμετωπίζουμε το Μάη: με τα μάτια στραμμένα στο μέλλον. Αντίστοιχα και κάθε επαναστατική πρωτοπορία οφείλει να αντλεί τη δυναμική της όχι μόνο από το παρόν, αλλά και από τις τάσεις που διαφαίνονται μελλοντικά, ώστε να είναι σε θέση σε μεγάλες καμπές της ταξικής πάλης να είναι εξοπλισμένη σε στατηγικού τύπου απαντήσεις, μετατρέποντας τις «ρωγμές» σε επαναστατικά γεγονότα.
     tetradia-marxismou.gr

ΕΡΓΑΤΗ ΜΠΟΡΕΙΣ...ΧΩΡΙΣ ΓΣΕΕ





"Oι εργαζόμενοι βγάζουν τα συμπεράσματα τους ,μπορούν και πρέπει να τους τιμωρήσουν στις επερχόμενες εκλογές" δηλώνει σε  ανακοίνωση του το ΚΚΕ δείχνοντας τις σκοπιμότητες της τακτικής του ΠΑΜΕ στη ΓΣΕΕ.
Τα τελευταία γεγονότα στη  ΓΣΕΕ φανερώνουν αυτήν ακριβώς την κρίση που διέρχεται εδώ και χρόνια η γραφειοκρατική συνδικαλιστική ηγεσία της χώρας .Το τι ακριβώς είναι η ΓΣΕΕ είναι γνωστό. Οι ευθύνες της είναι βαθύτατα διαχρονικές τα τελευταία χρόνια τα αποτελέσματα αυτά τα βιώνουν οι εργαζόμενοι .Έφτασαν στο σημείο να οργανώνουν απεργίες με εργοδοτικές οργανώσεις να δημιουργούν τις κοινωνικές συμμαχίες να αποδέχονται τους όρους και τις προυποθέσεις της αστικής οικονομίας και της ΕΕ. Στο δημοψήφισμα καλούσαν τους εργαζομένους να ψηφίσουν ΝΑΙ ευτυχώς όμως οι εργαζόμενοι τους γύρισαν την πλάτη. Οι οποίοι όμως ούτε υπέκυψαν και ούτε παρασύρθηκαν.
Περίεργη και αντιφατική και η στάση του ΠΑΜΕ  καλά έκαναν λοιπόν και ακύρωσαν στην πράξη τα νόθα συνέδρια Καλαμάτας και Ρόδου από την άλλη  άρχισε μια διαπραγμάτευση ώστε και στην διοίκηση  να συμμετέχουν αλλά και προσέφυγαν  στα αστικά δικαστήρια τα οποία με την σειρά τους όρισαν την ίδια ακριβώς διοίκηση .Ένα πυροτέχνημα που στην ουσία έσβησε νωρίς χωρίς καμιά συνέχεια απ ότι φαίνεται και χωρίς κανένα σχέδιο παρά μόνο προεκλογικές σκοπιμότητες.
Το πρόβλημα δεν θα λυθεί με διορισμούς συνδικαλιστικών ηγεσιών από τα δικαστήρια αλλά μέσα στους χώρους δουλειάς στα συνδικάτα με γενικές συνελεύσεις και πάνω από όλα με την οργάνωση των εργαζομένων και με την σύνδεση των αγώνων του κινήματος με ένα διεκδικητικό πλαίσιο ικανό να ανταποκριθεί  στα σύγχρονα προβλήματα των εργαζομένων.
Με οργάνωση λοιπόν αλληλεγγύη και συντονισμό των εργαζομένων από τα κάτω κερδίζονται οι αγώνες και ανοίγει ο δρόμος για ένα καλύτερο αύριο.

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

Η ΕΕ του κεφαλαίου δήμιος των εργαζομένων




Η ΕΕ του κεφαλαίου δήμιος των εργαζομένων


Μπάμπης Συριόπουλος
Η πτώση ή η καθήλωση των μισθών, η διάδοση της ελαστικής και ανασφαλούς εργασίας στην ΕΕ δεν έγινε, φυσικά, ούτε μόνο λόγω αλλαγών στην τεχνολογία και στην οικονομία. Η υπονόμευση της σταθερής εργασίας και των μισθών ήταν σχεδιασμένη από τις κυβερνήσεις προς όφελος του κεφαλαίου. Σε αυτόν τον σχεδιασμό, η ίδια η ΕΕ με τις κατευθύνσεις της παίζει κυρίαρχο ρόλο.
Πρώτη προτεραιότητα, ο εσωτερικός εχθρός
Η συζήτηση για τη θέση της εργασίας και των εργαζομένων στην ΕΕ, για το ύψος των μισθών και τον βαθμό εκμετάλλευσης, για τις εργασιακές σχέσεις και τα εργατικά δικαιώματα, έχει δύο πλευρές: Πρώτον, την πραγματικότητα στις χώρες της ΕΕ και, δεύτερον, τον ρόλο της ίδιας της ΕΕ με τις ρυθμίσεις και τις αποφάσεις της που παίζουν όλο και πιο αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας. Αυτή η συζήτηση αποκαλύπτει την αντιδραστική-αντεργατική ουσία της σημερινής «ενωμένης Ευρώπης», σε αντίθεση με την παρουσίασή της ως προπύργιο του διαφωτισμού και προμαχώνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η στοχευμένη παρέμβαση της ΕΕ για την ανασυγκρότηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού απέναντι στον εσωτερικό αντίπαλό του, την εργατική τάξη, είναι το κλειδί για την εξήγηση και των υπόλοιπων πλευρών της πολιτικής της: Της αλλεργίας της απέναντι στη δημοκρατία, τη λαϊκή βούληση και τα δημοψηφίσματα, της αυταρχικής κατασταλτικής της θωράκισης, της αντιμεταναστευτικής της πολιτικής. Η εναρμόνιση του θεσμικού-νομικού πλαισίου με τις ανάγκες του κεφαλαίου δεν επιβάλλεται στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών παρά τη θέλησή τους. Εξάλλου, οι τελευταίες παίρνουν μέτρα σε αντίστοιχη κατεύθυνση με δική τους πρωτοβουλία, ανάλογα βέβαια με τις συνθήκες της ταξικής πάλης σε εθνικό επίπεδο. Οι παρεμβάσεις της ΕΕ συντονίζουν, νομιμοποιούν και θωρακίζουν απέναντι στο εργατικό κίνημα αυτές τις ρυθμίσεις, «απενοχοποιώντας» τις εθνικές κυβερνήσεις.
Η κατίσχυση απέναντι στον εσωτερικό εχθρό είναι η πρωταρχική προϋπόθεση για την επιτυχία στους εμπορικούς πολέμους με τους ανταγωνιστές της ΕΕ σε παγκόσμιο επίπεδο (ΗΠΑ, Κίνα κτλ.).
