Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Ο φασισμός θα επιζήσει της απαραίτητης καταδίκης

 



του Φιλήμονα Πατσάκη

 Φτάνουμε στην τελική(;;) ευθεία για την δίκη της Χρυσής Αυγής μια πρώτη καταδίκη του ναζιστικού μορφώματος που ακόμα στιγματίζει την Ελληνική κοινωνία, φτάνουμε στην ευθεία της καταδίκης των άθλιων δολοφόνων, όμως φτάνει αυτό; Ο φασισμός δεν είναι μια απλή πολιτική επιλογή, ένα κόμμα που διεκδικεί κοινοβουλευτική επικράτηση, δεν είναι επικίνδυνος μόνο στον δρόμο και τις λαϊκές αγορές, αλλά αποτελεί μια θεώρηση του κόσμου και διαδεδομένες αντιλήψεις που ποτίζουν τον κυρίαρχο λόγο. Αλλά το κυριότερο αποτελούν εν δυνάμει κυβερνησιμότητα.

https://www.babylonia.gr 

Μας θυμίζει ο Τραβέρσο στις “ρίζες της ναζιστικής βίας”. “Ο Χίτλερ ασφαλώς δεν διέθετε, ως το 1941, ένα πολύ ξεκάθαρο σχέδιο για την εξόντωση των Εβραίων και η «τελική λύση» ήταν το προϊόν μιας διαρκούς αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο ριζοσπαστικό αντισημιτισμό και τις περιστάσεις του πολέμου. Είναι αυτή η αλληλεπίδραση που θα γεννήσει τα στάδια, τις μορφές και τα μέσα του εκτοπισμού και της θανάτωσης των Εβραίων. Ακόμα και δίχως κεντρικό σχέδιο, ο εθνικοσοσιαλισμός είχε στην διάθεση του πολλά μοντέλα που δεν δίστασε να ακολουθήσει. Από την μια μοντέλα ιδεολογικά (ρατσισμός, ευγονισμός), πολιτικά, και ιστορικά (ιμπεριαλισμός και αποικιοκρατία), από την άλλη μοντέλα τεχνολογικά και κοινωνικά (εξορθολογισμός κυριαρχίας, ολοκληρωτικός πόλεμος, σκλαβιά) που όλα τους πήγαζαν από το ευρωπαϊκό πολιτιστικό πλαίσιο.” Όταν μιλάμε για ρατσισμό και ευγονισμό μιλάμε για πολύ διαδεδομένες αντιλήψεις και επιστημονικές πρακτικές εκείνο τον καιρό. Αντιλαμβανόμαστε τώρα ότι η απαραίτητη καταδίκη των δολοφόνων πρέπει να είναι απλώς ένα βήμα.

Καθώς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έκαναν εκ νέου την εμφάνιση τους, καθώς ο ρατσιστικός λόγος έχει πιάσει στασίδι στα ΜΜΕ, καθώς ένας άθλιος εθνικισμός παίρνει κεφάλι, καθώς οι κοινωνίες αποανθρωποποιούνται και η κατάσταση εξαίρεσης με διάφορες αφορμές γίνεται κανονικότητα, η μάχη αποκτά ευρύτερα χαρακτηριστικά. Η αστυνομία που μετά την φασιστική επίθεση στο Τυμπάκι επιτίθεται στους εργάτες γης μετανάστες στην ίδια περιοχή, η επίθεση των πραιτοριανών του Χρυσοχοΐδη στους αναρχικούς που έβγαζαν ναζιστικά σύμβολα από το κέντρο της Θεσσαλονίκης λέει πολλά για την ιδεολογική και πολιτική ατζέντα του σήμερα.

Και κάπου εκεί η εικόνα των ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στο νεκροταφείο μετά το κάψιμο της Μόρια. Άνθρωποι που βρίσκουν αποκούμπι μόνο σε ένα νεκροταφείο είναι μια συμβολική σκηνή θανάτου του διαφωτισμού μας. Καθώς η Μόρια παίρνει την θέση της ανάμεσα στις αποτρόπαιες στιγμές των στρατοπέδων συγκέντρωσης, νιώθουμε την αναλγησία του κράτους να αποδίδεται πλέον στον καθένα χωριστά. Μας ενημέρωσαν πρόσφατα ότι από τότε που ξεκίνησε το λεγόμενο μεταναστευτικό έχουν πεθάνει στην Μεσόγειο 20000 άνθρωποι.Στατιστικές στεγνές και άμορφες. Όταν κυριαρχεί η αριθμητική και λέξεις όπως ροές, ο κυνισμός είναι δεδομένος.

Ερχόμαστε αντιμέτωποι με το “δικαίωμα να έχουμε δικαιώματα” της Άρεντ. Και όπως μας εξηγεί η ίδια σκεπτόμενη το ολοκαύτωμα ¨ο κόσμος δεν βρήκε τίποτα το ιερό στην αφηρημένη γυμνότητα του να είναι κανείς άνθρωπος¨. Ας δημιουργήσουμε εμείς ένα φραγμό σε αυτή την γυμνότητα. Ο Λέβι θα σκεφτεί πολύ πάνω στο τι σημαίνει να παραμείνεις άνθρωπος και εκεί πάνω στα αποκαΐδια της Μόρια η ερώτηση του “σκεφτείτε αν αυτό είναι ο άνθρωπος” δείχνει την περιπλοκότητα της.

Αυτό που διακυβεύεται στο στρατόπεδο είναι η σχεδόν βιολογική διεκδίκηση της συμμετοχής στο ανθρώπινο είδος. Κοιτάμε στα μάτια την δημιουργία της απελπισίας. Ειδήσεις για ναυάγια, νεκροί ξεβρασμένοι σε κάποια παραλία, τάφοι χωρίς όνομα, περνάνε στα ψιλά των εφημερίδων. Η ζωή είναι πλέον το φθηνότερο πράγμα στον κόσμο, ένα ολόκληρο σύστημα αποανθρωποποίησης. Η φωτιά στην Μόρια ήρθε μετά από πολλά προειδοποιητικά σήματα να μας θυμίσει ότι είμαστε πλέον οι δεσμώτες, ο άνθρωπος με την στολή. Και μέσα από τα σύρματα ο μετανάστης κατοικεί εκτός συμβολαίων παύει να έχει πρόσωπο, δεν βρίσκεται πουθενά, δεν είναι καν ο άλλος, δεν είναι τίποτα.

Το στρατόπεδο ζητά μια οριστική κατάργηση, θέτει λοιπόν μια ερώτηση. Πως τίθεται πολιτικά και υλικά μια πολιτική που θα έχει ως βάση το οριστικό τέλος του αποκλεισμού ως βασικής πολιτικής συγκρότησης; Η φασιστική ιδεολογική συγκρότηση επιζεί εκεί, στις απλές φράσεις αποτίμησης της αντιμετώπισης των μεταναστών, στην αποδοχή ότι η φυλακή είναι η καλύτερη λύση για όλους, στην αποδοχή ότι μια εθνοφυλακή μπορεί να βοηθήσει στην κακόβουλη εισβολή στων Έβρο, στην παραδοχή μας ότι ελευθερία και υγεία είναι δύο έννοιες που συγκρούονται και πρέπει να οριοθετηθούν εκ νέου.

Στα άθλια πρόσωπα των κατηγορουμένων μελών της Χρυσής Αυγής βλέπουμε μια ανάγκη, την ανάγκη της απόλυτης και κατηγορηματικής καταδίκης τους. Όμως η ποινική καταδίκη δεν φτάνει, πρέπει από εκεί και πέρα να επιτεθούμε στους άξονες που τρέφουν το φίδι.

Η επίθεση στις μορφές αλληλεγγύης, στα κοινωνικά δικαιώματα και μια προσπάθεια ολικής απορρόφησης του δημόσιου χώρου από τον ιδιωτικό και τον κρατικό τομέα θέτουν επί τάπητος τον κίνδυνο για την απόλυτη εξαφάνιση της ίδιας της πολιτικής ως ανταγωνιστικής πολλαπλότητας υπέρ μιας μονότονης διαχείρισης των πραγμάτων και των υπάρξεων. Επειδή η σύγχρονη διαχείριση δεν θα είναι μονότονη αλλά επικίνδυνη, οφείλουμε να διερευνήσουμε όλες εκείνες τις συνθήκες όπου οι μορφές αλληλεγγύης θα αποτελέσουν την μαγιά για την νέα πολιτική συγκρότηση. Για να μετατραπούν η οργή και η αγανάκτηση σε εφαλτήριο συγκρότησης μιας συλλογικής άρνησης και αντίστασης, θα πρέπει να υπάρξει μια συνολική μάχη ενάντια στον φόβο και μια αντίστοιχη κίνηση συγκρότησης των ορισμών εκ νέου. Η βουβή απελπισία θα ψάχνει ηγέτες. Υπάρχει όμως και η κίνηση που θα ψάχνει την ενεργή συγκρότηση των εννοιών της αλληλεγγύης, της αξιοπρέπειας, της ανάδυσης του αυτενεργού ανθρώπου.Ο θάνατος του φασισμού θα είναι μια πολύπλοκη και επίπονη διαδικασία.

Ας αρχίσουμε με τα απλά να είμαστε όλοι στις 7/10 στο εφετείο, για το πρώτο βήμα.


Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Η πολύτιμη κληρονομιά της ιστορικής εμπειρίας

                                Ιούνης 1936, Απεργία στο εργοστάσιο της Ρενό στο Παρίσι


Μπορούμε να αντλήσουμε διδάγματα από τις προηγούμενες μεγάλες κρίσεις του καπιταλισμού;

Ο Πάνος Γκαργκάνας δίνει απαντήσεις από τη δεκαετία του 1930 στο σήμερα.

Με ποια άλλη φάση της Ιστορίας θα συγκρίνατε αυτήν την οικονομική κρίση;

–Όλες οι προφανείς συγκρίσεις έχουν τα όριά τους. Η πανδημία της ισπανικής γρίπης 1918-19 ήταν λιγότερο αποδιοργανωτική οικονομικά επειδή οι οικονομίες ήταν λιγότερο αστικές και λιγότερο διασυνδεδεμένες. Η Μεγάλη Υφεση του 1929-33 και η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-9 ήταν διαφορετικές επειδή ξεκίνησαν ως χρηματοοικονομικές κρίσεις πριν μολύνουν την πραγματική οικονομία. Αντιθέτως, αυτή η κρίση ξεκίνησε στην πραγματική πλευρά –με τον ιό και το lockdown– και τώρα θα εξαπλωθεί στη χρηματοοικονομική πλευρά. Οι Παγκόσμιοι Πόλεμοι είναι διαφορετικοί επειδή στην πραγματικότητα αποτελούσαν αγώνα για την επιβίωση του έθνους. Αντιθέτως, αυτός είναι ένας αγώνας για την επιβίωση του ανθρώπου, κατά τον οποίο το έθνος το πιθανότερο είναι πως θα επιβιώσει.

Η αφετηρία της Αριστεράς είναι αλλιώτικη. Η μελέτη της ιστορικής εμπειρίας είναι πολύτιμη. Χρειάζεται να ανατρέξουμε στις προηγούμενες μεγάλες κρίσης του συστήματος, στις αιτίες τους, στις ταξικές συγκρούσεις που τις συνόδεψαν, στις στρατηγικές της Αριστεράς που δοκιμάστηκαν. Μόνο έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει γύρω μας και να αποκτήσουν νόημα και οι όποιες αλλαγές και διαφορές στον ίδιο τον καπιταλισμό, στην εργατική τάξη και στην Αριστερά. Μέσα από μια τέτοια διαδικασία μπορούμε να χαράξουμε αντιμετώπιση και προοπτική απέναντι στις νέες προκλήσεις του σήμερα. Πρέπει να γυρίσουμε πίσω και να σταθούμε στα διδάγματα της προηγούμενης μεγαλύτερης κρίσης στη δεκαετία του 1930 για να πάμε σήμερα μπροστά.

Τι φταίει για τις κρίσεις;

Οι αστοί οικονομολόγοι ακόμη ψάχνουν για να βρουν τι πήγε στραβά το 1929. Όπως έγραφε ο Κρις Χάρμαν:

«Η οικονομική βουτιά της δεκαετίας του 1930 ήταν με μεγάλη διαφορά η χειρότερη ύφεση που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο καπιταλισμός. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε στο μισό στις δυο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, τις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Περίπου το ένα τρίτο των εργατών και στις δυο χώρες έμειναν άνεργοι. Εκείνο ήταν το ασύγκριτα πιο σημαντικό οικονομικό γεγονός του 20ου αιώνα. Κι’ όμως, η κατανόηση εκείνης της βουτιάς παραμένει το μεγάλο πρόβλημα της επίσημης οικονομικής επιστήμης. Ο Μπεν Μπερνάνκι, επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ επί προεδρίας Ομπάμα, θεωρείται ως ένας από τους βασικούς εμπειρογνώμονες πάνω σε αυτό το θέμα. Έχει βαφτίσει την αναζήτηση της εξήγησης ως το «Ιερό δισκοπότηρο» της οικονομικής επιστήμης- δηλαδή κάτι που το ψάχνεις και ποτέ δεν το βρίσκεις! Ο βραβευμένος με Νόμπελ στα οικονομικά Edward C Prescott το περιγράφει ως ”παθολογικό επεισόδιο που δεν επιδέχεται ερμηνεία από τα καθιερωμένα οικονομικά“. Ένα άλλο βραβείο Νόμπελ, ο Robert Lucas παραδέχεται ότι ”χρειάζεται πραγματική προσπάθεια της βούλησης για να ομολογήσουμε ότι δεν ξέρουμε τι στο διάολο συμβαίνει“».

Αν μετά από σχεδόν ένα αιώνα επικρατεί τέτοια σύγχυση στα μυαλά των αστών, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε τι έλεγαν τότε που ξέσπαγε εκείνη η τεράστια κρίση.

