Πέμπτη 19 Μαρτίου 2020

ΝΟΣΕΙ Ο ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

                                        



Βιώνουμε τα καθημερινά αδιέξοδα αποτέλεσμα της μνημονιακής πολιτικής ενώ πραγματικά βρισκόμαστε σε μια πραγματικά κρίσιμη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Η μοναδική διέξοδος που προτείνει ο καπιταλισμός είναι τα ίδια τα αδιέξοδα που αυτός έθρεψε και μεγάλωσε όλα αυτά τα χρόνια.Η εξάπλωση του covid19 είναι πολύ πιθανό να ωθήσει την οικονομία σε μια νέα οικονομική παγκόσμια ύφεση που θα είναι  ασφαλώς ενδιαφέρουσα  από κάθε πλευρά ιστορικά πολιτικά και οικονομικά.
Η Ελλάδα  βρίσκεται εν μέσω αυτής της  κρίσης καθώς βρίσκεται σε αναπτυξιακό αδιέξοδο- μια κληρονομιά των μνημονίων βαριά και αξεπέραστη. Τα περί «βγήκαμε από τα μνημόνια»,  «έρχονται οι επενδύσεις», που μας σερβίρουν τα συστημικά ΜΜΕ και τα κυβερνητικά παπαγαλάκια είναι τροφή για ηλιθίους. Με αργούς ρυθμούς ανάπτυξης 1.9%  περίπου για το 2019, με δημόσιο χρέος 356 δις ευρώ ήτοι 186% του ΑΕΠ,  με διψήφια νούμερα ανεργίας, με ανασφάλιστη εργασία και επισφάλεια,  καμία ανάπτυξη και καμία σοβαρή επένδυση δεν θα υπάρξει. Σαράντα χιλιάδες περίπου εργαζόμενοι θα χάσουν την δουλειά τους σύμφωνα με στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ μέχρι το τέλος Μαρτίου ,γύρω στα τρία εκατ. υπολογίζεται ζημιά στην ρημαγμένη Ελληνική οικονομία .
Ο καπιταλισμός νοσεί και μαζί του νοσεί και το εξαθλιωμένο δημόσιο σύστημα υγείας. Οι πραγματικοί δολοφόνοι είναι όσοι αρνούνται την πρόσβαση στην δημόσια υγεία σε ανέργους, ΑΜΕΑ, φτωχούς , πρόσφυγες  και λοιπό ευάλωτο πληθυσμό. Δολοφόνοι είναι όλοι αυτοί που έχουν υπογράψει την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση των νοσοκομείων, όλοι αυτοί που προωθούν τις ιδιωτικοποιήσεις προς  όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Αυτό που χρειάζεται είναι τώρα σοβαρότητα,  ψυχραιμία και αποφασιστικά μέτρα άμεσης στήριξης της οικονομίας  που θα ανακουφίσουν τον δοκιμαζόμενο λαό .Να προχωρήσουμε σε άμεση διαγραφή του ληστρικού χρέους οι εργαζόμενοι /νες να γυρίσουν την πλάτη στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές  της ΕΕ, του κεφαλαίου και των τραπεζών .
·         Δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας για όλους. Άμεση ενίσχυση του με το υπερπλεόνασμα των 37 δις.
·         Στελέχωση Νοσοκομείων, Κ.Υ. και ΜΕΘ με μόνιμες προσλήψεις ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού υγειονομικού προσωπικού.
·         Άμεση στήριξη κοινωνικά ευάλωτων ομάδων, παύση πληρωμής των χρεών, ιδιαίτερα των στεγαστικών δανείων και προώθηση φοροαπαλλαγών.
·         Να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και να επιτραπεί  ελεύθερη μετακίνηση των προσφύγων τηρώντας φυσικά όλες τις προβλεπόμενες προφυλάξεις για το διάστημα που ισχύουν όροι επιβολής καραντίνας κλπ. Μέχρι τότε, να εξασφαλιστούν ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης για τους πρόσφυγες.
·         Μέτρα οικονομικής  ενίσχυσης μικρομεσαίων επιχειρηματιών.
·         Να πάψει να ενοχοποιείται μονομερώς ο πληθυσμός για την κατάσταση που επικρατεί και για την μη σωστή διαχείρισή της από το κράτος .
Καθήκον της αριστεράς και του εργατικού κινήματος είναι να μπει μπροστά, να διεκδικήσει,  να παλέψει και να απαιτήσει  να πληρώσει το Κεφάλαιο για την επίλυση της παρούσας κρίσης.