Η κατάσταση στην Ευρώπη αντανακλά την ήττα του εργατικού κινήματος και την επέκταση της ελαστικής και ανασφαλούς εργασίας.

Το 25% των πολιτών της ΕΕ ζουν κάτω απ’ το όριο της φτώχειας. Από το 2005 μέχρι το 2015, η εισοδηματική ανισότητα μεγάλωσε με βάση και τα επίσημα στοιχεία. Η αναλογία του εισοδήματος του πλουσιότερου 20% σε σχέση με αυτό του φτωχότερου 20% ανέβηκε το 2015 στο 5,2 από 4,7 το 2005. Στη Μεγάλη Βρετανία δε, η αναλογία είναι 17 και αυτό έχει μεγάλη σημασία για τις λαϊκές διαθέσεις απέναντι στην ΕΕ. Στις χώρες που χτυπήθηκαν περισσότερο από την κρίση παρατηρείται επίσης αύξηση αυτού του δείκτη ανισότητας.
Η ανεργία, με τα επίσημα στοιχεία, κινείται κατά μέσο όρο στο 8-10% και φτάνει μέχρι το 20%. Η αναιμική ανάκαμψη έχει οδηγήσει στη μείωσή της, ωστόσο οι μισθοί εξακολουθούν να πέφτουν και σε ονομαστικές και σε πραγματικές τιμές (με τον συνυπολογισμό του πληθωρισμού). Οι Φαϊνάνσιαλ Τάϊμς κάνουν λόγο για το «παράδοξο μιας ανάπτυξης στην ευρωζώνη με χαμηλούς μισθούς». Πράγματι, μετά τη σχετική άνοδο μέχρι το 2015, οι μισθοί  έμειναν έκτοτε καθηλωμένοι, ενώ οι τιμές σε τρόφιμα και ενέργεια έχουν ανέβει. Σε κάθε περίπτωση, η απόσταση από το προ κρίσης επίπεδο (πριν από το 2008-9) είναι πολύ μεγάλη.
Ισοπεδώνονται συστηματικά δικαιώματα και κατακτήσεις
Κανένα παράδοξο, βέβαια, δεν υπάρχει. Αυτή η κατάσταση αντανακλά την ήττα του εργατικού κινήματος και την εΙσοπεδώνονται συστηματικά δικαιώματα και κατακτήσειςπέκταση της ελαστικής και ανασφαλούς εργασίας. Η αύξηση της απασχόλησης που εμφανίζουν τα στοιχεία είναι «κούφια». Οι ώρες ανά εργαζόμενο δεν αυξάνονται αλλά μειώνονται – φυσικά, όχι λόγων κατακτήσεων για μείωση του εργάσιμου χρόνου στην πλήρη απασχόληση, αλλά εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης του ποσοστού της μερικής απασχόλησης πανευρωπαϊκά μετά το 2009. Στη Γερμανία, ηγέτιδα δύναμη στην ΕΕ, υποτιθέμενο παράδεισο και γη της επαγγελίας για τους ξεριζωμένους από τον πόλεμο και τη φτώχεια πρόσφυγες, η ζώνη της «κανονικής» εργασίας μειώθηκε από 80% (στο σύνολο της μισθωτής εργασίας) το 1991 στο 69% το 2019. Όσο για τη ζώνη της μερικής επισφαλούς εργασίας είναι ενδεικτικό ότι τέσσερα εκατ. Γερμανοί παίρνουν 400 ευρώ μισθό ενώ νοικοκυριά που περιλαμβάνουν συνολικά 30 εκατ. ανθρώπους βλέπουν τα εισοδήματά τους να μειώνονται σταθερά από το 1990. Το 1998, το 65% των εργαζόμενων καλύπτονταν από κλαδικές συμβάσεις, ενώ το 2014 μόνο το 43%, προς όφελος των επιχειρησιακών και των ατομικών με χειρότερους εννοείται όρους.
Κομβικό σημείο σ’ αυτή την πορεία ήταν η λεγόμενη «Ατζέντα 2010» που εφαρμόστηκε από το 2002 από τον σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο Σρέντερ και οι «μεταρρυθμίσεις Χαρτς» από το όνομα του στελέχους της Φολκσβάγκεν, Πέτερ Χαρτς, που τις εμπνεύστηκε. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις καθιέρωσαν τα mini-jobs (μικρές δουλειές) των 400 ευρώ, μείωσαν τη χρονική διάρκεια χορήγησης του επιδόματος ανεργίας και θέσπισαν την αυστηρή παρακολούθηση των ανέργων από τις αρμόδιες υπηρεσίες για να διαπιστώνεται αν δείχνουν τον ανάλογο ζήλο στην αναζήτηση εργασίας. Η κεντρική ιδέα ήταν ότι «το κοινωνικό κράτος δεν εξασφαλίζει πλέον την άνετη διαβίωση, αλλά απλώς τη διαβίωση». Από τότε, η οικονομική βοήθεια προς τους μακροχρόνια ανέργους δεν υπολογίζεται σύμφωνα με το μισθό που έπαιρναν πριν απολυθούν, αλλά ανάλογα «με τις ανάγκες τους». Σαν σκηνές από ταινία προσεχώς, δηλαδή, που αποτυπώνει την πλήρη κατεδάφιση των μεταπολεμικών κατακτήσεων του εργατικού κινήματος πανευρωπαϊκά.
Όσο για την Ελλάδα, σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, μετά το 2010 έχουν υποχωρήσει και οι μισθοί και η παραγωγικότητα της εργασίας. Ωστόσο, ενώ η μείωση μισθού και ημερομισθίων την περίοδο 2010-2018 είναι περίπου 20%, η μείωση της παραγωγικότητας την ίδια περίοδο είναι 6%. Η μεγάλη αυτή διαφορά πήγε εξ ολοκλήρου στο επιχειρηματικό κέρδος. Για του λόγου το αληθές, το 2018 το 42% του συνόλου των μισθωτών (811.000) έπαιρνε κάτω από 700 ευρώ μισθό, ενώ το 22,13% (422.150) κάτω και από 300 ευρώ. Η μερική απασχόληση κατά τη δεκαετία 2008-2018 ανέβηκε από 8,2% στο 13,7% των μισθωτών ,ενώ κατά τους πρώτους οχτώ μήνες του 2018 το 61% των προσλήψεων αφορούσε θέσεις μερικής και εκ περιτροπής εργασίας. Οι αλλαγές στον εργασιακό χάρτη της χώρας δεν έγιναν βέβαια από μόνες τους. Η μείωση του βασικού μισθού από τα 751 ευρώ στα 586 νομοθετήθηκε το 2012 με το δεύτερο μνημόνιο, μαζί με την κατάργηση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων προς όφελος των επιχειρησιακών και των ατομικών, καθώς και τις αλλαγές στη μεσολάβηση και διαιτησία. Η ΕΕ έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όπως όλοιι γνωρίζουν, στη δραματική χειροτέρευση της θέσης των εργαζόμενων.