«Ο πιο επιφανής νεοκλασικός οικονομολόγος της Αμερικής, ο Ίρβινγκ Φίσερ στις παραμονές του Κραχ της Γουόλ Στρητ είχε δηλώσει ότι ‘οι τιμές των μετοχών έχουν σταθεροποιηθεί μόνιμα σε υψηλά επίπεδα’. Στη Βρετανία ο Κέυνς είχε διαβεβαιώσει τους φοιτητές του ότι ‘δεν πρόκειται να δούμε νέο κραχ στη ζωή μας’….Η αρχική αντίδραση του επίσημου πολιτικού κόσμου και των συνοδοιπόρων τους στις οικονομικές επιστήμες ήταν να υποθέσουν ότι θα χρειαζόταν απλά να περιμένουν για λίγο καιρό μέχρι η ύφεση να αρχίσει να διορθώνεται από μόνη της. ‘Η ανάκαμψη έρχεται’ διαβεβαίωνε τον κόσμο ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χέρμπερτ Χούβερ. Αλλά η ανάκαμψη δεν ήρθε το 1930, ούτε το 1931 ή το 1932».4

Μάλλον περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές βλέπουμε σε σχέση με το σήμερα, αν στη θέση του Χούβερ αναλογιστούμε τον Τραμπ (ή τον Μητσοτάκη). Δυστυχώς, όμως, οι αυταπάτες για τις μαγικές ικανότητες του συστήματος να «αυτορυθμίζεται» δεν περιορίστηκαν στους αστούς. Ο Χίλφερντινγκ που ήταν μια οικονομική αυθεντία με μαρξιστικές καταβολές στους κύκλους της Σοσιαλδημοκρατίας είχε διατυπώσει μια θεωρία περί «οργανωμένου καπιταλισμού» όπου εκτιμούσε ότι είχε εξαφανιστεί η αναρχία της αγοράς και η τάση προς την κρίση. Θα ήταν χρήσιμο να το θυμούνται αυτό όσοι και όσες τείνουν να αναπαράγουν θεωρίες περί ολοκληρωτικού καπιταλισμού σήμερα.

Τέτοιες αστοχίες δεν εμφανίστηκαν μόνο ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες. Η επικράτηση του σταλινισμού είχε αντίστοιχες επιπτώσεις στο χώρο των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Μαρξιστές θεωρητικοί όπως ο Χένρικ Γκρόσμαν, συγγραφέας του βιβλίου «Ο νόμος της συσσώρευσης και η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος» βρέθηκαν στο περιθώριο, ενώ οι πιστές στη Μόσχα ηγεσίες των ΚΚ έγιναν ουρά των «Λαϊκών Μετώπων» και της Κεϋνσιανής διαχείρισης του καπιταλισμού με διαλυτικά αποτελέσματα για το εργατικό κίνημα.

Η τεράστια κρίση της δεκαετίας του 1930 επιβεβαίωσε ότι αυτή η τάση δεν είχε ξεπεραστεί τότε. Είναι κρατούμενο να δούμε ότι αυτή η τάση δεν έχει ξεπεραστεί ούτε σήμερα και παραμένει η καλύτερη αφετηρία για να κατανοήσουμε τη σημερινή μακρόσυρτη κρίση. Οι αιτίες δεν βρίσκονται σε εξωγενείς παράγοντες, αλλά σε δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Μια καλή σύνοψη βρίσκεται στο βιβλίο του Άλεξ Καλλίνικος «Η Αποκρυπτογράφηση του Κεφάλαιου».6 Όπως γράφαμε στην παρουσίασή του:

«Ο Καλλίνικος ομαδοποιεί τους παράγοντες που εντοπίζει ο Μαρξ ως στοιχεία που οδηγούν τον καπιταλισμό σε κρίσεις σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τα στοιχεία που ανοίγουν τη δυνατότητα να υπάρξουν κρίσεις (η διακοπή της κυκλοφορίας χρήμα-εμπόρευμα-χρήμα), η δεύτερη περιλαμβάνει τους παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία των κρίσεων (η σχέση μισθών, ανεργίας και επενδύσεων) και η τρίτη τους αποφασιστικούς μηχανισμούς (πτώση του ποσοστού κέρδους και πανικός στις χρηματαγορές)».7

Η επιβολή καραντίνας σαν αντιμετώπιση του κορονοϊού είναι ένα επεισόδιο που ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Ξαφνικά τα εμπορεύματα δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν, ούτε καν το βασικό εμπόρευμα για τη λειτουργία του συστήματος δηλαδή η εργατική δύναμη.

Η έξοδος από το «ατύχημα» δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε ομαλή, καθώς προκύπτουν ζητήματα για το πώς θα καλυφθούν οι ζημιές από τη διακοπή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ποιοι θα επωμιστούν τα βάρη, όχι μόνο ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις αλλά και ανάμεσα σε κλάδους και κύρια ανάμεσα σε επιχειρήσεις και τράπεζες. Το χρήμα δεν έχει μόνο τη μορφή κεφάλαιου που αναμένει να επενδυθεί αλλά και τη μορφή κερδοσκοπικού κεφάλαιου τοποθετημένου σε φούσκες που κινδυνεύουν να σκάσουν. Ο επόμενος γύρος επενδύσεων που απαιτείται για την επανέναρξη του συστήματος επηρεάζεται από όλους αυτούς τους παράγοντες, αλλά τελικά καθορίζεται από το ύψιστο κριτήριο, δηλαδή το προσδοκώμενο ποσοστό κέρδους. Η πτωτική τάση που επεσήμανε ο Μαρξ είναι το καθοριστικό στοιχείο για την έκβαση της κρίσης.

Η αποσύνδεση του ρόλου των τραπεζών από τη διαδικασία συσσώρευσης κερδών μέσα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στην παραγωγική διαδικασία μπορεί να ικανοποιεί το διαδεδομένο αίσθημα ενάντια στους τραπεζίτες ως αρπακτικά αλλά χάνει από τα μάτια της την πραγματική δυναμική του καπιταλισμού σαν σύστημα. Χωρίς ανάκαμψη της ευρύτερης κερδοφορίας μέσα από την παραγωγή, οι τραπεζίτες είναι ανίσχυροι».

Στη δεκαετία του 1930 η κάμψη στην πραγματική παραγωγή προηγήθηκε από τη βουτιά στα Χρηματιστήρια και αυτή με τη σειρά της επιδείνωσε την οικονομική ύφεση, η οποία μετατράπηκε σε ένα μακρόσυρτο βάλτωμα μέχρι το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα ο ρόλος του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι μεγαλύτερος αλλά η δυναμική της κρίσης παραμένει ίδια: οι επενδύσεις στην πραγματική οικονομία δεν ανακάμπτουν λόγω πεσμένης προσδοκώμενης κερδοφορίας και έτσι η ανάκαμψη δεν έρχεται παρά τις αλλεπάλληλες διασώσεις του τραπεζικού συστήματος και τις ενέσεις φτηνού χρήματος στα χρηματιστήρια.

Εμπειρικά, η στασιμότητα των επενδύσεων ως καθοριστικό στοιχείο για την παράταση της κρίσης έχει γίνει πλέον πλατιά αποδεκτή. Αλλά τα αίτια αυτής της στασιμότητας εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστα έξω από τη μαρξιστική παράδοση. Διαβάζουμε, παραδείγματος χάρη στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς:

«Στις ΗΠΑ σχεδόν το 90 τοις εκατό των μετοχών βρίσκονται στην κατοχή του πλουσιότερου 10 τοις εκατό των νοικοκυριών, σύμφωνα με στοιχεία της Fed. Όχι μόνο τα οφέλη από την άνοδο των χρηματαγορών κατευθύνονται προς τους πλουσιότερους, αλλά αυτός ο σύνδεσμος λειτουργεί προς δυο κατευθύνσεις. Η ανισότητα τροφοδοτεί την ιλιγγιώδη άνοδο των χρηματαγορών προκαλώντας φαύλο κύκλο. Το πλουσιότερο 11 τοις εκατό του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει το 80 τοις εκατό του πλούτου, σύμφωνα με υπολογισμούς της Κρεντί Σουίς. Αυτό σημαίνει ότι οι πλούσιοι διαθέτουν ένα πλεόνασμα αποταμίευσης (υπάρχει όριο στο πόσα πολλά μπορούν να καταναλώσουν). Αυτή η ‘υπερπληθώρα αποταμιεύσεων’ είναι κεφάλαιο που αναζητεί τοποθέτηση. Αυτό το χρήμα πηγαίνει προς τις κεφαλαιαγορές της Αμερικής από όπου ιδανικά θα κατέληγε σε παραγωγικές επενδύσεις. Αλλά οι επενδύσεις των ΗΠΑ παραμένουν στάσιμες για λόγους που βρίσκονται υπό συζήτηση. Ίσως η καθυστέρηση σε νέες τεχνολογίες σημαίνει λιγότερες καλές επενδυτικές ευκαιρίες, ή τα ολιγοπώλια των βιομηχανιών έχουν γίνει τεμπέλικα, ή τα κίνητρα για τα διευθυντικά στελέχη ενθαρρύνουν τη διανομή μερισμάτων και την επαναγορά μετοχών αντί για τις επενδύσεις».9

Το δίδαγμα του Μαρξ και της ιστορικής εμπειρίας από το 1930 παραμένει ατόφιο: χωρίς εργατικό έλεγχο πάνω στο πλεόνασμα και τις επενδύσεις, η απειλή των κρίσεων παραμένει πάνω από τα κεφάλια της κοινωνίας.

Μπορεί η εργατική τάξη;

Η τάση του καπιταλισμού να βυθίζεται σε κρίσεις δημιουργεί τεράστια προβλήματα για τις άρχουσες τάξεις. Αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ευκαιρίες για τους από κάτω. Για την ακρίβεια, η εμφάνιση των κρίσεων συνοδεύεται από μεγάλα βάσανα για την εργατική τάξη.

Αυτό ήταν αλήθεια από την εποχή του Μαρξ. Όπως το γράφουν παρέα με τον ΄Ενγκελς στο Κομμουνιστκό Μανιφέστο «Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη προηγούμενη εποχή θα φαινόταν σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται πάλι πίσω σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας. Θα ‘λεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός καταστροφικός πόλεμος της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. H βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα». Ανεργία, φτώχεια και πείνα είναι οι πρώτοι καρποί της κρίσης για τους εργάτες και τις οικογένειές τους. Ο καπιταλισμός μέσα στην κρίση του χτυπούσε τον «ιστορικό νεκροθάφτη» του αλύπητα.

Αυτά τα φαινόμενα έγιναν χειρότερα στον εικοστό αιώνα. Η εργατική τάξη ήταν πολύ μεγαλύτερη στη δεκαετία του 1930 σε σύγκριση με την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Ανεργία για έναν στους τρεις εργάτες σήμαινε ανθρώπινη δυστυχία σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η εργατική τάξη είχε να αναμετρηθεί με νέες απειλές που είχαν προκύψει μέσα από τις αλλαγές στον ίδιο τον καπιταλισμό. Το πέρασμα στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του συστήματος είχε αναδείξει τη φρίκη των παγκοσμίων πολέμων και της φασιστικής απειλής.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η εργατική τάξη υπέφερε κάτω από τον συνδυασμό όλων αυτών των χτυπημάτων. Η ανεργία αντί να μειώνεται μεγάλωνε παντού. Στη Γερμανία οι Ναζί ήταν ήδη στην εξουσία από τον Γενάρη του 1933 και στη Γαλλία απειλούσαν να κάνουν το ίδιο φτάνοντας να οργανώνουν επιθέσεις για την κατάληψη της Βουλής. Ο αγώνας δρόμου προς ένα νέο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ξεκινήσει με τις Μεγάλες Δυνάμεις να περιχαρακώνουν τις οικονομίες τους και τις ζώνες επιρροής των νομισμάτων τους με προστατευτικά τείχη.

Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών αποτελεί άλλο ένα πεδίο όπου εμφανίζονται ομοιότητες με το σήμερα, σε πείσμα των αντιλήψεων ότι «η σημερινή κρίση είναι διαφορετική». Οι απειλές εμπορικών πολέμων ανάμεσα σε ΗΠΑ-Κίνα και ΕΕ έχουν το προηγούμενό τους σε αντίστοιχα φαινόμενα στη δεκαετία του 1930. Και τα χτυπήματα πάνω στην εργατική τάξη από τους εμπορικούς ανταγωνισμούς δεν ήταν μόνο οικονομικά. Όπως και σήμερα, ήταν και πολιτικά με την άνοδο του εθνικισμού να πιέζει τις εργατικές συνειδήσεις.

Ένα από τα πιο σπουδαία κρατούμενα της ιστορικής εμπειρίας, λοιπόν, είναι ότι η εργατική τάξη μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες δεν σκύβει το κεφάλι. Αργά ή γρήγορα, η συσσωρευμένη οργή ξεσπάει ορμητικά και οδηγεί σε επαναστατικές καταστάσεις καθώς οι από πάνω μέσα στην κρίση δεν μπορούν να συνεχίσουν να κυβερνούν όπως παλιά ενώ οι από κάτω δείχνουν μαζικά ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν όπως παλιά. Το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά στις δυνατότητες της τάξης αλλά στην ικανότητα της Αριστεράς να αξιοποιήσει τέτοιες ευκαιρίες.

Η Αριστερά ποτέ δεν είναι ενιαία σε τέτοιες στιγμές. Φουντώνει μια τεράστια αντιπαράθεση γύρω από το πόσο μακριά θέλει και μπορεί να φτάσει η εργατική τάξη. Τα ρεφορμιστικά τμήματα έχουν ως μόνιμο μοτίβο ότι η εργατική τάξη δεν είναι έτοιμη να πάρει τον έλεγχο.

Τώρα, όσο αφορά στην ατμομηχανή… κανένας ποτέ δεν έμαθε να οδηγεί ατμομηχανή με το να κάθεται στο γραφείο του.(…) Είναι γεγονός ότι πάνω στην ατμομηχανή χρειάζεσαι εκπαίδευση από έναν παλιό οδηγό. Και για τα άλογα υπάρχουν σχολές ιππασίας. Αλλά στον τομέα του ελέγχου του κράτους δεν προκύπτουν τέτοιες τεχνητές συνθήκες. Η αστική τάξη δεν δημιουργεί ακαδημίες κρατικής διαχείρισης για το προλεταριάτο ούτε βάζει στη διάθεσή του για εξάσκηση το τιμόνι του κράτους».

Η ατολμία του ρεφορμισμού να αφήσει το άλογο της εργατικής τάξης να καλπάσει και να το οδηγήσει στη νίκη είχε τραγικό κόστος στη δεκαετία του 1930. Αξίζει να θυμηθούμε την τραγική κατάληξη που είχε αυτή η αντιμετώπιση στην περίπτωση του Γαλλικού ΚΚ.