Όχι πανικός- ανυποχώρητος αγώνας να ανατραπεί ο Καπιταλισμός
O Καπιταλισμός νοσεί-ο ιός θα ηττηθεί και μαζί του θα ηττηθεί και ο Φασισμός.
Αλληλεγγύη στην κοινωνία και σε όσους υποφέρουν

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Μας κλέβουνε την Άνοιξη.


Του Μιχάλη Τσορμπατζόγλου

Για άλλη μια φορά και είναι αναμενόμενο οι αστικές άρχουσες συντηρητικές δυνάμεις αντιδράνε σε ένα ενδεχόμενο απώλειας των κοινωνικοοικονομικά αμφισβητούμενων  κεκτημένων τους.
Η αντίδραση γύρω από την επιτυχημένη συγκέντρωση και πορεία του Σαββάτου που οργάνωσε η Αντιφασιστική Πρωτοβουλία Λέσβου  είναι προσχηματική και υπάγεται στο κλίμα εκτόνωσης μιας κατάστασης πολύ πιο προχωρημένης από  αυτή του 2008 καθώς και στην προσπάθεια διάσπασης του κινήματος αλληλεγγύης .
Το Καπιταλιστικό σύστημα είναι σε μη αναστρέψιμη σήψη και μαζί του η ΕΕ , γεγονός που το αντιλαμβάνονται μέχρι και τα παιδιά στο σχολείο. Αποτέλεσμα αυτής της σήψης ήταν και όλα τα γεγονότα που ξεκίνησαν από τον Ιανουάριο στη Λέσβο και στα αλλά νησιά.Η αλλαγή του τρόπου παροχής ασύλου που ψήφισε η Κυβέρνηση εναρμονισμένη με τις οδηγίες των Βρυξελλών ήταν το πρώτο βήμα αυταρχικής πολιτικής σε μια σειρά που θα ακολουθούσαν. Εξαθλιωμένοι και καταρρακωμένοι άνθρωποι στο κολαστήριο της Μόριας  έβλεπαν να γίνεται η κράτηση τους επί αόριστον ενώ για αρκετούς απ αυτούς υπήρχε το ενδεχόμενο της επαναπροώθησης. Έκαναν ότι θα έκανε οποιοσδήποτε καταπιεσμένος, αντιστάθηκαν.  Και ο Ελληνας έχει αρχίσει να νιώθει την γεύση της καταπίεσης εδώ και καιρό.
Η αυταρχική πολιτική περιλάμβανε κι άλλα Κλειστά Κολαστήρια σύμφωνα με το σχέδιο Διαρκούς  εγκλεισμού αλλά και αντιμετώπισης ανοίγματος της Κάνουλας των ροών από την Τουρκία.
   Στη δεύτερη φάση το διευρυμένο σχέδιο αυταρχισμού και καταστολής της Κυβέρνησης περιείχε και κομμάτια του ντόπιου πληθυσμού όπως των νησιών Λέσβου και Χίου καταλήγοντας στον Έβρο.Η απόβαση περίπου 800 αντρών ΜΑΤ στα νησιά θα καταγραφεί στην νεώτερη ιστορία της Ευρώπης ως το πρώτο "υβριδικό" πραξικόπημα το οποίο κατεστάλη απο τον λαό .Έναν λαό ενωμένο που για χρόνια ζητούσε και ζητάει κοινωνικό τρόπο έκφρασης  για δουλειές,εκπαίδευση,Υγεία ,αγρoκτηνοτροφικό προγραμματισμό,επιστήμη,αθλητισμό,πολιτισμό. Ανάμεσα μας υπήρχαν και άνθρωποι που αδιαφορούν για την κοινωνία ,για τα αγαθά της ,την κοινωνικά απελευθερωμένη εξέλιξη της. Χαρακτήρες με μίσος για τον συνάνθρωπο που επιλέγουν την απομόνωση. Στοιχεία που στρατολογούν τα παιδιά ,την νεολαία σε τάγματα εφόδου. Αυτοί δεν χωράνε σε κοινωνίες ανθρώπων δεν ταιριάζουν με ανθρώπινες διεκδικήσεις.Έχουν κάνει τις επιλογές τους.