Στη Γαλλία, επίσης, έχουν γίνει διαδοχικές αλλαγές στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης της αγοράς εργασίας, είτε με το νόμο για την «πρώτη πρόσληψη» είτε με τον εργασιακό νόμο του Μακρόν παρά τις αντιστάσεις. Η γαλλική εργατική νομοθεσία αποτελούνταν από 3.000 σελίδες και είχε χαρακτηριστεί «ζουρλομανδύας» για τις επιχειρήσεις. Έτσι, ο πρόεδρος της χώρας αποφάσισε να χαλαρώσει αυτόν το ζουρλομανδύα, ανάμεσα στα άλλα μειώνοντας τις αποζημιώσεις για τις απολύσεις.
Σε όλα τα παραπάνω, η ΕΕ έχει κυρίαρχο ρόλο. Ήδη, με τη «Λευκή Βίβλο» της ΕΟΚ από το 1992 έχει δρομολογηθεί αυτή η κατεύθυνση, ενώ ακολούθησε η «στρατηγική της Λισαβόνας» το 2000, και η «στρατηγική-Ευρώπη 2020» το 2010. Η τελευταία ορίζει σαφώς ότι «οι πολιτικές ευελιξίας με ασφάλεια είναι το καλύτερο μέσο εκσυγχρονισμού των αγορών εργασίας», ενώ προτάσσεται «η αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων ή η αναθεώρηση των υφιστάμενων συμβατικών ρυθμίσεων» και «η μεγαλύτερη συμβατική “ποικιλία” για την αντιμετώπιση των εδαφικών και τομεακών ιδιαιτεροτήτων». Συστήνεται, επίσης, η «εσωτερική ευελιξία» εντός των επιχειρήσεων με μορφές που «περιλαμβάνουν την προσαρμογή της οργάνωσης της εργασίας ή του χρόνου εργασίας (π.χ. ρυθμίσεις εργασίας με μειωμένο ωράριο)». Η «έκθεση Σέρκας» (πήρε το όνομά της από τον Ισπανό σοσιαλιστή που τη συνέταξε) προβλέπει σπάσιμο του χρόνου εφημερίας του εργαζόμενου σε «ενεργό» και «ανενεργό». Ο πρώτος θα θεωρείται εργάσιμος και θα πληρώνεται, ενώ ο δεύτερος κατά τον οποίο ο εργαζόμενος βρίσκεται σε επιφυλακή θα θεωρείται χρόνος ξεκούρασης και δεν θα πληρώνεται. Επιπλέον, με ατομική συμφωνία, ο εργοδότης θα μπορεί να απασχολεί τον εργαζόμενο πάνω από 48 ώρες τη βδομάδα (μέχρι 13 τη μέρα) με περίοδο αναφοράς για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας τους 12 μήνες, που μπορούν να επεκταθούν σε τρία χρόνια, εννοείται χωρίς υπερωρίες.
Η μακρά ιστορία της ΕΕ δείχνει ότι συχνά στις αντεργατικές ρυθμίσεις πρωταγωνιστούν σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες παρά τους μύθους που ερμηνεύουν το νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα της επικαλούμενοι την ηγεμονία των δεξιών νεοφιλελεύθερων κομμάτων.

Ντάμπινγκ στις αμοιβές και απολύσεις εγκύων
Εικόνες εργασιακού Μεσαίωνα, με τη βούλα των Βρυξελλών

Δύο περιπτώσεις συγκεκριμένης παρέμβασης από την ΕΕ αξίζουν ιδιαίτερης αναφοράς. Η πρώτη είναι η περίφημη οδηγία Μπολκενστάϊν, με τις παραλλαγές της. Η συγκεκριμένη οδηγία, που είχε προκαλέσει σοκ το 2004, αφορούσε τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και προέβλεπε στην πρώτη της εκδοχή ότι μια επιχείρηση κράτους της ΕΕ που απασχολεί εργαζόμενους από άλλη χώρα επιτρέπεται να τους πληρώνει με τους όρους αμοιβής της χώρας προέλευσής τους. Μετά τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν, η μορφή με την οποία υιοθετήθηκε η οδηγία το 2006 είχε όρους που τροποποιούσαν το περιεχόμενό της, κρατώντας την ουσία της: Την «ελευθερία παροχής υπηρεσιών» από επιχειρήσεις χωρίς ανεπιθύμητους περιορισμούς σε ζητήματα εργατικών δικαιωμάτων, δημόσιου συμφέροντος ή προστασίας του περιβάλλοντος.
Σήμερα βρίσκεται στο τελικό στάδιο μια πολύ σημαντική τροποποίηση της οδηγίας Μπολκενστάϊν, σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε δημόσια αρχή (κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση) οφείλει να κοινοποιεί προς έγκριση στην Κομισιόν τους όρους παροχής υπηρεσιών που θεσπίζει στην επικράτειά της και μάλιστα τρείς μήνες πριν τους εφαρμόσει. Η τελευταία, λοιπόν, θα μπορεί να χώνει τη μύτη της σε τομείς όπως παιδική φροντίδα, πολεοδομικός σχεδιασμός, διαχείριση απορριμμάτων, ύδρευση και ενέργεια που βρίσκονται στη δικαιοδοσία δήμων και περιφερειών, όποτε θεωρεί ότι παραβιάζεται η «ελεύθερη παροχή υπηρεσιών» από τις επιχειρήσεις.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά την προστασία των εγκύων από απόλυση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε στις 22 Φεβρουαρίου 2018, μετά από προσφυγή ισπανικής εταιρείας, ότι μπορούν να περιλαμβάνονται και έγκυες σε περίπτωση ομαδικών απολύσεων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία δεν ισχύει για την εργαζόμενη αν η επιχείρηση τεκμηριώσει (οικονομικά ή τεχνικά) τους λόγους των ομαδικών απολύσεων και τα «αντικειμενικά» κριτήρια επιλογής των υπό απόλυση εργαζόμενων…

Το αντεργατικό πρόσωπο της Ακροδεξιάς  στην ΕΕ

Σε δύο χώρες της ΕΕ ψηφίστηκαν πρόσφατα δύο παρόμοιοι νόμοι για τις υπερωρίες. Οι κυβερνήσεις αμφότερων κινούνται στον ακροδεξιό χώρο. Στην Αυστρία, τον Ιούλιο του 2018, με ψήφους από τους Χριστιανοδημοκράτες του καγκελάριου Κούρτς και τους συγκυβερνώντες ακροδεξιούς του Κόμματος των Ελευθέρων, εγκρίθηκε νόμος που επιτρέπει την παράταση του εργάσιμου χρόνου από τον εργοδότη ως τις 12 ώρες τη μέρα και τις 60 τη βδομάδα. Αν και ο «κανονικός» χρόνος εργασίας παραμένει ίδιος, ο εργαζόμενος δύσκολα θα μπορεί να αρνηθεί τις υπερωρίες. Οι εργοδότες πανηγύριζαν, ενώ κατά του νόμου διαδήλωσαν 100.000 άτομα στη Βιέννη.