«Το μέγεθος της οικονομικής κρίσης τότε ήταν συγκρίσιμο με την ελληνική καταβαράθρωση σήμερα. Ανάμεσα στο 1928 και το 1934 η γαλλική οικονομία έχασε το 17% της βιομηχανικής παραγωγής της. Οι εργάτες αντιμετώπισαν μια μείωση στο μέσο εισόδημα κατά 30% από το 1929 ως το 1936. Η ανεργία εκτινάχτηκε. Αντίστοιχα ήταν τα σημάδια της πολιτικής κρίσης. Ανάμεσα στον Νοέμβρη του 1929 και τον Ιούνη του 1936 εναλλάχτηκαν 17 κυβερνήσεις  .Το χειμώνα του 1934 οι φασίστες, αποθρασυσμένοι από την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία και από τα σκάνδαλα των κυβερνήσεων, επιχείρησαν να εισβάλουν στη Βουλή. Η ενωτική αντιφασιστική διαδήλωση που ακολούθησε και η Γενική Απεργία εκείνο το Φλεβάρη ήταν η απαρχή για κοινή δράση του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, σπάζοντας το σεχταρισμό της λεγόμενης «τρίτης περιόδου».

Η εργατική τάξη δεν είναι ”κουρδιστό πορτοκάλι“ για να ακολουθεί πειθήνια κάθε στροφή και κάθε υποχώρηση. Είναι πρωταγωνιστής της ταξικής πάλης. Η αξία μιας αριστερής ηγεσίας και μιας αριστερής στρατηγικής κρίνεται από την ικανότητά της να πιάνει το σφυγμό της τάξης και να της ανοίγει ορίζοντες».11

Δυστυχώς, το μοτίβο της «ανέτοιμης» εργατικής τάξης εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας, όχι μόνο από ρεφορμιστικές ηγεσίες αλλά και από τμήματα της υπόλοιπης αριστεράς. Προφανώς το μεγάλο παράδειγμα είναι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ που το καλοκαίρι του 2015 προτίμησε τον συμβιβασμό αντί να εμπιστευτεί το ορμητικό ποτάμι που είχε δώσει μάχες ενάντια στα Μνημόνια, είχε φέρει την ίδια στην κυβέρνηση και το ΟΧΙ σε σαρωτική νίκη στο δημοψήφισμα εκείνου του καλοκαιριού. Ωστόσο, η αντίληψη ότι η εργατική τάξη σήμερα δεν διαθέτει τις κατάλληλες πρωτοπορίες ώστε να συγκροτήσει επαναστατική αριστερά, κυκλοφορεί και κάνει ζημιά και στο χώρο της «άλλης αριστεράς».

Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, οι προσπάθειες οικοδόμησης επαναστατικής οργάνωσης καταλήγουν σε αδιέξοδο επειδή οι αριστεροί αγωνιστές θα έπρεπε «να ενεργοποιούνται μέσα σε πλατιά δράση στο εργατικό κίνημα ώστε να ανασυγκροτήσουν την πρωτοπορία της εργατικής τάξης που υπήρχε στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, αλλά η οποία διαλύθηκε από την ιστορία».12

Τι να πρωτοθαυμάσει κανένας! Την ισοπέδωση της ιστορίας που από τότε έπαψε να παράγει εργατικές πρωτοπορίες; Άραγε πώς κατάφερε χωρίς πρωτοπόρους αγωνιστές η εργατική τάξη να φτάσει στα κινήματα της Αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή στη δεκαετία του 1940; Ποιοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή τον Μάη του ‘68, πώς έγινε το Πολυτεχνείο στην Ελλάδα, η Επανάσταση με τα Γαρύφαλλα στην Πορτογαλία; Και πιο κοντά στις μέρες μας, δεν υπήρχαν άραγε εργατικές πρωτοπορίες στην Αραβική Άνοιξη, στο αντιπολεμικό κίνημα, στο Occupy Wall Street, στο Black lives matter πριν φτάσουμε στις εκρήξεις του 2019-20 από το Λίβανο ως τη Χιλή και τώρα τις ΗΠΑ;

Η ιστορική εμπειρία επιμένει ότι η εργατική τάξη επιχειρεί ξανά και ξανά την έφοδο στους ουρανούς αναδεικνύοντας μέσα από τους κόλπους της πρωτοπορίες που μαθαίνουν στη δράση πώς να ξεσηκώνουν την τάξη τους. Επιμένει, επίσης, ότι η προσπάθεια να συγκροτηθούν αυτές οι πρωτοπορίες σε επαναστατικό κόμμα κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο προχώρημα και το πισωγύρισμα. Το σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα δεν είναι η ώρα για να ξεχάσουμε αυτή την κληρονομιά, αντίθετα είναι η ώρα για να την αξιοποιήσουμε καλύτερα από κάθε άλλη φορά.

https://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1251&fbclid=IwAR09lHeOHoWnnbTInXEaEzQqXcQbn5eQ5M7r1G0ZBkEuGQa8bOmxq5oBQBc




Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

         


    
Επί δεκαετίες ακροδεξιές ομάδες, με την ανοχή επίσημων εκπροσώπων της αστικής τάξης και του κράτους της, συναθροίζονται στο Μελιγαλά, για να «τιμήσουν» τους «ηρωικούς» όπως λένε νεκρούς, που σφαγιάστηκαν από τους κομμουνιστοσυμμορίτας». Ιστορικά το θέμα, στην ουσία του –ακόμα και σήμερα που λυσσασμένα η αντίδραση «ξαναγράφει» την ιστορία, τσαλαπατώντας βάναυσα τις μνήμες μας, δε σηκώνει «ερμηνείες»: αυτό το παραδέχονται πια εχθροί και «φίλοι». Για τη μάχη του Μελιγαλά έχουν γραφτεί και γράφονται από τους αντιπάλους του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ πάρα πολλά, παραποιώντας γεγονότα και ιστορική αλήθεια. Τίποτε λιγότερο από μια ακόμη προσπάθεια συγκάλυψης της εγκληματικής και αντιλαϊκής πολιτικής της αστικής τάξης σε εκείνα τα χρόνια.



Είναι γνωστό πως το όνομα Μελιγαλάς είναι ιδεολογικά φορτισμένο στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Το γεγονός ότι το σύνθημα «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-Μελιγαλάς», με το οποίο τιμάται η συντριβή των Ταγματασφαλιτών του Μελιγαλά από τον, κατά κύριο λόγο, κομμουνιστικό ΕΛΑΣ που υπήρξε δημιούργημα του ΚΚΕ, χρησιμοποιείται ως σύμβολο αντιφασιστικής νίκης ακόμα και από αναρχικές και αντιεξουσιαστικές ομάδες, κάνει οποιαδήποτε περαιτέρω διευκρίνιση περιττή. Από την άλλη, ο εθνικιστικός ιστορικός λόγος μιλάει για θηριωδία και σφαγή γυναικόπαιδων κι εθνικοφρόνων από τους «κομμουνιστοσυμμορίτες».

Δυστυχώς, η παραφροσύνη που αρχίζει σαν μαύρο πέπλο να καλύπτει την Ελλάδα της μνημονιακής εξαθλίωσης και βαρβαρότητας, έχει δώσει μία νέα ώθηση σε τέτοιου είδους «εθνικόφρονες» «ιστορικές» προσεγγίσεις, που αποσιωπούν το ρόλο των Ταγμάτων Ασφαλείας, ιδίως τους τελευταίους μήνες της κατοχής και την ιδιαίτερη θέση του Μελιγαλά στο δίκτυο αυτό.

ΠΗΓΗ:

 https://www.historical-quest.com/current-issue/678-h-maxi-tou-meligala-istoria-kai-    mythoi.html
https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3010278 


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΚΛΟΓΗ ΑΛΙΕΝΤΕ 4 ΣΕΠΕΤΕΜΒΡΗ 1970


Η Λατινική Αμερική ήταν πεδίο παραδοσιακού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, στην περιοχή αυτή σημειωνόταν η άνοδος έντονα ριζοσπαστικών δυνάμεων, ειδικά μετά τη φιλοσοβιετική στροφή του Φιντέλ Κάστρο. Οι κοινωνικές ανισότητες σε όλη τη Λατινική Αμερική ήταν τεράστιες κυρίως εξαιτίας του παρωχημένου συστήματος γαιοκτησίας, της άνισης διανομής της γης, και της συνακόλουθης κυριαρχίας μιας περιορισμένης (και πολιτικά αντιδραστικής) τάξης μεγαλογαιοκτημόνων. Οι τιμές των προϊόντων που παρήγαν οι χώρες της περιοχής ήταν χαμηλές και ασταθείς, και τούτο επίσης συνέβαλε στην αδυναμία τους να σχεδιάσουν το οικονομικό τους μέλλον.
 Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος  καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και  ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. 
https://www.kathimerini.gr/world/978478/i-eklogi-toy-salvador-aliente/
Ο πληθυσμός αυξανόταν με ραγδαίους ρυθμούς, ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στις παραγκουπόλεις, στις παρυφές των μεγάλων πόλεων, ενέτειναν την απόγνωση και λειτουργούσαν ως εφαλτήρια για τη διάδοση ιδεών για βίαιη κοινωνική ανατροπή. Ηδη, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, η παράλληλη βελτίωση των δυνατοτήτων πληροφόρησης αυτού του εξαθλιωμένου πληθυσμού (κυρίως μέσω της διάδοσης του τρανζίστορ) ενέτεινε τη σύγκριση με άλλες περιοχές του κόσμου και, τελικά, υποβοηθούσε τον αντιαμερικανισμό, εφόσον οι ΗΠΑ πρόβαλλαν ως κυρίαρχες στην περιοχή.
Σε αυτές τις συνθήκες πόλωσης μεταξύ των αντιδραστικών, ολιγάριθμων ελίτ και των εξαθλιωμένων μαζών, ανέκυπτε αυτό που οι Αμερικανοί θεωρούσαν εφιαλτικό σενάριο: οι μεσαίες τάξεις, αντί να σηκώσουν το λάβαρο της φιλοδυτικής μεταρρύθμισης (την οποία όμως οι υπερσυντηρητικές ελίτ δεν τους επέτρεπαν να επιφέρουν), να προσχωρήσουν στην ιδέα της κοινωνικής επανάστασης. Η κυριαρχία λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων σε κρίσιμες χώρες της περιοχής – πρωτίστως, ο περονισμός της Αργεντινής– καταδείκνυε τους κινδύνους που ελλόχευαν.
Τα αδιέξοδα των ΗΠΑ και η διάψευση των ελπίδων
Η Λατινική Αμερική μπορούσε να κινηθεί είτε προς την «ειρηνική επανάσταση» που επαγγελλόταν η Δύση είτε προς τη βίαιη κοινωνική ανατροπή. Η κυβέρνηση του Τζον Κένεντι εξήγγειλε τη νέα της πολιτική –τη σύμπηξη της Συμμαχίας για την Πρόοδο– προσπαθώντας να ενθαρρύνει την πρώτη επιλογή.
Αλλά το πρόβλημα για τη Δύση προερχόταν και από την Αριστερά, και από την αντιδραστική πολιτική της άκρας Δεξιάς, που επίσης αντιδρούσε στη μεταρρύθμιση. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, η εκδήλωση αριστερών επαναστάσεων σε διάφορα σημεία της περιοχής έπεισε τους Αμερικανούς ότι βρισκόταν σε εξέλιξη μια γενικότερη «κουβανική επίθεση», ενώ η αναβίωση του αργεντίνικου περονισμού τούς πίεσε ακόμη περισσότερο. Ακόμη και ο θάνατος του Τσε Γκεβάρα το 1967 στη Βολιβία, δεν επέλυε το πρόβλημα των Αμερικανών, που ήταν κοινωνικό παρά στρατιωτικό – δηλαδή η μη επίτευξη της ανάπτυξης. Στις συνθήκες αυτές σημειώθηκε μια ανησυχητική εξέλιξη: η όλο και συχνότερα διατυπούμενη άποψη πως ακόμη και η εκδήλωση στρατιωτικών πραξικοπημάτων θα αποτελούσε ένα τρόπο για να ανασχεθεί, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, η προοπτική της κομμουνιστικής ανατροπής στην ευρύτερη περιοχή.

Τσε Γκεβάρα και Φιντέλ Κάστρο. Οι ΗΠΑ φοβούνταν τη βίαιη κοινωνική ανατροπή και την επικράτηση των κομμουνιστών στη Λατινική Αμερική.
Σε τελική ανάλυση, αυτό που χρειαζόταν η Δύση ήταν ισχυρές, μετριοπαθείς, μεταρρυθμιστικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την πρωτοβουλία των κινήσεων και θα συμμαχούσαν μαζί της. Και οι σημαντικότερες από αυτές ήταν οι δυνάμεις της Χριστιανοδημοκρατίας στη Χιλή και στη Βραζιλία. Αυτές προσέφεραν την προοπτική του εναλλακτικού σεναρίου της μεταρρύθμισης και της ανάπτυξης. Αλλά οι ελπίδες που εναποτέθηκαν στη χιλιανή Χριστιανοδημοκρατία επρόκειτο να διαψευσθούν με έναν πολύ άδοξο τρόπο το 1970, επειδή οι συνταγματικές διαδικασίες και η διάσπαση των φιλοδυτικών δυνάμεων έφεραν στην εξουσία μια αριστερή κυβέρνηση. Αυτό υπήρξε καμπή για μια αμερικανική πολιτική ήδη πιεσμένη από τις εντάσεις του Βιετνάμ.
Το εκλογικό σύστημα και η πολιτική παράδοση της Χιλής
Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε χώρες με προεδρικά ή ημιπροεδρικά συστήματα, όπου ο αρχηγός του κράτους αποτελεί σημαντικό παράγοντα ή κύριο φορέα της εκτελεστικής εξουσίας, εκλέγεται, σχεδόν πάντα, απευθείας από τον λαό. Σχετική εξαίρεση συνιστούν οι ΗΠΑ, όπου ο λαός, προσερχόμενος στις κάλπες, αναδεικνύει ένα σώμα εκλεκτόρων, οι οποίοι στη συνέχεια επιλέγουν τον πρόεδρο. Επί της ουσίας, όμως, και εκεί πρόκειται για οιονεί άμεση εκλογή, δεδομένου πως οι υποψήφιοι εκλέκτορες έχουν προδεσμευθεί δημόσια για τον υποψήφιο πρόεδρο που θα υποστηρίξουν, το εκλεκτορικό σώμα δεν έχει ουδεμία άλλη αρμοδιότητα πλην της προεδρικής εκλογής, ενώ ο απόλυτος δικομματισμός της χώρας αυτής καθιστά βέβαιο πως θα εκλεγεί ο υποψήφιος του κόμματος, στον οποίο η λαϊκή ψήφος προσφέρει τους περισσότερους εκλέκτορες.
Υπάρχουν όμως –ή στο παρελθόν υπήρξαν– κάποιες ελάχιστες προεδρικές δημοκρατίες, όπου για την ανάδειξη του προσώπου που θα γινόταν ταυτόχρονα αρχηγός κράτους και κεφαλή της κυβέρνησης προβλέπεται μια διαδικασία, η οποία εμπλέκει και τη λαϊκή ψήφο και το Κοινοβούλιο. Και έτσι έχουμε έναν συνδυασμό άμεσης και έμμεσης εκλογής του προέδρου. Τέτοια ήταν η διαδικασία που συνταγματικά προβλεπόταν στην Χιλή και η οποία οδήγησε στην ανάδειξη του Σαλβαδόρ Αλιέντε στον προεδρικό θώκο το 1970.