Στη συνέχεια το ψευτοδίλημμα της Εθνικής Ανέγερσης με δήθεν πολιτική απόφαση για έλεγχο των ΜΚΟ  οδήγησε όλο τον εθνικά παραπλανημένο έως και ακροδεξιό συμφερτό (κοινωνία αγέλης) σε μια σειρά πογκρόμ εναντίον εργαζομένων σε ΜΚΟ ,αλληλέγγυους,μετανάστες.Πολύ ντόπιος κόσμος στοχοποιήθηκε  και απειλήθηκε αλλά είμαστε πολλοί  και αρκετά ενήλικες για να φοβηθούμε!!!
Γνωρίζουμε για την μεγάλη δυσκολία της ΕΕ και του κεφαλαίου να διαχειριστεί την μεγαλύτερη διαρκή  οικονομική κρίση από το 2008 και καταφεύγει στις τακτικές των ΑΟΖ όπου με αιχμή του δόρατος τα ενεργειακά κέρδη αλλά και την μετατροπή ολόκληρων νησιωτικών περιοχών σε φυλακές θα μπορέσει να αναδιπλωθεί και να ξαναζεσταθεί στους παγκόσμιους ανταγωνισμούς.
Ο Καπιταλισμός σείεται και μαζί του το οικοδόμημα της ΕΕ. Το puppet show της Κομμισιόν περιγράφεται εξαιρετικά, για κάποιον που δεν ασχολείται με κοινωνικοπολιτική αρθρογραφία,  στην τελευταία ταινία του Γαβρά που δείχνει γλαφυρά ότι ποτέ αυτός ο μηχανισμός δεν πρόκειται να συνταχθεί και να προασπίσει τα συμφέροντα των λαών της Ευρώπης.
Με την επέλαση του Κορονοιου δεν ταράχθηκαν μόνο τα "υβριδικά" σχεδία προσομοίωσης παγκοσμίως που σχετίζονται όπως είπαμε με πρακτικές καταστολής αλλά ξεφούσκωσαν και εκατομμύρια φούσκες του χρηματιστηρίου .Γιατί η οικονομία των χαρτιών και των ηλεκτρονικών αρχείων έχει νόημα αν δεν υπάρχει ένας φυσικός ,πραγματικός εξωτερικός παράγοντας- κίνδυνος που μας δείχνει την πραγματική ζωή και τις ανάγκες της.
Το σύστημα έχει λίπος ακόμα και θα το χρησιμοποιήσει για την εφαρμογή περισσότερου κράτους έκτακτης ανάγκης,περαιτέρω μείωση του κοινωνικού κράτους,μεγαλύτερης επίθεσης στα εργατικά δικαιώματα.Τα κοινωνικά σχέδια προσομοίωσης της κυβέρνησης αλλά και της ΕΕ έφεραν στο προσκήνιο τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις του Καπιταλισμού.Μπορεί οι αντιδράσεις των λίγων ακροδεξιών να ηταν προβλέψιμες αλλά όχι οι αντιδράσεις του λαού που έχει τον τελευταίο λόγο!!!












Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

ΗΤΑΝ Ο ΙΟΣ ΠΟΥ ΤΟ ΚΑΤΑΦΕΡΕ Τού Michael Roberts


 Tού  Michael Roberts σε μετάφραση ΚΜ για το Avantgarde
Είμαι βέβαιος ότι όταν αυτή η καταστροφή τελειώσει, οι καθώς πρέπει οικονομολόγοι και οι αρχές θα ισχυριστούν ότι ήταν μια εξωγενής κρίση που δεν είχε καμία σχέση με οποιαδήποτε εγγενή ατέλεια στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και την κοινωνική δομή. Έφταιγε απλά ο ιός. Αυτό ήταν το επιχείρημα του κυρίαρχου ρεύματος μετά τη Μεγάλη ύφεση του 2008-9 και θα επαναληφθεί το 2020.
Καθώς γράφω η πανδημία του κορονοϊού (όπως έχει οριστεί επίσημα), δεν έχει φτάσει ακόμα στο μέγιστο. Προφανώς ξεκινώντας από την Κίνα (αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να έhttps://thenextrecession.wordpress.com/2010/05/26/how-the-official-strategists-were-in-denial/&usg=ALkJrhia0UCl6V4-1d_MxCuP9ZMCh9EwWAχει ξεκινήσει και σε άλλα μέρη), έχει πλέον εξαπλωθεί σ’ όλο τον κόσμο. Ο αριθμός λοιμώξεων είναι τώρα μεγαλύτερος εκτός της Κίνας από ό,τι μέσα. Τα περιστατικά στην Κίνα έχουν σταθεροποιηθεί, αλλού υπάρχει ακόμη μια εκθετική αύξηση.
Αυτή η βιολογική κρίση έχει δημιουργήσει πανικό στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Τα χρηματιστήρια έχουν βυθιστεί κατά 30% σε διάστημα λίγων βδομάδων. Ο φανταστικός κόσμος όλων των αυξανόμενων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που χρηματοδοτούνται απ το χαμηλότερο κόστος δανεισμού έχει τελειώσει.
Ο COVID-19 φαίνεται να είναι ένας «γνωστός άγνωστος», όπως η παγκόσμια οικονομική κατάρρευση τύπου «μαύρου κύκνου» που προκάλεσε τη μεγάλη ύφεση πριν από δέκα χρόνια. Όμως, ο COVID-19, ακριβώς όπως η οικονομική κατάρρευση, δεν είναι πραγματικά ένας κεραυνός εν αιθρία – ένα λεγόμενο «σοκ» σε μια κατά τα άλλα αρμονικά αναπτυσσόμενη καπιταλιστική οικονομία. Ακόμα και πριν από την πανδημία που έπληξε, τις περισσότερες μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες, είτε στον αποκαλούμενο αναπτυγμένο κόσμο είτε στις «αναπτυσσόμενες» οικονομίες του «Παγκόσμιου Νότου», η οικονομική δραστηριότητα ήταν ήδη σε φάση επιβράδυνσης, με ορισμένες οικονομίες να να έχουν ήδη συνάψει συμβάσεις παραγωγής και επενδύσεων σε εθνικό επίπεδο, και πολλές άλλες να βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. 
Ο COVID-19 ήταν το σημείο ανατροπής. Μια αναλογία είναι να φανταστεί κανείς έναν αμμόλοφο που κτίζει κάποιος μέχρι την κορυφή, τότε οι κόκκοι άμμου αρχίζουν να γλιστρούν και έπειτα έρχεται ένα συγκεκριμένο σημείο που ένας ακόμα κόκκος άμμου, ρίχνει ολόκληρη το λόφο κάτω. Εάν είστε μετακενσιανός, ίσως προτιμάτε να το ονομάζετε «Minsky moment», αφότου ο Hyman Minsky, ισχυρίστηκε ότι ο καπιταλισμός φαίνεται να είναι σταθερός μέχρι να μην είναι, επειδή η σταθερότητα δημιουργεί αστάθεια. Ένας μαρξιστής θα έλεγε, ναι, υπάρχει αστάθεια αλλά αυτή η αστάθεια μετατρέπεται σε μια χιονοστιβάδα περιοδικά λόγω των υποκείμενων αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για το κέρδος.