Στη δε Ουγγαρία του διαβόητου Όρμπαν, ψηφίστηκε το Δεκέμβριο του 2018 ο «νόμος της δουλείας», που αυξάνει τον επιτρεπόμενο όγκο υπερωριών από 250 σε 400 ώρες (7.7 τη βδομάδα). Οι σχετικές διαπραγματεύσεις θα γίνονται μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη χωρίς τη μεσολάβηση των συνδικάτων, ενώ ο εργοδότης μπορεί να υπολογίζει τα υπερωριακά ωρομίσθια σε βάθος τριετίας. Και στην Ουγγαρία ο νόμος προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις για πολλές εβδομάδες.
Οι περιπτώσεις των δύο κυβερνήσεων που διευκολύνουν τις υπερωρίες μέχρι τελικής πτώσεως είναι ενδεικτικές για τον πραγματικό χαρακτήρα της δήθεν αντισυστημικής ακροδεξιάς στην ΕΕ. Παρά την αντιευρωπαϊκή ρητορεία και την ανάδειξη σε πρώτο ζήτημα της «απειλής» των μεταναστών, ο κύριος εχθρός αποδεικνύεται ότι είναι η εργαζόμενη πλειοψηφία στο εσωτερικό της κάθε χώρας. Οι θεσμοί της ΕΕ, προστάτες της δημοκρατίας και του διαφωτισμού και ανάχωμα στο ακροδεξιό σκοτάδι κατά τα άλλα, έκαναν την… πάπια απέναντι στο πραγματικό αντεργατικό πρόσωπο της ακροδεξιάς – ακριβώς γιατί αυτή είναι κι η δική τους πολιτική.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

Συνέντευξη των συνηγόρων πολιτικής αγωγής του ΠΑΜΕ

Ο «Ριζοσπάστης» συζήτησε με τρεις από τους συνηγόρους της Πολιτικής Αγωγής για τη δολοφονική επίθεση στους κομμουνιστές και συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα.
Με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων από την έναρξη της δίκης της Χρυσής Αυγής (20 Απρίλη 2015), ο «Ριζοσπάστης» συζήτησε εφ’ όλης της ύλης με τους Χάρη Στρατή, Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο και Μάνο. Μαλαγάρη, τρεις από τους συνηγόρους της Πολιτικής Αγωγής για τη δολοφονική επίθεση στους κομμουνιστές και συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα, μια από τις βασικές υποθέσεις που εξετάζεται στη δίκη της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης. Στην Πολιτική Αγωγή για την ίδια υπόθεση, συμμετέχουν επίσης οι συνήγοροι Αντώνης Αντανασιώτης, Αγγελος Βρεττός, Τάκης Σαπουντζάκης και στην πρώτη φάση η Ελένη Ζαφειρίου.
— Η δίκη της Χρυσής Αυγής κλείνει τέσσερα χρόνια. Πού οφείλεται αυτή η μεγάλη καθυστέρηση να ολοκληρωθεί η δίκη και ποια είναι η ευθύνη της κυβέρνησης;
— Χ. Στρατής: Η δίκη καταρχάς άρχισε μόλις στις 20 Απρίλη 2015, όταν στην πραγματικότητα ολοκληρωνόταν το δεκαοκτάμηνο της προσωρινής κράτησης για πολλούς από τους κατηγορουμένους. Ωστόσο, ο πρώτος μάρτυρας, ο πατέρας του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα, άρχισε να καταθέτει μόλις στις 29/9/2015, καθώς όλο το προηγούμενο διάστημα η υπεράσπιση αναλώθηκε σε τελείως αβάσιμες και παρελκυστικές ενστάσεις για το κατηγορητήριο και για την παράσταση των θυμάτων των επιθέσεών της ως Πολιτικής Αγωγής, οι οποίες απερρίφθησαν από το Δικαστήριο.
Την ίδια τακτική ακολούθησε και στη συνέχεια, όταν, για παράδειγμα, κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης εγγράφων, αντί να αποπειραθεί να απαντήσει στο ιδιαίτερα βαρύ κατηγορητήριο και τα συντριπτικά στοιχεία που είχαν εισφερθεί, έφερνε για έξι μήνες τελείως άσχετα με τη δίκη και τις κατηγορίες έγγραφα, ιδίως χιλιάδες Ερωτήσεις και Επερωτήσεις που είχαν κάνει κατά καιρούς οι χρυσαυγίτες βουλευτές στη Βουλή! Από την άλλη, η Πολιτική Αγωγή, αντιλαμβανόμενη εξαρχής τη σπουδαιότητα της δίκης και το τεράστιο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, που θα έπρεπε να εξεταστεί με προσοχή, είχε προτείνει έγκαιρα τη διάθεση της αίθουσας εκδηλώσεων του Εφετείου Αθήνας για την αποκλειστική διεξαγωγή της δίκης, που λόγω του μεγέθους και της εγγύτητάς της στο κέντρο της Αθήνας είναι η πλέον κατάλληλη για την πρόσβαση δικηγόρων και κοινού, όπως και την αποκλειστική ενασχόληση των συμμετεχόντων δικαστών με τη δίκη, ώστε να είναι δυνατόν να επιτυγχάνεται ο μέγιστος αριθμός δικασίμων ανά μήνα.
Αντ’ αυτού, με κύρια ευθύνη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, η δίκη εξορίστηκε αρχικά και για πολλούς μήνες στην παντελώς ακατάλληλη αίθουσα συνεδριάσεων των φυλακών Κορυδαλλού, που δημιουργούσε προβλήματα πρόσβασης στο κοινό και στους μετέχοντες στη δίκη. Μάλιστα, κατά διαστήματα, λόγω των εξετάσεων που έδιναν οι μαθητές στα σχολεία της περιοχής, ορίζονταν ελάχιστες δικάσιμοι.
Παρότι αργότερα πάρθηκε απόφαση για την κατά κανόνα διεξαγωγή αυτής στο Εφετείο, τεχνηέντως μεταφέρθηκε ξανά στον Κορυδαλλό. Επιπλέον, μόλις τους τελευταίους μήνες αποφασίστηκε, κατόπιν πάλι έντονων πιέσεων και διαμαρτυριών της Πολιτικής Αγωγής, η απαλλαγή όλων των δικαστών από άλλες υποχρεώσεις, ώστε να είναι δυνατόν να έχουμε 14 συνεδριάσεις κατά μήνα, αντί των 8 με 10 που είχαμε το προηγούμενο διάστημα. Αν πράγματι υπήρχε η πολιτική βούληση να παρθούν τα μέτρα αυτά από την αρχή, η δίκη θα μπορούσε σήμερα να είχε ολοκληρωθεί.
— Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ναζιστική ιδεολογία της Χρυσής Αυγής αποτέλεσε το κίνητρο της συγκρότησης και λειτουργίας της ως εγκληματικής οργάνωσης. Από τη μέχρι τώρα διαδικασία, προκύπτει ο ναζιστικός χαρακτήρας της Χρυσής Αυγής;
— Θ. Θεοδωρόπουλος: Οσον αφορά την ιδεολογία, τον εθνικοσοσιαλιστικό χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής (ΧΑ), υπενθυμίζουμε, γιατί έχει τεράστια σημασία για την κρίση της εκδικαζόμενης υπόθεσης, την ακόλουθη σκέψη του παραπεμπτικού βουλεύματος, που αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση ότι δηλαδή ο ιδεολογικός χαρακτήρας κ.λπ. της ΧΑ «…ερευνήθηκε όμως και περιγράφεται στην παρούσα, προκειμένου να προσδιοριστεί το κίνητρο της συγκρότησης και εντεύθεν της λειτουργίας της εγκληματικής οργάνωσης, το οποίο δεν αποτελεί βεβαίως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 187 Π.Κ., απαιτείται όμως ως λογική αναγκαιότητα για την κατανόηση πρωτίστως του εγκληματικού σκοπού, δευτερευόντως δε και των υπερασπιστικών ισχυρισμών των κατηγορουμένων…».
Σχετικά με τον εθνικοσοσιαλιστικό χαρακτήρα της ΧΑ, διατυπώθηκαν ισχυρισμοί εκ μέρους των κατηγορουμένων ότι το καταστατικό, που προσκόμισε ο Δ. Ψαρράς, δεν είναι δικό τους, ότι εθνικοσοσιαλιστικά κείμενα απηχούν παλιές θέσεις τις οποίες σήμερα δεν αποδέχονται κ.λπ.Από πού προκύπτει ο ναζιστικός χαρακτήρας της ΧΑ; Προκύπτει, μεταξύ των άλλων, από τις ακόλουθες αναφορές στα έγγραφα, με ομιλίες και άρθρα του Ν. Μιχαλολιάκου και άλλων στελεχών της, όπως και από την πλειάδα των εξετασθέντων μέχρι σήμερα μαρτύρων: «Αν υπήρχαν σήμερα ναζί ίσως να ήμαστε και μαζί», «Αναγνωρίζουμε ότι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ένας πόλεμος ιδεολογιών, με τη δική μας να εκπροσωπείται από τους ηττημένους. Αν και χάθηκε η πρώτη μεγάλη μάχη, εμείς συνεχίζουμε απτόητοι να πολεμάμε ποικιλοτρόπως, αντιστεκόμενοι στην εξόντωση των διαχρονικών αξιών της φυλής και του έθνους μας», «Είμαστε χρυσαυγίτες εθνικοσοσιαλιστές και θα δώσουμε όταν πρέπει τη δική μας μάχη», «Ναι, ναζιστές είμαστε, προδότες της Ελλάδος δεν είμαστε», «Κι αν χρειαστεί να λερώσουμε και τα χέρια μας, κι ας μας πουν και φασίστες και εθνικιστές και ναζιστές και ρατσιστές κι ό,τι θέλουν, δε μας ενδιαφέρει», «Για όλο τον κόσμο εμείς οι χρυσαυγίτες είμαστε οι κακοί φασίστες, οι εθνικιστές. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν άδικο. Είμαστε όλα αυτά που λένε», «Είμαι ακραίος, το παραδέχομαι. Δήλωση μετανοίας δε διαθέτω (…) Δε μασκαρεύτηκα, “ξέρετε είχα νεανικές αμαρτίες”, οι αμαρτίες μου παραμένουν, αν είναι αμαρτίες, εις το ακέραιον», «Εγώ αν ζούσα στη Γερμανία του ’33 θα ήμουν μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και θα αισθανόμουν ιδιαίτερα χαρούμενος γι’ αυτό», «Το ότι είμαι εθνικοσοσιαλιστής σημαίνει πρώτα ότι έχω τιμή», «Εθνικιστές; Χουντικοί; Φασίστες; Δεν αρνούμαστε τίποτα».
Για τους Εβραίους μάλιστα της Θεσσαλονίκης ο Ν. Μιχαλολιάκος είπε το φοβερό: «Οι άλλοι στη Θεσσαλονίκη πήραν το τρενάκι και πήγαν ταξιδάκι (…) σ’ ένα πανέμορφο τοπίο με υψηλές καμινάδες (…) όπου απολάμβαναν τις μεταφυσικές τους εμπειρίες». Στο άρθρο με τίτλο «Η ιστορία του εθνικοσοσιαλισμού» και υπότιτλο «Σύνοψη των ιδεολογικών θέσεων της Χ.Α. (…)», «Χρυσή Αυγή», τεύχος 34, Μάρτης 1988, μεταξύ των άλλων αναφέρονται τα εξής: «Τα SS περιέλαβαν στις τάξεις τους το εκλεκτότερο άνθος της ευρωπαϊκής νεολαίας όλων των εθνικοτήτων (…) Ο μύθος των “θαλάμων αερίων” είναι η μεγαλύτερη και συνάμα τραγικότερη σκηνοθετημένη απάτη της πολιτικής ιστορίας του 20ού αιώνα (…) Στο ίδιο μεγαλόπνοο όραμα προσβλέπουμε σήμερα κι εμείς οι νέοι εθνικοσοσιαλιστές (…), στρατιώτες πιστοί του ισόθεου Αδόλφου Χίτλερ».Στο περιοδικό «Χρυσή Αυγή» (τεύχος Ιούνη – Ιούλη 2005), υπάρχει άρθρο του Γ. Μάστορα με τίτλο «Η παραχάραξη της ιστορικής αλήθειας», όπου αναφέρεται ότι «η Χρυσή Αυγή (…) θεωρεί πως ο εθνικοσοσιαλισμός ΔΕΝ είναι υπεύθυνος: α) για την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (…) β) για το περιβόητο “Ολοκαύτωμα”, γιατί απλούστατα δεν υπάρχει κανένα “Ολοκαύτωμα” (…) δ) για τη γερμανική εισβολή και μετέπειτα κατοχή στην Ελλάδα, με την έννοια πως η Γερμανία, αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια για την εξεύρεση μιας ειρηνικής διευθέτησης (…) αναγκάστηκε να επιτεθεί ΟΧΙ ΠΛΕΟΝ ΣΕ ΜΙΑ ΟΥΔΕΤΕΡΗ ΧΩΡΑ αλλά σε μία σύμμαχο της Μ. Βρετανίας».