24.10.1970. Η Βουλή εκλέγει πρόεδρο τον Σαλβαδόρ Αλιέντε. Στην κάλπη η αδελφή του Λάουρα, βουλευτής των Σοσιαλιστών.
Σύμφωνα με το χιλιανό Σύνταγμα, ο λαός εκαλείτο ανά εξαετία στις κάλπες για να εκλέξει τον πρόεδρο. Αν, όμως, κανείς εκ των υποψηφίων δεν αποσπούσε την απόλυτη πλειοψηφία της λαϊκής ψήφου, δεν υπερέβαινε δηλαδή το 50%, τότε δεν προβλεπόταν επαναληπτική διαδικασία εκλογής πάλι από τον λαό, με υποψήφιους τους δύο σχετικώς πλειοψηφήσαντες στον πρώτο γύρο. Αντίθετα, η αρμοδιότητα επιλογής μεταφερόταν στο Κοινοβούλιο. Επρόκειτο, όμως, λιγότερο για συνδυασμό άμεσης και έμμεσης εκλογής (άμεση, εφόσον γινόταν στον πρώτο γύρο από τον λαό, έμμεση, από σώμα ήδη εκλεγμένο και με ευρύτερο θεσμικό ρόλο, δηλαδή το Κοινοβούλιο, εφόσον η λαϊκή ψήφος δεν παρείχε απόλυτη πλειοψηφία σε κάποιον) και περισσότερο για μεικτό σύστημα. Αυτό, με την έννοια πως η λαϊκή κάλπη καθόριζε το εύρος των προεδρικών επιλογών του Κοινοβουλίου: το νομοθετικό σώμα δεν μπορούσε, κατά το Σύνταγμα, να αναδείξει πρόεδρο οποιονδήποτε έκρινε καταλληλότερο, αλλά μόνον έναν εκ των δύο προπορευθέντων στη λαϊκή κάλπη…
Υπέρ του πρωτεύσαντος
Αυτή η θεσμική/συνταγματική αρχιτεκτονική είχε οδηγήσει σε μια πολιτική πρακτική και στη διαμόρφωση μιας πολιτικής κουλτούρας που καθιστούσε οιονεί άμεση από τον λαό την εκλογή προέδρου, όχι με απόλυτη αλλά με σχετική πλειοψηφία! Πράγματι, όλα τα μεταπολεμικά Κοινοβούλια της Χιλής στα οποία είχε μετατεθεί η ευθύνη επιλογής προέδρου, ελλείψει απόλυτης πλειοψηφίας στη λαϊκή κάλπη (δηλαδή τα Κοινοβούλια που είχαν εκλέξει πρόεδρο το 1946, το 1952 και το 1964, γιατί το 1958 η εκλογή είχε γίνει απευθείας από τον λαό, εφόσον ο προηγηθείς σε ψήφους είχε πάρει 56%), είχαν κρίνει πως η πολιτική ηθική και η δεσμευτικότητα της λαϊκής ψήφου επέβαλλαν σε όλους τους κοινοβουλευτικούς, που δεν ανήκαν στο κόμμα του αναδειχθέντος δεύτερου στη λαϊκή κάλπη, να δώσουν την ψήφο τους υπέρ του πρωτεύσαντος. Εστω και αν, πολιτικά ή ιδεολογικά, οι ίδιοι και το κόμμα τους βρίσκονταν πλησιέστερα στον δεύτερο! Αυτή η πολιτική παράδοση, λοιπόν, οδήγησε στην εκλογή του Αλιέντε, μολονότι είχε ψηφιστεί περίπου από το 36% του εκλογικού σώματος, οι δε αστικές υποψηφιότητες είχαν αθροιστικά αγγίξει το 63%…
Πιο συγκεκριμένα, ενώ το ποσοστό του μαρξιστή υποψηφίου ήταν 36,3%, ο εκλεκτός του συντηρητικού κόμματος Αλεσάντρι είχε πάρει περίπου 35% και ο Χριστιανοδημοκράτης Τόμιτς 27,7%. Ο Αλεσάντρι ζήτησε από τον Τόμιτς να πείσει τους Χριστιανοδημοκράτες κοινοβουλευτικούς να τον ψηφίσουν, ώστε να εκλεγεί πρόεδρος, υποσχόμενος πως θα παραιτείτο αμέσως και στις νέες προεδρικές εκλογές ο Τόμιτς θα ήταν ο μοναδικός υποψήφιος όλου του αντιμαρξιστικού στρατοπέδου. Αυτός όμως δεν δέχθηκε, επικαλούμενος την παράδοση, με διαδοχικά αποτελέσματα την εκλογή του Αλιέντε, την εφαρμογή μιας μαρξιστικής πολιτικής που προκάλεσε τη βίαιη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης, την πρόκληση μεγάλων κοινωνικών αντιδράσεων και τη διευκόλυνση της CIA να εγκαθιδρύσει τότε μία ακόμη δεξιά δικτατορία στη Λατινική Αμερική, προσφέροντας στην παγκόσμια αριστερή μυθολογία έναν ακόμη μάρτυρα…

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020

Η ΑΠΕΡΓΙΑ ΤΡΙΑΤΑΤΙΚΩΝ (ΤΤΤ) ΜΑΗΣ 1932



Η απεργία στα Ταχυδρομεία - Τηλεγραφεία - Τηλεφωνεία (ΤΤΤ) τον Μάη του 1932.
Στις αρχές του 1931 η χρηματοοικονομική κρίση χτύπησε την ελληνική οικονομία. Οι αποτυχημένες αλλεπάλληλες προσπάθειες της κυβέρνησης Βενιζέλου οδήγησαν την Ελλάδα να εγκαταλείψει επίσημα τον κανόνα του χρυσού σηματοδοτώντας την χρεωκοπία της οικονομικής πολιτικής που εφάρμοσε η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων. 

Την περίοδο 1931-1932 μεγάλες  απεργίες κοινωνικές αναταραχές, αντιμετωπίστηκαν από την βενιζελική κυβέρνηση με βία και καταστολή. Οι αριστερές και οι αντιβενιζελικές αστικές εφημερίδες επικέντρωναν έντονα στον αυταρχισμό του Βενιζέλου .(άρθρο του Κ. Παλούκη στην εφημ. Πριν 27/1/2013).
Η κυβέρνηση Βενιζέλου διεξήγαγε σκληρή επίθεση στους εργαζόμενους. Το 1931 με το ν. 4879 διαλύει τη Συνομοσπονδία Δημοσίων Υπαλλήλων (ΣΔΥΕ). Απαγορεύει  την απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, ενώ τον  Απρίλη του 1932 ψηφίζεται νόμος που επέτρεπε στην κυβέρνηση να απολύει εργαζόμενους στο Δημόσιο και να μειώνει τους μισθούς. «αν η απεργία πραγματοποιηθεί, οι μετέχοντες υπάλληλοι τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που αποφάσισαν την απεργία Σωματείου ή Ενωσης μέχρι και όσοι διευθύνουν τον απεργιακό αγώνα, τιμωρούνται επιπλέον και με χρηματική ποινή 20.000 μέχρι 30.000 δραχμές ο καθένας. Η καταδικαστική απόφαση συνεπάγεται αυτοδικαίως την έκπτωση από την υπηρεσία ». .Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέφυγε σε νέους φόρους και ενέτεινε τη γενικότερη επίθεση σε βάρος των εργαζομένων. Τελικά, η κυβέρνηση τον Μάη του 1932 παραιτήθηκε.

Η απεργία έγινε στο πλαίσιο των γενικότερων αντιδράσεων των εργαζομένων στο Δημόσιο την περίοδο εκείνη, η οποία χαρακτηρίζεται από την καπιταλιστική οικονομική κρίση του 1929.
Η ΠAΛΗ ΤΩΝ Τάξεων σε έκτακτη της έκδοση στις 20 Μαιου 1932 αρ.φ.297 δημοσιεύει προκήρυξη των Τριατατικών απεργών και καλεί την εργατική τάξη να στηρίξει τα δίκαια αιτήματα των απεργών όπως : Αυξήσεις μισθών ,μη περκοπή επιδομάτων ,κατάργηση αντιδραστικών νόμων περί τύπου συνδικαλιστικές και ατομικές ελευθερίες.


Ο «Ριζοσπάστη» στις 19 Μάη αναφέρει: 
«Η απεργία είναι πανελλαδική. Χαρακτηριστικό της διάθεσης του προσωπικού είναι ότι ενώ οι Ομοσπονδίες έδωσαν εντολή να κηρυχθεί στις 12 (σ.σ. τα μεσάνυχτα) η απεργία, αυτό απέργησε από τις 8 το βράδυ» και συνεχίζει «Εδωσε εντολή στο Σύνταγμα Τηλεγραφητών να πάει να αναλάβει τις εργασίες των απεργών. (...) Ηδη ισχυρή αστυνομική δύναμη έχει καταλάβει το Ταχυδρομείο. Οσοι απεργοί πηγαίνουν ή περιφέρονταν απ' έξω συλλαμβάνονται. Ο Λαδάς (σ.σ. υφυπουργός Συγκοινωνιών) ανακοίνωσε τη νύχτα ότι αύριο θα σταλούν στρατιώτες του συντάγματος τηλεγραφητών για να εξασφαλίσουν τη συγκοινωνία η οποία σταμάτησε εντελώς. Το υπουργείο έβγαλε προκήρυξη και ζητάει όσους προϋπηρέτησαν ταξινόμοι και διανομείς να παν να πιάσουν δουλειά. (...) Αφετέρου αύριο δημοσιεύεται διάταγμα με το οποίο απολύονται οι εξής τριατατικοί ως πρωτοστατήσαντες στον αγώνα (...)».
Η Πανυπαλληλική Επιτροπή Αγώνα σε προκήρυξη της αναφέρει :«Η εξοντωτική αυτή πολιτική της Κυβερνήσεως εξωθεί τους υπαλλήλους σε αγώνα ζωής και θανάτου. Οι ΤΤΤ υπάλληλοι πρώτοι κατέβηκαν σε απεργία. Σύσσωμος ο υπαλληλικός κόσμος θα κατέβει τασσόμενος αλληλέγγυος προς τους ΤΤΤ (...) Ο υπαλληλικός κόσμος θα διεκδικήσει την κατάργηση των νόμων της πείνας και την αύξηση των μισθών σύμφωνα με την ακρίβεια της ζωής».
Στο «Ριζοσπάστη» στις 20 Μάη αναφέρεται χαρακτηριστικά:
« η απεργία κηρύχθηκε από τις Διοικήσεις μόνο όταν απήργησαν παρά την θέλησή τους (σ.σ. των διοικήσεων) και σύμφωνα με εντολές της Πανυπαλληλικής Επιτροπής Αγώνα (σ.σ. συγκροτήθηκε μετά τη διάλυση της ΣΔΥΕ), οι Τριατατικοί Θεσσαλονίκης και Σερρών». Ενώ καλεί σε συλλαλητήρια το βράδυ της 20ης Μαΐου ώρα 8 και μισή στην Ομόνοια εργάτες και Δημ. Υπαλλήλους σε συμπαράσταση συνέχιση και επέκταση της απεργίας, ενώ στο ρεπορτάζ για την πορεία της απεργίας αναφέρεται πως «από τις 9 η ώρα διακόπηκε κάθε επαφή του κέντρου με τις διάφορες πόλεις. Ούτε το τηλεγραφείο μπορούσε να λειτουργήσει, ούτε το τηλεφωνείο. Μόνο ύστερα από τις 12 τα μεσάνυχτα κατορθώθηκε το κέντρο να επικοινωνήσει με ορισμένες επαρχιακές πόλεις στα τηλεγραφεία των οποίων έμειναν μονάχα οι διευθυντές. Δεν κατορθώθηκε όμως η επαφή ούτε με όλες τις πόλεις, ούτε η διαβίβαση τηλεγραφημάτων ή τηλεφωνημάτων. Μέχρι χτες το βράδυ ακόμα μόνο μέσω της Ηστερν (σ.σ. "Eastern Telegraph Company Limited", αγγλική τηλεγραφική εταιρεία), κατόρθωνε η κυβέρνηση να επικοινωνεί με τις επαρχίες. Το ίδιο συνέβη και στην ταχυδρομική υπηρεσία, η οποία έχει παραλύσει πέρα για πέρα. Ούτε ένα γράμμα δεν μοιράστηκε χτες όλη την ημέρα. Οι 800 ταχυδρομικοί σάκοι μείνανε χωρίς να διανεμηθούν».