Στο άρθρο του Ηλία Κασιδιάρη στην εφημερίδα «Χρυσή Αυγή» στις 20/04/2011 που τυχαίνει να είναι η ημερομηνία των γενεθλίων του Χίτλερ, αφού τον εξυμνεί ως κοινωνικό αναμορφωτή και ύψιστο στρατιωτικό νου, διερωτάται ποιο θα ήταν το μέλλον της Ευρώπης και του κόσμου αν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος «δε σταματούσε την αναγεννητική πορεία του εθνικοσοσιαλισμού»…
Και όμως, παρά τους προαναφερόμενους ύμνους στον Χίτλερ και στον ναζισμό, ο Η. Κασιδιάρης σε συνέντευξή του στο «bankingnews.gr», στις 19/10/2014, αναφέρει μεταξύ των άλλων: «Είμαστε κατά του ναζισμού (…) Σας λέω απερίφραστα ότι καταδικάζουμε και αποκηρύσσουμε τον ναζισμό και όσους εγκλημάτησαν κατά της ανθρωπότητας, όπως ο Χίτλερ (…)». Είναι λοιπόν υποκριτική η καταδίκη του ναζισμού, που αποτελεί το κίνητρο της εγκληματικής τους δράσης, όπως αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη πρόσφατη υμνολογία στον Χίτλερ και τον ναζισμό.
— Μπορεί να αναφερθεί κάτι παραπάνω για τη σύνδεση της ναζιστικής ιδεολογίας με την αποδιδόμενη εγκληματική συμπεριφορά της;
— Θ. Θεοδωρόπουλος: Το πραγματικό πρόγραμμα δράσης της ΧΑ είναι διαποτισμένο και απόλυτα εναρμονισμένο με τη ναζιστική ιδεολογία, την αρχή του ενός, τη δράση των ταγμάτων εφόδου, τη στρατιωτικού τύπου οργάνωση, την τυφλή υπακοή στους ανωτέρους κ.λπ. Αναφέρει π.χ. ο Ι. Λαγός: «… Αν είμαστε ενωμένοι, αν ακολουθείτε τις γραμμές που σας δίδονται, αν εκτελείτε τις εντολές και είστε πειθαρχημένοι, μη σας νοιάζει τίποτα άλλο. Για τα υπόλοιπα κανονίζουμε εμείς».
Εχθροί είναι οι κομμουνιστές, οι αντιφασίστες, όσοι ζουν και σκέφτονται διαφορετικά, οι πρόσφυγες, οι μετανάστες. Ετσι, σύμφωνα με στέλεχος της ΧΑ οι …αναρχοκομμουνιστές «….αποτελούν μολυσματικά στοιχεία», είναι «παράσιτα τα οποία από λάθος της φύσης φέρουν δυστυχώς τον τίτλο του Ελληνα, οπότε μικρή σημασία έχει η φυσική τους παρουσία». Οι ξένοι είναι υπάνθρωποι, κατσαρίδες, σκουλήκια. Συνιστούν κίνδυνο για τη φυλετική καθαρότητα των Ελλήνων. «…(…) είναι φορείς μεταδοτικών ασθενειών. Το κουνούπι που θα τσιμπήσει το βρωμιάρη, θα τσιμπήσει και το παιδί του γείτονα».
Αυτή η ναζιστική ρητορική μίσους διαμορφώνει την αντίστοιχη συνείδηση στα μέλη και τους οπαδούς, κάτω δε από το σύστημα της ιεραρχίας, της πιστής υπακοής των κατωτέρων προς τους ανωτέρους – που όπως λέει κι ο Παππάς, πρέπει να τηρούν την απαρέγκλιτη αρχή του στρατιωτικού δόγματος, δηλαδή πίστη και υπακοή στην ιεραρχία – δεν είναι δυνατόν αυτή η ρητορική να μη γίνει πράξη μέσα από την αξιόποινη δραστηριότητα.
Διότι, όταν φοβάσαι για την καθαρότητα του αίματός σου, όταν πιστεύεις ότι κινδυνεύεις, όταν πιστεύεις ότι οι αλλοδαποί σού φέρνουν αρρώστιες και σου παίρνουν τις δουλειές, τότε για να αποφύγεις αυτόν τον «κίνδυνο», μέχρι να πάρεις την εξουσία, πρέπει να τους κάνεις τον βίο αβίωτο, όπως έχει ειπωθεί. Οταν η ανθρώπινη αξία μετατρέπεται σε πράγμα, όταν ο άνθρωπος θεωρείται κατσαρίδα, θεωρείται έντομο, θεωρείται υπάνθρωπος, δεν χρειάζεται ειδική εντολή και οδηγία για την αξιόποινη πράξη, η οποία θα πραγματοποιηθεί γιατί αυτό σημαίνει εφαρμογή και πραγμάτωση του πολιτικού προγράμματος της ΧΑ.
Το πραγματικό πρόγραμμα δράσης της ΧΑ υλοποιεί τη ναζιστική ιδεολογία, επιδιώκεται δε να μπει το ναζιστικό πολιτικό πρόγραμμα στο μυαλό των οπαδών της, ώστε να γίνει υλική δύναμη. Η ναζιστική ιδέα δεν μπορεί να μείνει ιδέα. Αναπτύσσεται μέσω της τρομοκρατικής βίας, μέσω της αξιόποινης δραστηριότητας, όπως αποδεικνύει η επίθεση στους κομμουνιστές στο Πέραμα, στους Αιγύπτιους ψαράδες κ.λπ.
Για να εξασφαλίσουν τη φυλετική καθαρότητα επιτίθενται στους ξένους, τραυματίζοντας – σκοτώνοντας. Για να επικρατήσουν στη Ν/Ζ Περάματος και για να συγκεντρώσουν πολιτική ισχύ, υιοθετούν τα προγράμματα και τους στόχους των εργοδοτών, συκοφαντούν το εργατικό κίνημα, στήνουν ενέδρα και επιτίθενται στους κομμουνιστές… Δεν ανέχονται καν την όποια αντιφασιστική παρουσία. Ετσι, ο Ρουπακιάς και το γνωστό τάγμα εφόδου δολοφονούν τον Παύλο Φύσσα.
Αποδεικνύεται, λοιπόν, αναμφίβολα αφενός ο ναζιστικός χαρακτήρας της ΧΑ και αφετέρου ότι η εγκληματική της συμπεριφορά αποτελεί υλοποίηση του πολιτικού της προγράμματος που εκπορεύεται από τη ναζιστική της ιδεολογία, η οποία αποτελεί και το κίνητρο των αξιόποινων πράξεών τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, η ηγεσία της ΧΑ αρνείται – ανεπιτυχώς – τον ναζιστικό της χαρακτήρα. Ακριβώς διότι αυτός αποτελεί ολοφάνερα το κίνητρο της αξιόποινης συμπεριφοράς της, που συνιστά σε μεγάλο βαθμό υλοποίηση του πολιτικού της προγράμματος.