Η  κρατική τρομοκρατία συνεχίζεται , η κυβέρνηση για να τρομοκρατήσει τους απεργούς απέλυσε όλους όσοι είχαν υπηρεσία κατά την ώρα της κήρυξης της απεργίας «επί εγκαταλείψει θέσεως». Διέταξε τη σύλληψη τριατατικών για να μπορέσει να αποκεφαλίσει την απεργία. «Εκτός των μέτρων αυτών η κυβέρνηση κατέβαλε απεγνωσμένες προσπάθειες για να βρει απεργοσπάστες. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε δακτυλογράφους του υπουργείου Συγκοινωνίας, τις οποίες τοποθέτησε στις θυρίδες πώλησης ενσήμων. Παράλληλα για την υπηρεσία τηλεγραφείου και τα τηλέφωνα, χρησιμοποίησε τους μαθητές της στρατιωτικής σχολής τηλεγραφητών και άλλους, μεταξύ των οποίων και ο ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΣ του υπουργού Λαδά. Αλλά μη ξέροντας την υπηρεσία δεν κατόρθωσαν ούτε στοιχειωδώς να αποκαταστήσουν τις διακοπείσες συγκοινωνίες. Επίσης η κυβέρνηση έδωσε διαταγή σε όλους τους διευθυντές των υπηρεσιών ΤΤΤ να προσλαμβάνουν αμέσως όποιον έχει προϋπηρεσία ως Τριατατικός με προσωρινό διορισμό. Πολύ ελάχιστοι όμως μέχρι της στιγμής παρουσιάστηκαν».
Βλέποντας η κυβέρνηση ότι αυτά τα τρομοκρατικά μέτρα δε φέρνουν αποτέλεσμα «προέβη στη δημοσίευση χτες το απόγευμα εκτάκτου διατάγματος, με το οποίο επιστρατεύονται όλοι οι απεργοί. (...) Και παρά τη δημοσίευση όμως του παραπάνω διατάγματος καμία διάσπαση δεν παρατηρήθηκε στις τάξεις των απεργών».
Τη δεύτερη μέρα της απεργίας μπήκαν στον αγώνα και οι υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών (ταμιακοί, εφοριακοί, τελωνειακοί, καπνεργοστασιακοί) δημιουργώντας μια δυναμική γενίκευσης της απεργίας στο Δημόσιο. Οι Τριατατικοί συνεχίζουν με την ίδια επιτυχία καθώς σε όλα τα κέντρα εμφανίστηκαν μόνο έξι απεργοσπάστες.
Η ηγεσία στην Ομοσπονδία των «κατώτερων» πρωτοστατεί στην υπονόμευση της απεργίας, «συστήνουν στους υπαλλήλους να μη μαζεύονται έξω από το ταχυδρομείο προς φρούρηση της απεργίας τους αλλά να κάθονται στα καφενεία και τα σπίτια τους».
Αντίθετα, η Πανυπαλληλική έβαλε το σύνθημα γενίκευσης της απεργίας και καλεί τους ΤΤΤ να «περιφρουρήσουν ομαδικά τα ταχυδρομικά και τηλεγραφικά καταστήματα». Ακόμα αποφάσισε την διενέργεια απεργιακού εράνου για την ενίσχυση του αγώνα τους.
«Εγκλημα» η απεργία!
Ο πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος χαρακτηρίζει την απεργία «έγκλημα» και δηλώνει πως εάν η απεργία γενικευθεί «η κυβέρνηση θα τη θεωρήσει ως κίνημα επαναστατικό, ότι θα θεωρήσει επομένως ότι η χώρα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση» και «θα προβεί σε όλους τους περιορισμούς των ατομικών ελευθεριών». Μαζί του συμφωνούν όλα τα αστικά κόμματα...
 Η  ΡΕΦΟΡΜΙΣΤΙΚΉ ηγεσία της Ομοσπονδίας των «κατώτερων» δήλωσε στον Τύπο ότι «μόλις παραιτηθεί η κυβέρνηση θα λύσουν την απεργία προς τον σκοπό να διευκολύνουν την ομαλή εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης»…. στις 21 Μάη η κυβέρνηση Βενιζέλου παραιτήθηκε.
Αντιπρόσωπος της Πανυπαλληλικής δήλωσε στο «Ριζοσπάστη» ότι η στάση της Ομοσπονδίας «δεν αντιπροσωπεύει τις γνώμες και τη θέληση των δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα των τριατατικών και οικονομικών (...) η απεργία μας δεν στρέφεται μόνον εναντίον της κυβερνήσεως Βενιζέλου. Στρέφεται επίσης και εναντίον όλων των κεφαλαιοκρατικών κομμάτων, εναντίον όλων των κεφαλαιοκρατικών κυβερνήσεων».
Η απεργία σταματά μετά από τρεις μέρες. Στις 23 Μάη ο «Ριζοσπάστης» γράφει: 
«Η απεργία προδόθηκε (...) Οι ηγούμενοι όμως των δύο Ομοσπονδιών Τ.Τ.Τ. (...) παρότι σε σύσκεψη που έγινε αποφασίστηκε η συνέχιση της απεργίας, αποφάσισαν το πρωί να δώσουν το σύνθημα της λύσης της απεργίας. Ειδοποίησαν δε όσους έβρισκαν ότι η απεργία λύθηκε. Ταυτόχρονα πήγαν στο τηλεγραφείο και διαβίβασαν στις επαρχίες την εντολή να λύσουν την απεργία».
Σε ανακοίνωσή της η Πανυπαλληλική Επιτροπή ανέφερε: «Οι συνεργαζόμενοι προδότες αρχηγοί σας ανώτεροι και κατώτεροι, από τους Κοκολάκηδες ως τους Δρίβα Γεωργούλη Αθανασίου Μπεσμπέα κλπ. σας πρόδωσαν πιο αισχρά αυτή τη φορά και μαζί σας όλους τους υπαλλήλους. Η κυβερνητική μανούβρα ψευτοαλλαγής κυβέρνησης χρησίμευσε σαν ευκαιρία να τορπιλιστεί η ιστορική σας απεργία...».Μπορεί η απεργία του Μάη του 1932 να προδόθηκε από την ρεφορμιστική ηγεσία των δύο Ομοσπονδιών, ωστόσο ο σκληρός αγώνας άφησε το αποτύπωμά του. Σύντομα, οι συσχετισμοί θα άλλαζαν και οι «Τριατατικοί» θα αναδεικνύονταν σε ένα από τα πιο ισχυρά και μαχητικά συνδικάτα.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ :

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1936 ΜΥΤΙΛΗΝΗ


 Λέσβιοι Ακροναυπλιώτες  φωτ 1937 


Θεωρείται  από πολλούς ιστορικούς η πιο μαύρη περίοδος της Ελληνικής Ιστορίας .To όνειρο του φασίστα Μεταξά ήταν να δημιουργήσει ένα  Νέο Κράτος το οποίο θα αποτελούσε τον «Τρίτο Ελληνικό Πολιτισμό» μετά τον ά Αρχαϊκό και τον ΄β Βυζαντινό αποτελούμενο από Έλληνες σε ένα έθνος με στρατιωτική πειθαρχεία,  μία κοινωνία αντίστοιχη της αρχαίας Σπάρτης. Ο ίδιος οπαδός Χίτλερ θαύμαζε την πειθαρχεία και την εργατικότητα που είχαν οι Γερμανοί, κυρίως επί Εθνικοσοσιαλισμού.

Πίστευε πως η Μεγάλη Ιδέα όπως είχε εφαρμοστεί, ήταν λάθος. Θεωρούσε πως, δεν έπρεπε να υλοποιηθεί υπό το πρίσμα του Βυζαντίου, της εξάπλωσης δηλαδή του ελληνικού κράτους στις περιοχές οι οποίες αποτελούσαν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Αντιθέτως πίστευε στην Μεγάλη Ιδέα, υπό το πρίσμα της αρχαιότητας.

Σε  άρθρο του στην  εφημερίδα Καθημερινή, στις 23/1/1935, γράφει χαρακτηριστικά πως «Εδώ είναι το σφάλμα. Δεν κατέπεσεν η Μεγάλη Ιδέα. Κατέπεσεν η προσπάθεια προς πραγματοποίησιν αυτής υπό εδαφικήν μορφήν. Κατέπεσε η Ελληνοβυζαντινή αντίληψις αυτής. Δεν κατέπεσεν όμως η αρχαία αντίληψις αυτής, η αντίληψις της κυριαρχίας του Ελληνισμού, όπου ευρίσκεται και δρα... Αλλά τότε ποία θα είναι η ενότης ενός τοιούτου Ελληνισμού; Ο πολιτισμός του!».


Στη Μυτιλήνη η πρώτη λαϊκή μαζική αντίδραση άγνωστες πτυχές της δικτατορίας του Μεταξά.Προσπάθεια δημιουργίας Αντιδικτατορικού Μετώπου. Την ιστορία κρατούν ζωντανή οι Φίλοι Ιστορικής Μνήμης και Πολιτιστικής Δημιουργίας Λέσβου.

 ΠΗΓΗ: 
https://www.facebook.com/groups/410013412688781/?post_id=460806240942831
  


          Λεσβιακή σατιρική εφημερίδ ΤΡΙΒΟΛΟΣ του Στρ.Παπανικόλα

Από το εξαιρετικό βιβλίο των  ΚΕΜΕΡΛΗ – ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗ  Αθήνα 1988 σελ 16-21 Η ΑΝΤΙΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ διαβάζουμε τα παρακάτω :

 Μυτιλήνη 4 Αυγούστου 1936. Πολύ λίγοι είχαν τότε τη διαίσθηση απειλής για δικτατορία. Κι ένας από αυτούς ήτανε ο γερο-Μανώλης Βάλλης. Παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε με τον Π. Κεμερλή ένιωθαν αμοιβαία ευχαρίστηση να κάνουν παρέα, κουβεντιάζοντας πάντα γύρω στις πολιτικές εξελίξεις κι άλλα πολιτικοκοινωνικά θέματα.
 Τρεις – τέσσερις μέρες, πριν τη δικτατορία, κουβέντιαζαν γύρω στην κατάσταση. Ο Π. Κ. έχοντας κατά νου τα αισθήματα που έκφραζε ο Λαός για Ελευθερία, Δημοκρατία, κ.λπ. μίλησε με κάποια αισιοδοξία για τις εξελίξεις αυτές.
 Και, τότε, ο γερο-Μανώλης, ο φίλος του, στάθηκε και τον κοίταξε με απορία, λέγοντας: Μακάρι να λαθέψω. Μα εγώ τη δικτατορία την βλέπω στο κατώφλι μας. Την χρειάζεται το κεφάλαιο – ντόπιο και ξένο. Την χρειάζονται ξένα στρατηγικά συμφέροντα. Θα την κάνουν…
 Σήμερα (4 Αυγούστου), ο πολύς κόσμος είχε ξαφνιαστεί απ’ τη μαύρη είδηση. Υπήρχαν εκείνοι, οι λίγοι, με τα «αναμμένα τζάκια» και τα μεγάλα στομάχια, που ένιωσαν ανακούφιση -ικανοποίηση. Έλεγαν: «επιτέλους θα ησυχάσουμε από τις διαμαρτυρίες και τις απεργίες. Να στρωθούν στη δουλειά τους οι αχόρταγοι…».
 Μα υπήρχαν και οι άλλοι, οι πολλοί. Νέοι άνθρωποι, με ρυτιδιασμένα και ηλιοκαμένα πρόσωπα, ροζιασμένα χέρια και δίχως προκοίλια. Αυτοί, οι δουλευτάδες της πόλης και του χωριού, που ήξεραν πως, άμα τους κοπεί η φωνή απ’ τη δικτατορία, θα λιώνει το κορμί τους στη δουλειά, για να εξασφαλίζεται η πολυτέλεια της ζωής των αφεντικών…
 Ακόμα υπήρχαν οι πνευματικοί άνθρωποι. Κι ανάμεσά τους όλοι εκείνοι, που πίστευαν πως, άμα λείψει απ’ τον άνθρωπο, η ελευθερία σκέψης και λόγου, πέφτει σε κατάσταση στατικού πρωτογονισμού.

Μυτιλήνη 6 Αυγούστου. Σ’ αυτό το διήμερο, μέσα στην πόλη, η αγανάκτηση φούντωσε. Από νωρίς ξέσπασε μια εκδήλωση λαού – ίσως μοναδικό φαινόμενο σ’ ολόκληρη την Χώρα – προς το χώρο του Δημαρχείου, πάνω στη Προκυμαία (όπου σήμερα το κτίριο της «Τράπεζας Ελλάδος»),
«Κάτω η δικτατορία»… Μυριόστομη κραυγή, βγαλμένη απ’ τα σπλάχνα του πλήθους. Και, η Χωροφυλακή, με μεγάλες δυνάμεις, αφηνιασμένη, ρίχτηκε ανάμεσα να την διαλύσει. Ο κόσμος αντιστέκεται και καινούργιες ενισχύσεις φτάνουν. Ο αγώνας είναι άνισος.
 Μέσα στο Λαϊκό εκείνο ξέσπασμα αποδοκιμασίας της δικτατορίας και την αντίσταση που ακολούθησε, ξεχωριστή θέση παίρνει η ηρωική μορφή ενός παλικαριού. Του Γιάννη Ματθαίου (Λαπίνα) απ’ το Πληγώνι. Πάλαιψε σαν δράκος. 
Ο Λαπίνας, μέσα στη παραζάλη της πάλης και της αντίστασης, άρπαγε, σαν αντικείμενο, ένα χωροφύλακα και τον πετούσε πάνω σε άλλον. Αλλά η πάλη ήταν σκληρή και άνιση. Έγιναν συλλήψεις. Το παλικάρι τους ξέφυγε. Τον καταδίωξε αρκετή δύναμη χωροφυλάκων, και τελικά τον έπιασαν.
 Στα κρατητήρια βασάνισαν κτηνώδικα αυτόν τον πρώτο μάρτυρα και ήρωα  του αντιδικτατορικού αγώνα στο νησί. Τον πότισαν ρετσινόλαδο. Και, όπως ειπώθηκε από συγγενείς του, αφού τον άφησαν να διψάσει πολύ, τούδοσαν νερό με καυστική ποτάσα. Ήτανε η χαριστική βολή. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο σε κακά χάλια. Αργότερα, αφού ταλαιπωρήθηκε αρκετά, πέθανε. Ήταν το πρώτο θύμα του αγώνα και της αντίστασης κατά της 4/Αυγουστιανής δικτατορίας στη Μυτιλήνη.Αν άλλοι δεν το σκέφτηκαν, σημειώνουμε εδώ το περιστατικό, για να τιμήσουμε τη μνήμη του παλικαριού.

Τα πολιτικά Κόμματα και Οργανώσεις έπαυσαν να λειτουργούν. Ακολούθησαν συλλήψεις. Πολλοί στάλθηκαν εξορία και άλλοι κρατιόντανε μήνες στα κρατητήρια χωρίς καμιά εξήγηση. Ήταν κι αυτός ένας τρόπος «εθνικής διαπαιδαγώγησης».

Ο τύπος μπήκε κάτω από έλεγχο. Το «Εμπρός» όργανο του ΚΚΕ αμέσως σταμάτησε την έκδοσή του. Επιβλήθηκε λογοκρισία. Υποδείχτηκε, στις εφημερίδες, πως ο Τύπος πρέπει να υπηρετεί και να εγκωμιάζει το καθεστώς.

Η εφημερίδα «Φως» ήτανε στο στοιχείο της· δεν χρειαζότανε παραίνεση. Η εφημερίδα «Δημοκράτης», αλλάζοντας τον τίτλο της, έγινε «Πρωινή» και συνέχισε ομαλά την έκδοσή της, μέσα στο ΝΕΟ κλίμα. Ο «Ταχυδρόμος» του Θείελπη Λευκία, αφού, κάμποσο καιρό, δεν ευθυγραμμίστηκε με το καθεστώς, σταμάτησε την έκδοσή της. Ο ίδιος στάλθηκε εξορία στην Αμοργό, Οκ/βρης 1936.

Τέλος, η εφημερίδα «Αγροτική» αφού πάλεψε επί τρίμηνο με τη λογοκρισία, χωρίς να ευθυγραμμιστεί ή να δεχτεί τη δημοσίευση άρθρου υπέρ της δικτατορίας, παύτηκε με εντολή του τότε Νομάρχη ναύαρχου Λούντρα, με τυπωμένη την ύλη στις μέσα σελίδες, πάνω στο πιεστήριο.

Ο εκδότης και διευθυντής της «Αγροτικής» Παν. Κεμερλής στο διάστημα αυτό (μέσα στον Αύγουστο), είχε συγκροτήσει «Αντιδικτατορικό Μέτωπο» με ηγετική ομάδα 1) τόν ίδιο, 2) τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γεώργ. Τράμπο, 3) το Μιχάλη Γάσπαρη τεχνικό της Ηλεκτρικής Εταιρείας (υπεύθυνο διχτύου), και 4) το λοχαγό Ξεν. Αμανίτη (λίγο αργότερα, ο Ξεν. Αμανίτης αποσύρθηκε από την ομάδα – αλλά δεν αποκάλυψε). Ακόμα ο Π. Κεμερλής αποκατέστησε επαφή με τον τότε παράνομο καθοδηγητή του Κ.Κ.Ε. Τσουρτσούλη για συντονισμό της δράσης.

Όμως δεν πρόλαβε να αναπτυχθεί παραπέρα δραστηριότητα, με στόχο το Αντιδικτατορικό Μέτωπο, γιατί ο Κεμερλής πιάστηκε, σε ένα άλλο κύκλο συλλήψεων, σαν επικίνδυνος, με άλλους.

Ανάμεσα στους τότε συλληφθέντες ήτανε, ο οδοντογιατρός Γιάννης Χατζηδημήτρης, ο Ανδρέας Νούλας οδοντογιατρός από τη Λήμνρ, ο Αριστ. Μούχαλος από τη Λήμνο, Παντελάκης Βλαχόπουλος δικηγόρος, που σε λίγες ημέρες τον άφησαν ελεύθερο σαν υπέργηρο, ο Παναγ. Φουντής, ο ανάπηρος πολέμου Ευαγγελινέλλης από την Αγιάσο και άλλοι. Όλοι τους κρατήθηκαν στα κρατητήρια και στο Β.Ι.Ν. μερικούς μήνες. Αφέθηκαν ελεύθεροι, κατά την επίσκεψη του βασιλιά στη Μυτιλήνη, στις αρχές του 1937 με παροχή βασιλικής αμνηστείας, ύστερα από σχετική κινητοποίηση των μητέρων και συζύγων των κρατούμενων.
Αλλά, όσο περνούσε ο καιρός, η τρομοκρατία γινότανε πιο ωμή. Και όσοι στέκανε με πίστη στα δημοκρατικά τους φρονήματα ήτανε συνεχούμενος στόχος των χαφιέδων κι είχανε συχνές προσκλήσεις από την Ασφάλεια για νουθεσία ή και απειλές. Πολλές φορές, ο «καλούμενος» όταν πήγαινε μόνος ή συνοδευόμενος, κατά «σύμπτωση» απούσιαζε ο καλών διοικητής και βρισκότανε σε κατάσταση αναμονής· ούτε κρατούμενος ούτε ελεύθερος να φύγει. Περίμενε εκεί 5-6 ώρες ή κατά περίπτωση και περισσότερο. Έτσι, για… να σπάσουν τα νεύρα. Οι έρευνες στα σπίτια, από Χωροφύλακες, γινότανε οποιαδήποτε ώρα, μέρα ή νύχτα. Αδιάκριτα σκάλιζαν οι χωροφύλακες, ανακατεύοντας τα πιο τακτοποιημένα μπαούλα με προίκες και νοικοκυριά. Αυτό επαναλαμβανότανε κατά διαστήματα.

Ένα άλλο φαινόμενο τρομοκρατίας ήτανε οι ομαδικές παραπομπές στα δικαστήρια, με σκηνοθέτημένες κατηγορίες, για ανατροπή του «κοινωνικού καθεστώτος». Υπήρξε περίπτωση παραπομπής στο ακροατήριο ομάδας 8-10 προσώπων, που τα περισσότερα άγνωστα μεταξύ τους, γνωριζότανε, για πρώτη φορά, στο δικαστήριο. Κι ακόμα ένα – δύο έμεναν στην Αθήνα εργαζόμενα.
 Το ευτύχημα ήτανε πως υπήρχαν δικαστές που έκριναν κατά συνείδηση και όχι κατ’ εντολή. Αλλά, σε τέτοιες περιπτώσεις, το ξεσκέπασμα της σκηνοθεσίας δεν σταματούσε εκεί την υπόθεση και τις περιπέτειες. Η Ασφάλεια είχε όλα τα μέσα να εντείνει την τρομοκράτηση. Διέθετε την ασυδοσία για καταπίεση. Είχε απεριόριστα μέσα για εξαγορά συνειδήσεων. Κι ακόμα είχε, στη διάθεσή της, στρατιά χαφιέδων και επαγγελματοποιημένων ψευτομαρτύρων. Παρ’ όλα αυτά, μέσα στη δικτατορία, γεννιέται και ξεπηδά η «συνείδηση της αντίστασης» κατά της βίας.

  
  





Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ Ή /ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ




Μία απ’ τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης Ιστορίας του τόπου είναι η δημιουργία των «αναμορφωτηρίων» από την Φρειδερίκη και ο εγκλεισμός εκεί χιλιάδων παιδιών, που τα ξερίζωσαν απ’ τον τόπο τους, για να τα κλείσουν στις περιβόητες «παιδουπόλεις». Πρόκειται για ένα εγκληματικό σχέδιο αρπαγής παιδιών, στην πιο τρυφερή τους ηλικία (από 5-6 χρόνων μέχρι 16-17), που καταστρώθηκε και οργανώθηκε υπό την προσωπική εποπτεία της βασίλισσας Φρειδερίκης και είχε την πλήρη στήριξη των τότε κυβερνήσεων και φυσικά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Aυτό ακριβώς το παιδομάζωμα η αστική τάξη έχει επιχειρήσει ξανά και ξανά να το καθαγιάσει και αντίστροφα επιχειρεί να καταγγείλει το ΚΚΕ παρουσιάζοντας την επιχείρηση σωτηρίας των παιδιών που οργάνωσε η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, το 1948, ως παιδομάζωμα. Μια τέτοια ωμή διαστρέβλωση της Ιστορίας επιχείρησε ξανά την προηγούμενη Κυριακή η «Καθημερινή» στο πλαίσιο μιας συνολικότερης προσπάθειας που κάνει εδώ και μήνες να ενισχύσει το ξαναγράψιμο της ιστορίας του Εμφυλίου στα μέτρα της αστικής τάξης.



Στη διάρκεια του ένοπλου ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949) και οι δύο αντιμαχόμενοι στρατοί συγκέντρωσαν και μετακίνησαν παιδιά από τις «εστίες» τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κι μετέφεραν στις παιδοπόλεις, οι οποίες είχαν ιδρυθεί από τον «Έρανο "Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος" υπό την Υψηλήν Προοτασίαν της Α.Μ. της Βασιλίσσης», ο οποίος έμεινε γνωστός ως ο Έρανος της βασίλισσας, ο Έρανος της Φρειδερίκης ή απλώς ο Έρανος. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος (ΔΣΕ) μετέφερε παιδιά έξω από τα σύνορα της χώρας. Το γεγονός δεν ήταν πρωτοφανές. Δέκα χρόνια νωρίτερα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου (1936-1939), η δημοκρατική κυβέρνηση είχε πράξει το ίδιο.
Στην Ελλάδα, το θέμα των παιδιών εντάχθηκε στην πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση την πιο κρίσιμη χρονιά, το 1948. Στις 27 Φεβρουαρίου 1948 η κυβέρνηση της Αθήνας κατηγόρησε την κυβέρνηση του βουνού, στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια (UNSCOΒ), ότι μετέφερε παιδιά έξω από τα σύνορα της χώρας, με σκοπό να τα «αφελληνίσει» και μετακίνησε και η ίδια παιδιά για να τα «σώσει» από τους κομμουνιστές (ΟΗΕ Α/574, σσ. 18-20, Βaerentzen 1992). Οι μετακινήσεις αυτές αποτέλεσαν μέρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αφού και οι δύο αντιμαχόμενοι στρατοί έκαναν πολλές φορές αγώνα δρόμου για να προλάβουν να πάρουν τα παιδιά πριν από τους άλλους, τους εχθρούς. Οι μετακινήσεις των παιδιών είναι συνδεδεμένες επίσης και με τους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς. Το θέμα, και λόγω της ευαισθησίας του, χρησιμοποιήθηκε στο ψυχολογικό παιγνίδι του Ψυχρού Πολέμου, στα πλαίσια του οποίου διεξήχθη ο ελληνικός Εμφύλιος, και αποτέλεσε αφορμή για αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων στα διεθνή fora.
Η κυβέρνηση της Αθήνας ονόμασε την πολιτική της κυβέρνησης του βουνού να συγκεντρώσει και να μεταφέρει παιδιά από την Ελλάδα στις ανατολικές χώρες «παιδομάζωμα» ενώ τις δικές της ενέργειες «παιδοφύλαγμα».


Το ιστορικό υπόβαθρο

Εκτός από τα ίδια τα παιδιά, τους πραγματικούς πρωταγωνιστές, οι κύριοι συντελεστές της επιχείρησης «Σωτηρία των παιδιών» ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ). Ο Έρανος ιδρύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 1947 και η διάρκειά του προβλεπόταν εξάμηνος. Η δημιουργία του αποτελούσε μια προσπάθεια κατοχύρωσης της θέσης του Παλατιού στους πολιτικούς εμφυλίους, που μαίνονταν μέσα στον Εμφύλιο, αλλά και της ίδιας της βασίλισσας στην πολιτική αρένα. Διοικούνταν από μια πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή (ΕΕ) αλλά τα νήματα κινούσαν οι «Εντεταλμένες Κυρίες», εθελόντριες, οι οποίες προΐστατο προνοιακών/ φιλανθρωπικών οργανώσεων. Βασικές πρωταγωνίστριες, η Αλεξάνδρα Μελά το γένος Πεσμαζόγλου, πρόεδρος της Λέσχης Εργαζομένου Κοριτσιού στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια Διευθύντρια της «Βασιλικής Προνοίας» καθώς και η Λίνα Τσαλδάρη, κόρη του Σπυρίδωνα Λάμπρου και χήρα του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη, αντιπρόεδρος του ΠΙΚΠΑ, η οποία, το 1956, ως η πρώτη Ελληνίδα υπουργός ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας. Η βασίλισσα μέσω του Εράνου δημιούργησε ένα δίκτυο ανθρώπων, που κάλυπτε όλη την Ελλάδα. Συχνές ήταν οι επισκέψεις της ακόμη και σε χώρους επικίνδυνους, λόγω των συρράξεων, για τη στήριξη του έργου του Εράνου αλλά και του δικού της προφίλ (Βασίλισσα Φρειδερίκη, 1971).
Καθόλου τυχαία, ο Έρανος αφορούσε τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Εκεί είχε την έδρα του το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, κοντά στους «βόρειους γείτονες», οι οποίοι μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εγκαθιδρύσει Λαϊκές Δημοκρατίες, φιλικά διακείμενες προς το ΔΣΕ/ΚΚΕ. Η βόρεια Ελλάδα επίσης, ήταν η «Νέα» Ελλάδα. Ο πληθυσμός της δεν ήταν εθνοτικά αμιγής και επιπλέον στη διάρκεια του Εμφυλίου το μέτρο της εκκένωσης των ορεινών χωριών και της μεταφοράς των κατοίκων τους στις γειτονικές πόλεις ίσχυσε κυρίως από τη Λαμία και πάνω.
Οι πρόσφυγες αυτοί, γνωστοί ως «ανταρτόπληκτοι» ή «συμμοριόπληκτοι», υπολογίζονται στο 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Ο στόχος του Εράνου ήταν να συνεργασθεί και να συνδράμει το κράτος στην περίθαλψη των προσφύγων. Ως μία από τις δραστηριότητες του προβλεπόταν και η ίδρυση παιδοπόλεων. Οι Εντεταλμένες Κυρίες όμως εκφράζοντας την «επιθυμίαν της Ανάσσης» προσανατόλισαν και επικέντρωσαν τη δράση του Εράνου στα παιδιά - το μέλλον του έθνους (ΕΠΒΕΕ 15.7.1947 και 22.9.1947).
Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945, και λόγω των διώξεων που υφίσταντο τα μέλη και οι οπαδοί του, είχε ιδρύσει κέντρα προσφύγων στη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, όπου συγκεντρώνονταν αριστεροί «απελπισμένοι ή ανυπόμονοι» (Γουίτνερ 1991, ο. 66). Το 1947 στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας, το οποίο βρίσκεται μακριά από τα σύνορα της Ελλάδας και όπου είχαν καταφύγει κυρίως στελέχη του ΚΚΕ μαζί με τις οικογένειες τους, λειτουργούσαν τρία δημοτικά σχολεία, δύο νηπιαγωγεία και ένας παιδικός σταθμός (Μητσόπουλος, 1979, σ. 23).