— Ποια άλλα συμπεράσματα θα ξεχωρίζατε από την εξέλιξη της δίκης; Επιβεβαιώνεται πιο συγκεκριμένα η σχέση της Χρυσής Αυγής με τμήματα του κρατικού μηχανισμού και της εργοδοσίας;
— Χ. Στρατής: Αναδείχτηκε, εκτός από τη γνωστή προκλητική στάση αστυνομικών στην υπόθεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, ότι σε πολλές περιπτώσεις επιθέσεων σε αλλοδαπούς, π.χ. στον Αγιο Παντελεήμονα, όταν οι τελευταίοι πήγαιναν στα αστυνομικά τμήματα να καταγγείλουν τις επιθέσεις αυτές, αστυνομικοί συνελάμβαναν αυτούς ή με διάφορες προφάσεις και απειλές τούς απέτρεπαν από το να καταθέσουν μηνύσεις.
Είδαμε, επίσης, στην επίθεση κατά των κομμουνιστών και συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, μέλη του χρυσαυγίτικου εργοδοτικού – δουλεμπορικού σωματείου να προσλαμβάνονται σε συγκεκριμένο εργοδότη την επομένη της δολοφονίας του Φύσσα.
Επίσης, υπήρξαν επίσημες καταγγελίες από το ταξικό σωματείο της Ζώνης ότι συγκεκριμένοι εργοδότες έκαναν συμφωνία με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής, για να αναλάβει τη με κάθε τρόπο εκκαθάριση της Ζώνης από τα ταξικά συνδικάτα. Αλλωστε, οι απόψεις εργοδοτών και Χρυσής Αυγής ταυτίζονται στο ότι οι απεργίες, τα μεροκάματα των ΣΣΕ και οι εν γένει διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος για αξιοπρεπείς συνθήκες υγιεινής και εργασίας φταίνε για την ανεργία στη Ζώνη.
— Πώς θα σχολιάζατε τη στάση των κατηγορουμένων και τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης στη δίκη;
— Μ Μαλαγάρης: Η πλειοψηφία των κατηγορουμένων δεν έχει έρθει ούτε μια ημέρα στο δικαστήριο, ενώ σε καθημερινή βάση εκπροσωπούνται από τους συνηγόρους τους κατά βάση μόνον οι κατηγορούμενοι βουλευτές. Κατά την εξέταση της υπόθεσης της δολοφονίας του Π. Φύσσα, όπου ήταν υποχρεωτική η παρουσία στην αίθουσα κάποιων εκ των κατηγορουμένων, γίναμε μάρτυρες απειλών και ύβρεων κατά των αυτοπτών μαρτύρων που κατέθεταν στο δικαστήριο, ενώ δεν έλειψαν και τα χλευαστικά σχόλια και οι ειρωνείες κατά της οικογένειας Φύσσα που ήταν παρούσα.
Είναι πλέον φανερή η προσπάθεια κωλυσιεργίας της διαδικασίας εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η δε στάση τους απέναντι στο ίδιο το κατηγορητήριο χαρακτηρίζεται από σοβαρές αντιφάσεις και παλινωδίες. Καταρχάς, κανένας από τους κατηγορούμενους δεν υπερασπίστηκε τις ιδέες και τις αρχές της οργάνωσης, δηλαδή την ναζιστική ιδεολογία. Ο ίδιος ο αρχηγός της, κατά το στάδιο της ανάκρισης, δήλωσε για το ίδιο της το καταστατικό ότι «απηχεί ακραιφνείς εθνικοσοσιαλιστικές θέσεις οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματική ιδεολογία της ΧΑ», ενώ ο Χρ. Παππάς το χαρακτήρισε «βλακώδες», «παραληρηματικού χαρακτήρα» και «εκτός πολιτικής πραγματικότητας».
Ενώπιον δε του ακροατηρίου, ο Ν. Μιχαλολιάκος μέσω των συνηγόρων του, το προσέβαλε ως πλαστό χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα «αποκύημα νοσηρής φαντασίας». Η εν λόγω ένσταση πλαστότητας τελικώς απορρίφθηκε…
Οι κατηγορούμενοι, ματαίως προσπαθούν να πείσουν ότι πρόκειται για γνήσιους εθνικιστές, που απλώς αγαπάνε πάνω απ’ όλα τον Ελληνα. Κατά το στάδιο των αναγνωστέων περιήλθε εις γνώσιν του δικαστηρίου κείμενο από τον προσωπικό υπολογιστή του Ν. Μιχαλολιάκου το οποίο για τη Μάχη της Κρήτης αναφέρει ανερυθρίαστα ότι «εις πείσμα των περιστάσεων ο αγκυλωτός σταυρός υψώθηκε εκεί που δεν τον ήθελαν», χαρακτηρίζοντας παράλληλα τους Κρητικούς πολεμιστές «μαχαιροβγάλτες».
Στην ίδια γραμμή απάρνησης αρχών και απόψεων κινούνται και οι μάρτυρες υπεράσπισης που εξετάζονται αυτήν την περίοδο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι υπήρξε μάρτυρας ο οποίος σε επίδειξη φωτογραφίας όπου εικονιζόταν κατηγορούμενος να χαιρετά ναζιστικά δήλωσε ότι «μάλλον θα χαιρετάει κάποιον φίλο του», ενώ άλλος μάρτυρας δήλωσε ότι «η παρουσία φωτογραφιών του Χίτλερ στην οικία του κατηγορούμενου δεν συνιστά απαραίτητα και επιδοκιμασία της ναζιστικής ιδεολογίας» και διάφορα τέτοια τραγελαφικά.
Αντίστοιχη θυμηδία προκαλούν η στάση των κατηγορουμένων και οι αντιφάσεις τους απέναντι στα αποδεικτικά στοιχεία των εγκληματικών πράξεων που τους αποδίδονται. Ενδεικτικά, αναφορικά με την επίθεση στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, ενώ αρχικά δήλωναν ότι πρόκειται περί «ψεμάτων», «φαντασιοπληξιών» και «συκοφαντιών», στη συνέχεια υποχρεώθηκαν σε στροφή 180 μοιρών κάνοντας λόγο πλέον για συμπλοκή με συμμετοχή χρυσαυγιτών.
Οι μάρτυρες υπεράσπισης επικαλούνται άγνοια και κενά μνήμης σε ό,τι αφορά τις εγκληματικές πράξεις της ΧΑ. Σχετικά με τη δολοφονία Φύσσα και τις λοιπές δολοφονικές επιθέσεις, δηλώνουν ότι δεν μπορεί να εμπλέκεται η ΧΑ καθόσον έρχεται σε αντίθεση με εγκύκλιο που είχαν λάβει οι Τοπικές Οργανώσεις, όπου απαγόρευαν πράξεις βίας.