Στους προσφυγικούς καταυλισμούς που είχαν δημιουργηθεί κοντά στα σύνορα, όπως το Πρένιες στην Αλβανία, κατέφευγαν αγρότες από τις γύρω περιοχές. Εγκατέλειπαν τα χωριά τους - εκόντες άκοντες - κουβαλώντας πάνω στις πλάτες ή στα γαϊδούρια τους ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν από τα οικιακά τους είδη, πιστεύοντας ότι πρόκειται για κάτι προσωρινό. Την ευθύνη των καταυλισμών αυτών και ειδικότερα των παιδιών και των νέων, είχε η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ, η Ενιαία Πανελλαδικά Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ).
Στους συντελεστές της όλης επιχείρησης πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα ίδια τα παιδιά. Αξίζει να επισημάνουμε ότι τα παιδιά του Εμφυλίου δεν ήταν παιδιά με την έννοια που τους αποδίδεται σήμερα. Είχαν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο. Στη διάρκεια της Κατοχής κάποια από αυτά είχαν πάρει μέρος και στην Αντίσταση, κυρίως ως σύνδεσμοι. Οι δυνάμεις κατοχής δεν τους είχαν φερθεί ως παιδιά, με επιείκεια. Αναφέρεται ότι ένα 15χρονο αγόρι, τον Αντρέα Λυκουρίνο, το έβαλαν σε μια καρέκλα για να μπορέσουν να το φθάσουν οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος (Ανταίος, 1986, σσ. 81, 289-291).

Στη διάρκεια του ένοπλου Εμφυλίου τα παιδιά είχαν ήδη συμπεριλάβει τον πόλεμο στα παιγνίδια τους. Δεν έπαιζαν με βόλους αλλά με κάλυκες από σφαίρες, που μάζευαν ακόμη και την ώρα της μάχης - τα πιο τολμηρά -, ενώ άλλα έπαιζαν με οβίδες και βλήματα από τους βομβαρδισμούς. Η έκθεση στη βία - και στην πολιτική βία- αποτελούσε ένα καταπληκτικό, φανταστικό, παιγνίδι για πολλά από αυτά. παρ' όλους τους κινδύνους που περιέκλειε για τη σωματική τους ακεραιότητα (Cairns, 1996, σ. 105, Δροσάκη, 2002, σσ. 37-39).

 Ο "κρίσιμος" Μάρτιος του 1948

Μέχρι το 1947, το θέμα της μετακίνησης παιδιών δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στις γενικότερες μετακινήσεις πληθυσμών που συντελούνταν λόγω του Εμφυλίου. Τελειώνοντας το 1947, ο Έρανος είχε ιδρύσει και λειτουργούσε επτά παιδοπόλεις με «προσφυγόπουλα» ορφανά, εγκαταλελειμμένα ή άπορα και ο ΔΣΕ/ΚΚΕ επέβλεπε τόσο τις μετακινήσεις ενηλίκων και ανηλίκων, όσο και τις εγκαταστάσεις των προσφύγων εκτός των συνόρων της ελληνικής επικράτειας.


Στις αρχές του 1948 όμως, η καταγγελία της κυβέρνησης της Αθήνας στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια ότι οι αντάρτες συγκέντρωναν με τη βία παιδιά και τα μετέφεραν στις ανατολικές χώρες, έδωσε μια πολιτική διάσταση στο όλο ζήτημα. Ο Μάρτιος του 1948 υπήρξε ιδιαίτερα κρίσιμος.

Το Σάββατο 6 Μαρτίου, η βασίλισσα κάλεσε τον υπουργό Στρατιωτικών, τον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας και τον υφυπουργό Εσωτερικών σε σύσκεψη και οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνουν τα «απειλούμενα» παιδιά από τις «επισφαλείς περιοχές», δηλαδή τις περιοχές δράσης του ΔΣΕ, σε «Σταθμούς Ασφαλείας» και από εκεί τα μετέφεραν στις παιδοπόλεις που είχε ιδρύσει ή θα ίδρυε ο Έρανος (ΕΠΒΕΕ, 8.3.1948).

Στο βουνό, αφού είχε προηγηθεί το Συνέδριο της Νεολαίας των χωρών της Κομινφόρμ και το ραδιογράφημα Ν. 19,30 Ιανουαρίου 1948 (Γκριτζώνας, Ristovic, ΜGA CHRΟΝ 1), στις 7 Μαρτίου 1948, το Υπουργείο Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΓΙΔΚ) εξέδωσε ανακοίνωση ότι «εγκρίνει την αποστολή και παραμονή των παιδιών, μέχρις ότου οι συνθήκες στη χώρα μας επιτρέψουν την επιστροφή τους». Η ΠΔΚ ισχυρίζεται ότι κατέληξε σε αυτή την απόφαση μετά από εκκλήσεις γονέων και οργανώσεων «της Ελεύθερης Ελλάδας», γιατί τα παιδιά κινδύνευαν από τον «υποσιτισμό και τη βαρβαρότητα του μοναρχοφαοισμού», αφού από τους βομβαρδισμούς είχαν σκοτωθεί ήδη 120 παιδιά. Στην ανακοίνωση γίνεται και αναφορά στη «διαταγή της Φρειδερίκης» για συγκέντρωση παιδιών, τα οποία θεωρούν ότι θα τα υποχρέωνε να ενταχθούν στις «χιτλερικές οργανώσεις νεολαίας» και θα το μετέτρεπε σε «γενίτσαρους (Δελτίον Ειδήσεων 8.3.1948, Εξόρμηση 15.3.1948).

Με λίγα λόγια η κυβέρνηση της Αθήνας αποφάσισε να μεταφέρει παιδιά για να τα σώσει από τους κομμουνιστές που τα "απήγαν" και η Κυβέρνηση του βουνού επικαλείτο ως αιτία για τις δικές της μετακινήσεις, εκτός από τα δεινά του πολέμου, και τη «διαταγή της Φρειδερίκης.

Το παιδομάζωμα και το παιδοφύλαγμα

Και οι δύο στρατοί «έσωζαν» ή «απήγαν» παιδιά μέχρι το τέλος σχεδόν της ένοπλης σύγκρουσης. Από την άνοιξη τοπ 1948 δημιούργησαν και οργανώσεις για τη στήριξη του έργου τους. Στην Αθήνα, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (21 Απριλίου 1948) ιδρύθηκε η Συντονιστική Επιτροπή Περιθάλψεως Απειλουμένων Παιδιών. Σε αυτή μετείχαν εκπρόσωποι των Υπουργείων Στρατιωτικών, Υγιεινής, Παιδείας, Ανοικοδομήσεως και Προνοίας καθώς και αντιπρόσωποι του ΠΙΚΠΑ, του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και βέβαια του Εράνου. Η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής, όμως, δεν έγινε σε κάποιο από τα υπουργεία αλλά στο Παλάτι. παρ΄ όλο που επίσημα η Επιτροπή συνεκαλείτο από τον υπουργό Κοινωνικής Προνοίας (Αρχείο ΕΟΠ, Δ/ΚΥ. ΦΑΚ 1 και 2).


Στο Βουνό, εκτός από τη μεταφορά των παιδιών που γινόταν πάντα με την επίβλεψη του ΔΣΕ, την εγκατάσταση και τη φροντίδα τους στις Λαϊκές Δημοκρατίες αρχικά είχαν η ΕΠΟΝ και το ΚΚΕ καθώς και τα αδελφά» κόμματα, οι Ερυθροί Σταυροί και οι οργανώσεις νεολαίας των χωρών αυτών. Το Μάιο του 1948 όμως, το ΚΚΕ συγκρότησε την «Επιτροπή Βοήθεια στο Παιδί», η οποία ανέλαβε την επίβλεψη της όλης δραστηριότητας. Πρόεδρος της ήταν ο Πέτρος Κόκκαλης, γιατρός, πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το ΚΚΕ κάλεσε επίσης διανοούμενους κομμουνιστές, όπως την Έλλη Αλεξίου και το Γιώργο Αθανασιάδη να συμβάλουν στην εκπαίδευση των παιδιών (ΕΒΟΠ). Και οι δύο κυβερνήσεις διέθεταν οργανώσεις και φορείς υποστήριξης σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και στις ΗΠΑ.

Οι χώρες εγκατάστασης των παιδιών που μεταφέρθηκαν από το ΔΣΕ/ΚΚΕ ήταν η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ανατολική Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση. Για τις ανάγκες του «παιδοφυλάγματος» λειτούργησαν 53 παιδοπόλεις: 23 στην περιοχή της Αθήνας, 12 στη Θεσσαλονίκη, τρεις στα Γιάννενα, δύο στη Λαμία και από μία στην Καβάλα, το Αγρίνιο, το Βόλο, τη Λάρισα και την Πάτρα. Παιδοπόλεις ιδρύθηκαν επίσης και στα νησιά: τρεις στη Ρόδο, δύο στη Σύρο και από μία στην Τήνο, τη Μυτιλήνη και την Κέρκυρα.

Και για τις δύο πλευρές η εύρεση κατάλληλων κτιρίων για την εγκατάσταση των παιδιών υπήρξε προβληματική, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει ο πόλεμος. Οι συνθήκες στέγασης ποικίλλουν: από καλοκαιρινές κατασκηνώσεις με υποτυπώδεις υποδομές έως πολυτελή κτίρια, σχεδόν παλάτια, όπως στη Σινάια της Ρουμανίας ή στην Ελλάδα η έπαυλη Ψιακή στη Σύρο και το Αχίλλειο στην Κέρκυρα.

Η ηλικία των παιδιών στις παιδοπόλεις είχε οριστεί από 4 έως 16 ετών. Συγκεντρώθηκαν όμως και μικρότερα παιδιά (συνήθως μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους) αλλά και πάνω από 16, κυρίως αγόρια. Στην παιδόπολη του προσκοπικού καταυλισμού της Ρόδου, για παράδειγμα, διέμεναν 66 αγόρια ηλικίας 16-19 ετών. Στις παιδοπόλεις διαβίωσαν και «παιδιά» πάνω από 19 ετών, μια ηλικία που ούτε σήμερα, πόσο μάλλον στην ελληνική αγροτική κοινωνία της δεκαετίας του '40, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν παιδιά που χρειάζονταν προστασία. Η «διαπαιδαγώγηση» τους απασχόλησε ιδιαίτερα τους υπευθύνους.

Το όριό ηλικίας για τα παιδιά που μετακινήθηκαν από το ΔΣΕ ήταν λίγο μικρότερο από του Εράνου: από 3 ως 14 χρόνων. Και σε αυτή την περίπτωση τα όρια δεν τηρήθηκαν. Πέρα από τις κατηγορίες των αντιπάλων τους, προφορικές μαρτυρίες από την πλευρό του ΔΣΕ επιβεβαιώνουν ότι συγκεντρώθηκαν παιδιά/αγόρια που, εκπαιδευμένα ή μη, πήραν μέρος σε μάχες (Γκριτζώνας, 1998, σσ. 45-46, Στόγιαν Κισελίνοφσκι, Σκόπια 24.10.1997. Γιάννης Σεκολόπουλος, Οξυά Πρέσπας 7.7.2003). Τα παιδιά αυτά ήταν σίγουρα πάνω από 14 ετών και κάτω από 18, γιατί διαφορετικά 0α είχαν επιστρατευθεί νόμιμα από το ΔΣΕ. Ωστόσο ο Νίκος, ο οποίος δεν είχε κλείσει ακόμα τα 16, δραπέτευσε μαζί με τη μάνα του και άλλους συγχωριανούς του από τον καταυλισμό του Πρένιες και εντάχθηκαν στο ΔΣΕ, όπου βρισκόταν ο πατέρας. Ο Νίκος σήμερα θυμάται ότι έβλεπε τον καταυλισμό ως «φυλακή», ότι δεν τον χωρούσε «ο τόπος των γυναικόπαιδων» και ότι ήθελε να γίνει αντάρτης. Και όταν τα κατάφερε, ήταν «στην κυριολεξία μεθυσμένος, μ' ένα μοναδικό ποτό, που μονάχα ο πόλεμος μπορεί να σου το χαρίσει» (Ράπτης, 1999, σσ. 58-67).

Με δεδομένο ότι ο ΔΣΕ αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις εφεδρείες του, εκτός από τους «πολεμοχαρείς» εφήβους, υπήρχαν και οι γυναίκες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις 20 Φεβρουαρίου 1948 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης στρατιωτική διάταξη που αφορούσε και την επιστράτευση των γυναικών (Βερβενιώτη, 2002). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους το ΚΚΕ απομάκρυνε και
τρίχρονα παιδιά από την εμπόλεμη ζώνη ήταν η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν οι γυναίκες στις στρατιωτικές, μάχιμες ή βοηθητικές, υπηρεσίες του ΔΣΕ. Θέμα προστασίας ετίθετο επίσης και για τα παιδιά των μαχητών/τριών του ΔΣΕ αλλά και των πολιτικών στελεχών του ΚΚΕ.

Ο αριθμός των παιδιών είναι πολύ δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια. Το βέβαιο είναι ότι ο αριθμός των παιδιών που μετακινήθηκαν από τους δύο στρατούς είναι σαφώς μικρότεροι, από τον αριθμό των παιδιών που έτυχαν της «προστασίας» των οργανώσεων. Είναι εντυπωσιακό ότι οι αριθμοί που συναντούμε στα προσβάσιμα αρχεία λειτουργούν ως ένα βαθμό και παραπλανητικά. Ο Έρανος, για παράδειγμα, θέλοντας να τονίσει τη σημασία του έργου, μάλλον υπερβάλλει.

Στις αρχές του 1950, ο Έρανος, κάνοντας τον απολογισμό του (ΕΠΒΕΕ 23.2.1950) αναφέρει ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις μετέφεραν 15.000 παιδιά και ότι ο αριθμός των τροφίμων των παιδοπόλεων ήταν 18.000 «περίπου» ενώ άλλες αρχειακές πηγές κατεβάζουν το συνολικό αριθμό σε 13-14.000. Στο κείμενο του απολογισμού υποστηρίζεται επίσης ότι συνολικά ο Έρανος «προστάτευσε» 65.000 παιδιά (τετραπλάσια από ό,τι τα κρατικά ιδρύματα), γιατί στα 18.000 προστίθενται 10.000 που σιτίζονταν μία φορά την ημέρα στις Εστίες Συσσιτίου (άλλες πηγές του ίδιου πολιτικού χώρου μιλούν για 3.000), γιατί συντηρούσε τους τροφίμους των Βασιλικών Τεχνικών Σχολών, κ.ά. Για τις συγκεκριμένες σχολές αξίζει ειδικά μνεία. Στη Λέρο, τη μεγαλύτερη, η οποία ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1949, είχαν μεταφέρει ανήλικους αντάρτες του ΔΣΕ από την Πελοπόννησο, για να τους εκπαιδεύσουν επαγγελματικά και να τους «αναμορφώσουν» ηθικά. Είχε 1.253 τροφίμους και η διάρκεια της φοίτησης ήταν ένας χρόνος. Σε αυτές τις σχολές υπήρχε στρατιωτική πειθαρχία και χρησίμευαν ως φόβητρο για τους ανυπάκουους τροφίμους των παιδοπόλεων (ΜGΑ, ΡΜ 66/9, σο. 13-5, Αρχείο ΕΟΠ, Δ/ΚΥ, ΦΑΚ 14 και 16, Ιστορικό Αρχείο Λέρου).

Όσον αφορά τον αριθμό των παιδιών και τα στοιχεία που μας παρέχει το ΚΚΕ, παρ' όλη την οργανωτικά του δεινότητα, δεν είναι επακριβή. Το 1950 αναφέρεται ότι ζούσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ 25-28.000 παιδιά. Ο αριθμός δίνεται πάλι στο «περίπου». Η ύπαρξη παιδιών στη Γιουγκοσλαβία, με την οποία οι σχέσεις, λόγιο της σύγκρουσης Στάλιν - Τίτο, είχαν διακοπεί, περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα (Μπαρτζιώτας, σσ. 482, 504-5, Ristovic 1998, σ. 96) καθώς και το γεγονός ότι είναι δύσκολο να οριστεί o όρος παιδί. Σίγουρα όμως ο ΔΣΕ δεν μετακίνησε 25-28.000 παιδιά, γιατί σε αυτό το νούμερο συμπεριλαμβάνονται και οι νεαροί μαχητές του ΔΣΕ, όπως ο Νίκος που αναφέραμε παραπάνω, ο οποίος μετά το τέλος της ένοπλης σύγκρουσης από μαχητής πολιτογραφήθηκε πάλι ως παιδί και στάλθηκε στο σχολείο. Συμπεριλαμβάνονται ακόμη και τα παιδιά που γεννήθηκαν «έξω» και όσα είχαν φύγει με τις οικογένειες τους πριν ή στη διάρκεια του ένοπλου Εμφυλίου -στο Μπούλκες βρίσκονταν περίπου 2.000. Θεωρώ ότι είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα τα στοιχεία που παραθέτει ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, σύμφωνα με τα οποία ο ΔΣΕ «απήγαγε» 12.941 παιδιά χωρίς τους γονείς τους και 721 με τους γονείς τους (όσα περίπου και οι κυβερνητικές δυνάμεις) ενώ 12.248 διέσχισαν τα σύνορα με τις οικογένειες τους και 2.100 ζούσαν ή γεννήθηκαν «έξω», σύνολο 28.010 (ΕΕΣ 1997, σ. 55).

Η έλλειψη επαρκών αρχειακών πηγών δεν μας εμποδίζει μόνο να γνωρίσουμε τον ακριβή αριθμό των μετακινηθέντων παιδιών αλλά και να θέσουμε τα όρια μεταξύ όσων μετακινήθηκαν με τις οικογένειες τους, ή έστω με τη συγκατάθεση τους, και όσων πήγαν με τους αντάρτες ή τους στρατιώτες χωρίς τη συγκατάθεση των δικών τους. Στην τελευταία περίπτωση όμως τα όρια είναι έτσι κι αλλιώς δυσδιάκριτα, όταν, σήμερα, τα τότε παιδιά που βρέθηκαν στις παιδοπόλεις του Εράνου, θυμούνται ότι αυτό έγινε -σε πολλές περιπτώσεις - παραβιάζοντας την εντολή των γονιών τους. Υποστηρίζουν ότι ακολούθησαν κάποια μεγαλύτερα παιδιά, που τα θαύμαζαν ή ότι η επιθυμία τους να ανέβουν και να ταξιδέψουν με το αυτοκίνητο που είχαν οι στρατιώτες, υπερέβαινε τη γονική εντολή (Συνεντεύξεις σε Τσοτύλι, Ομαλή, Βροντή, Ανθοχώρι: 30.7-3.8.2001).

Όσο βέβαιο είναι ότι πολλοί γονείς δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους άλλο τόσο είναι ότι αρκετοί τα έδωσαν οικειοθελώς, γιατί δεν είχαν να τα θρέψουν ή για να τα γλιτώσουν από τον πόλεμο και την πείνα ή γιατί πίστευαν ότι ήταν κάτι προσωρινά ή γιατί θεωρούσαν ότι έτσι τους εξασφάλιζαν ένα καλύτερο μέλλον. Αρκετά από τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, αγόρια και κορίτσια, ήθελαν να ξεφύγουν από την κλειστή, αγροτική, πατριαρχική κοινωνία του χωριού. Επιπλέον, και οι δύο κυβερνήσεις υπόσχονταν καλύτερη διατροφή και Κυρίως μόρφωση. Η απήχηση αυτών των κηρυγμάτων ήταν μεγαλύτερη στις μειονοτικές ομάδες: τόσο στους σλαβόφωνους που βρίσκονταν με την πλευρά του ΚΚΕ/ΔΣΕ, όσο και στους τουρκόφωνους που πήγαν στις παιδοπόλεις του Εράνου.

Η προπαγάνδα

Σε μια αντιπαράθεση οι αντίπαλοι πάντα αναζητούν στηρίγματα στην «κοινή γνώμη». Στον ελληνικό Εμφύλιο και οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις επιδίωξαν να πείσουν ότι το μοναδικό τους κίνητρο για τη μετακίνηση των παιδιών ήταν η σωτηρία τους. Για τις μετακινήσεις που έκαναν οι ίδιοι επικαλούνταν ανθρωπιστικούς λόγους ενώ κατηγορούσαν τις αντίστοιχες πράξεις των αντιπάλων τους. Η προσπάθεια τεκμηρίωσης των ανθρωπιστικών λόγων στηριζόταν κυρίως στις κατηγορίες ότι οι «άλλοι» φταίνε γιατί άρχισαν πρώτοι (βασικό επιχείρημα της Δεξιάς) ή ότι οι «άλλοι» τους υποχρέωσαν να μεταφέρουν τα παιδιά, λόγω των βομβαρδισμών και της πείνας (επιχείρημα της Αριστεράς). Το ζήτημα δεν ήταν όμως απλά ανθρωπιστικό, αλλά βαθιά πολιτικό.

Το κοινωνικά ευαίσθητο θέμα της μετακίνησης των παιδιών τέθηκε στην πολιτική αρένα από τη Δεξιά. Λειτούργησε ως αντίβαρο στην πολιτική των εκτελέσεων και στην ύπαρξη στρατοπέδων, όπως η Μακρόνησος, όπου η Αριστερά είχε επικεντρώσει τη δική της προπαγάνδα.

Η δεξιά ρητορική χρησιμοποίησε εκτός από τον όρο «παιδομάζωμα» και τους όρους «γενοκτονία» και «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Ωστόσο, το «παιδομάζωμα» επικράτησε και χρησιμοποιείται έως σήμερα, ακόμη και από τους αριστερούς, συνήθως με την προσθήκη «το λεγόμενο παιδομάζωμα».

Ο όρος «παιδομάζωμα» επικράτησε, γιατί ακουμπούσε στον εθνικισμό/πατριωτισμό των Ελλήνων. Ανακαλούσε στην εθνική συλλογική μνήμη τους «προαιώνιους» εχθρούς τους, τους Τούρκους, οι οποίοι, σύμφωνα με την εθνική ιστοριογραφία, άρπαζαν Ελληνόπουλα, τα εκπαίδευαν στα τάγματα των γενιτσάρων και τα έστελναν να πολεμήσουν ενάντια στους χριστιανούς συμπατριώτες τους. Επικράτησε γιατί στον ελληνικό Εμφύλιο το μήλο της Έριδος ήταν το έθνος. Η δεξιά ρητορική της εποχής ονόμαζε τον Εμφύλιο «συμμοριτοπόλεμο»· οι «συμμορίτες», εναντίον των οποίων πολεμούσε ο Εθνικός Στρατός δεν ήταν Έλληνες αλλά «Εαμοβούλγαροι», «Σλαβοκουμμουνιστές». Η Αριστερά πάνα ονόμαζε τον Εμφύλιο «δεύτεροαντάρτικο» - το πρώτο ήταν στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής - και θεωρούσε ότι έκανε έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ενάντια στη «δεύτερη Κατοχή» των Άγγλων και Αμερικανών. Οι αριστεροί, στις κατηγορίες των δεξιών «εθνικοφρόνων» επιχειρηματολογούσαν αποδεικνύοντας την «εθνικοφροσύνη» τους με τη δράση τους στην Κατοχή: το ΚΚΕ είχε οργανώσει και καθοδηγήσει  την Αντίσταση ενάντια στους κατακτητές για την απελευθέρωση της πατρίδας, σε αντίθεση με τη Δεξιά που θεωρούσαν ότι συνολικά είχε συνεργασθεί, και για δεκαετίες αποσιωπούσαν το κοινωνικά όραμα της λαοκρατίας (Βερβενιώτη, 2002α). Ο όρος «παιδομάζωμα» επικράτησε, γιατί, απέναντι στο εθνικιστικό επιχείρημα της Δεξιάς, ο αριστερός λόγος ήταν αδύναμος. Ο ΔΣΕ πράγματι μετέφερε παιδιά εκτός Ελλάδας, ακόμη και στη Βουλγαρία, παρ' όλο που και οι Σλάβοι -Βούλγαροι όπως και οι Τούρκοι ανήκαν στους εχθρούς του ελληνικού έθνους.

Στο διεθνές επίπεδο, παρόλο τον Ψυχρό Πόλεμο και τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και των χωρών που τις υποστήριζαν, το θέμα των παιδιών δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο. Γα παιδιά αποτελούσαν τις ελπίδες και το μέλλον της ανθρωπότητας, και τελικά της κομμουνιστικής ή αντικομμουνιστικής ιδεολογίας. Κανένας δεν μπορούσε να μην υποστηρίξει το αίτημα για επιστροφή των παιδιών στους γονείς και στην πατρίδα τους, που είχε θέσει η κυβέρνηση της Αθήνας. Στον ΟΗΕ και τα τρία ψηφίσματα [ 193C(ΙΙΙ) 27.11,1948, 288B(V) 18.11.1949 και 382C (V) 1.12.1950] για τον επαναπατρισμό των παιδιών που είχαν μετακινηθεί στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ ψηφίστηκαν ομόφωνα.

Ο επαναπατρισμός

Τα παιδιά από τις παιδοπόλεις, εκτός από αυτά που ήταν ορφανά και από τους δύο γονείς «ή των προς τούτοις εξομοιουμένων (γονείς συμμορίται ή υπόδικοι ή κατάδικοι ή εν εξορία)» επέστρεψαν στα σπίτια τους το 1950 με το τέλος του σχολικού έτους. Για τα ορφανά και τα παιδιά των ανταρτών, των φυλακισμένων και των εξόριστων διατηρήθηκαν 13 παιδοπόλεις.

Στις 24 Ιουνίου 1950, στο Σύνταγμα, μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη έλαβε χώρα η τελετή του επαναπατρισμού. Παρευρέθηκαν οι βασιλείς, οι πρόσκοποι, οι οδηγοί, οι μαθητές των σχολείων της Αθήνας καθώς και τα παιδιά των παιδοπόλεων. Ο σκοπός αυτής της εκδήλωσης ήταν διπλός: να «εκδηλωθή η ευγνωμοσύνη των προοφυγοπαίδων προς τας ενόπλους δυνάμεις χάρις εις τον ηρωισμόν των οποίων διεσώθησαν» και να απευθύνουν διαμαρτυρία προς «τους Ελεύθερους Λαούς δια την παρακράτηση» των απαχθέντων Ελληνοπαίδων» (ΕΠΒΕΕ 3.8.1949 και 16.6.1950).

Στο θέμα του επαναπατρισμού των παιδιών που βρίσκονταν στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ η πολιτική εμπλοκή ήταν διεθνής και γι' αυτό πιο πολύπλοκη. Ο αριθμός των παιδιών που επέστρεψαν στην Ελλάδα μας είναι ακόμα άγνωστος. Μέχρι το Νοέμβριο του 1950 «ούτε ένα παιδί δεν έχει επιστρέψει στην πατρίδα του και. με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, καμία από τις χώρες υποδοχής δεν έχει προβεί σε καμιά ενέργεια» (ΟΗΕ Α/2236). Στις δεκαετίες 1950 και 1960 υπολογίζεται ότι 3-5.000 παιδιά επέστρεψαν στην Ελλάδα (Swenson 1957, Μανούκας 1969. σσ. 70-1. Μητσόπουλος 1979. σ. 18. Βουρνάς 1981. σ. 398). Τα περισσότερα όμως ακολούθησαν τα βήματα των υπόλοιπων πολιτικών προσφύγων. Άρχισαν να επιστρέφουν μαζικά στη δεκαετία του 1980. Και δεν ήταν πλέον παιδιά.

Επίλογος

Στον ελληνικό Εμφύλιο και οι δύο παρατάξεις ενδιαφέρονταν, ή έδειχναν να ενδιαφέρονται, για τα παιδιά, γιατί τα παιδιά σε μια κοινωνία που μόλις είχε βγει από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, το Β΄ Παγκόσμιο, αποτελούσαν μια κοινωνικά αδιαμφισβήτητη αξία. Επιπλέον, το τέλος του πολέμου και η συντριβή του φασισμού είχε εγείρει προσδοκίες για μια καλύτερη, δικαιότερη κοινωνία, όπου θα ζούσε η νέα γενιά. Δεν αποτελεί λοιπόν παράδοξο ότι στη διάρκεια της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης, η οποία υπήρξε η βαριά κληρονομιά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το θέμα της «σωτηρίας» των παιδιών αποτέλεσε ένα από τα σημεία αιχμής του. Η «σωτηρία» όμως δεν αφορούσε τα πάνω από 340.000 παιδιά που υπολογίζεται ότι μετά το τέλος του πολέμου ήταν ορφανά αλλά περίπου 40-60.000 παιδιά.

Αυτά τα παιδιά και «σώθηκαν» και «αρπάχθηκαν». Σώθηκαν από τους βομβαρδισμούς και την πείνα, σιτίστηκαν καλύτερα από όσα έμειναν στα χωριά τους και πολλά από αυτά μορφώθηκαν. Τα έχουν αρπάξει όμως, με την έννοια ότι και τα δύο στρατόπεδα τα εκπαίδευσαν σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω, τα εγκλώβισαν στο δικό τους κόσμο. Γα παιδιά αυτά βρέθηκαν στη δίνη μιας στρατιωτικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία μετέβαλε και καθόρισε τη ζωή τους.