Την ίδια στιγμή, βέβαια, ο κατηγορούμενος που έχει παραδεχτεί σε τηλεφωνική επικοινωνία ότι ο Φύσσας ήταν στόχος της εγκληματικής οργάνωσης, «στολίστηκε» τόσο από τον συνήγορό του, όσο και από τους μάρτυρες υπεράσπισής του, ως «αφελής», «φαντασιόπληκτος», «ψεύτης» κ.τ.λ. Ο εν λόγω κατηγορούμενος, μάλιστα, σήμερα είναι γραμματέας του χρυσαυγίτικου σωματείου στη Ζώνη του Περάματος.
— Η κυβέρνηση προβάλλει ως απάντηση στην ακροδεξιά τη συγκρότηση «προοδευτικών – αντιφασιστικών μετώπων». Πώς το σχολιάζετε;
— Μ. Μαλαγάρης: Είναι προκλητικό να καλεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε «μέτωπο πάλης κατά του φασισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη». Γιατί είναι η ίδια κυβέρνηση, η οποία: Υπερασπίζεται την ΕΕ που έχει επίσημη πολιτική της την εξίσωση φασισμού – κομμουνισμού, που απαγορεύει τη δράση, τα σύμβολα ΚΚ σε χώρες της Ευρώπης, ενώ παράλληλα αθωώνει και αξιοποιεί σε στελεχικές θέσεις συνεργάτες των ναζί. Που στηρίζει πραξικοπήματα (όπως στην Ουγγαρία), ενισχύει την καταστολή (μέσω διαφόρων μηχανισμών όπως ο Ευρωστρατός, η Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή αλλά και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κ.ο.κ.), που συμμετέχει και προετοιμάζει πλήθος πολεμικών επιχειρήσεων, οι οποίες δημιουργούν ποτάμια μεταναστών και προσφύγων.
Η κυβέρνηση υλοποιεί κατά γράμμα τη βάρβαρη πολιτική της ΕΕ ενάντια σε πρόσφυγες και μετανάστες, που κρατάει χιλιάδες ανθρώπους εγκλωβισμένους στα νησιά του Αιγαίου, οξύνοντας τα προβλήματα για τους ίδιους και για τους κατοίκους των νησιών, που προβλέπει την ένταση της καταστολής, τη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης, διαμορφώνοντας έτσι μια κατάσταση που αξιοποιούν οι διάφορες ξενοφοβικές – ρατσιστικές δυνάμεις για να σπείρουν το μίσος, όπως κάνουν και σε άλλες χώρες της ΕΕ.
Εξυμνεί τον «δαιμονικά καλό» Τραμπ, με τις γνωστές εθνικιστικές απόψεις και τη στήριξη της ακροδεξιάς «Κου Κλουξ Κλαν». Προωθεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα ΗΠΑ και ΝΑΤΟ στην περιοχή, ως καλός «γεωπολιτικός μεντεσές», μετατρέποντας τη χώρα σε μια απέραντη αμερικανοΝΑΤΟική βάση.
Προχωράει ακάθεκτη την αντιλαϊκή πολιτική που τσακίζει τα δικαιώματα, τη ζωή των εργαζομένων, του λαού και της νεολαίας. Βυθίζει τα λαϊκά στρώματα στη φτώχεια, στην ανεργία και την εξαθλίωση, καταδικάζοντάς τα να ζουν με μερικά ψίχουλα για να εξασφαλίζει ζεστό χρήμα και προκλητικές φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο, τους εφοπλιστές, τις τράπεζες. Για αυτούς δηλαδή που συντηρούν, εκτρέφουν και ενισχύουν υπόγεια και φανερά τις ακροδεξιές και φασιστικές ομάδες, που τις θέλουν για μαντρόσκυλο του σάπιου συστήματός τους απέναντι στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, ως μια ακόμα εφεδρεία τους για ώρα ανάγκης.
Ενισχύει την κρατική καταστολή, το «μαστίγιο» ενάντια στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, με το σχέδιο για τον νέο Ποινικό Κώδικα (που εκτός των άλλων ρίχνει στα μαλακά την ηγεσία της ΧΑ), με το χτύπημα στο δικαίωμα στην απεργία, με την ανοιχτή καταστολή απέναντι στο εργατικό – λαϊκό κίνημα, όπως το χτύπημα στους εργαζόμενους, στον λαό της Καλλιθέας που διατράνωνε την αντίθεσή του απέναντι στη Χρυσή Αυγή στην επέτειο της 25ης Μαρτίου.
Συγκυβερνούσε επί τέσσερα χρόνια με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, στελέχη της συναγελάζονται σε εκδηλώσεις με ακροδεξιούς, χρυσαυγίτες και δηλωμένους υποστηρικτές τους τύπου Αμβρόσιου, στελέχη της συμμετέχουν σε κοινά ψηφοδέλτια με ακροδεξιούς στις τοπικές εκλογές.
— Είναι αρκετή η καταδίκη της Χρυσής Αυγής στο δικαστήριο για την αντιμετώπισή της; Τι πρέπει να γίνει κατά τη γνώμη σας;
— Χαρ. Στρατής: Σίγουρα είναι σημαντικό η εγκληματική ναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής να καταδικαστεί από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη δίκη. Ωστόσο, δεν μπορεί να έχει κανείς αυταπάτες ότι ο φασισμός μπορεί ή αρκεί να ηττηθεί απλώς με μια δικαστική απόφαση.
Το σπουδαιότερο είναι να καταδικαστεί ο ναζισμός – φασισμός στη συνείδηση του ίδιου του λαού και το εργατικό, λαϊκό κίνημα να έχει εκείνα τα οξυμένα αντανακλαστικά ώστε να τον διακρίνει και να τον τσακίζει όποια μάσκα και αν αυτός αλλάζει, να καταδικάσει και να απομονώσει τους φασίστες σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χώρο δουλειάς και μόρφωσης.
Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι παρότι ο Χίτλερ και η τότε ηγεσία του περιθωριακού εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, καταδικάστηκε το 1923 μετά το λεγόμενο «πραξικόπημα της μπιραρίας», λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκαν στην κυβέρνηση, ως πολιτική επιλογή της γερμανικής αστικής τάξης, μετά και τη χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας, πρώτος δε στόχος τους ήταν, όπως άλλωστε είναι πάντα, το τσάκισμα των κομμουνιστών με την προβοκάτσια του εμπρησμού του Ράιχσταγκ.
Ο φασισμός έτσι δεν μπορεί παρά να νοηθεί ως καπιταλισμός στην πιο αντιδραστική του μορφή, όπως λέει ο Μπρεχτ, και συνεπώς η πάλη εναντίον του συνδέεται άρρηκτα με την πάλη για την αντικατάσταση του ίδιου του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος που γεννά τέρατα όπως αυτόν. Στον αγώνα αυτόν μπροστάρηδες ήταν και είναι διαχρονικά οι κομμουνιστές.
jailgoldendawn.com