Επίσης, με άλλο τρόπο, ο COVID-19 δεν ήταν ένας «γνωστός άγνωστος». Στις αρχές του 2018, κατά τη διάρκεια συνάντησης στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στη Γενεύη, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων (R & D Blueprint) επεξεργάστηκε τον όρο «Ασθένεια X«: Προέβλεπαν ότι η επόμενη πανδημία θα προκληθεί από έναν άγνωστο νέο παθογόνο παράγοντα, που δεν είχε εισέλθει ακόμα στον ανθρώπινο πληθυσμό. Η ασθένεια Χ πιθανώς θα προέλθει από έναν ιό προερχόμενο από ζώα και θα εμφανιστεί κάπου στον πλανήτη όπου η οικονομική ανάπτυξη ωθεί τους ανθρώπους και την άγρια ​​πανίδα να βρίσκονται όλο και πιο κοντά.
Η ασθένεια X θα μπορούσε μάλλον να μπερδευτεί με άλλες ασθένειες νωρίς στο ξέσπασμα και θα εξαπλωθεί γρήγορα και σιωπηλά, εκμεταλλευόμενη τα ανθρώπινα δίκτυα ταξιδιών και εμπορίου, θα φθάσει σε πολλές χώρες και θα χωρίς περιορισμό. Η ασθένεια Χ θα έχει ποσοστό θνησιμότητας υψηλότερο από την εποχική γρίπη αλλά θα εξαπλώνεται τόσο εύκολα όσο η γρίπη. Θα αναστατώσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές προτού ακόμη φτάσει σε κατάσταση πανδημίας. Με λίγα λόγια, ο Covid-19 είναι η ασθένεια X.
Όπως υποστηρίζει ο σοσιαλιστής βιολόγος Rob Wallace, οι πληγές δεν είναι μόνο μέρος της κουλτούρας μας, προκαλούνται από αυτό. Ο Μαύρος Θάνατος εξαπλώθηκε στην Ευρώπη στα μέσα του 14ου αιώνα με την ανάπτυξη του εμπορίου κατά μήκος το Δρόμου του Μεταξιού. Από την κτηνοτροφία προέκυψαν νέα στελέχη της γρίπης. Ο Ebola, ο SARS, οMERS και τώρα ο Covid-19 έχουν συνδεθεί με την άγρια ​​φύση. Οι πανδημίες αρχίζουν συνήθως ως ιοί σε ζώα που μεταπηδούν στους ανθρώπους όταν έρθουμε σε επαφή μαζί τους. Αυτές οι εξελίξεις αυξάνονται εκθετικά καθώς το οικολογικό αποτύπωμα μας φέρνει πιο κοντά στην άγρια ​​φύση σε απομακρυσμένες περιοχές και το εμπόριο άγριων ζώων φέρνει τα ζώα αυτά στα αστικά κέντρα. Η άνευ προηγουμένου κατασκευή νέων δρόμων, η αποψίλωση των δασών, η εκχέρσωση της γης και η γεωργική ανάπτυξη, καθώς και η παγκοσμιοποίηση των μετακινήσεων και του εμπορίου, μας καθιστούν εξαιρετικά ευαίσθητους σε παθογόνους παράγοντες όπως ο Κορονοϊός.
Υπάρχει ένα ανόητο επιχείρημα μεταξύ των mainsteam οικονομολόγων σχετικά με το εάν ο οικονομικός αντίκτυπος του COVID-19 είναι «σοκ της προσφοράς» ή «σοκ της ζήτησης». Η νεοκλασική σχολή ισχυρίζεται ότι είναι ένα σοκ της προσφοράς, επειδή σταματά την παραγωγή ενώ οι Κεϋνσιανοί υποστηρίζουν ότι είναι πραγματικά ένα σοκ στη ζήτηση επειδή οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις δεν θα ξοδεύουν για ταξίδια, υπηρεσίες κλπ.
Πρώτον, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι πραγματικά ένα «σοκ», αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προσπάθειας του κεφαλαίου για κέρδος στη γεωργία και τη φύση και από την ήδη αναιμική κατάσταση της καπιταλιστικής παραγωγής το 2020.
Και δεύτερον, ξεκινά με την προσφορά και όχι με τη ζήτηση, όπως ισχυρίζονται οι Κεϋνσιανοί. Όπως δήλωσε ο Μαρξ: «Κάθε παιδί γνωρίζει ότιαν ένα έθνος πάψει να εργάζεται, δεν θα πω για ένα χρόνο, αλλά ακόμα και για μερικές εβδομάδες, θα χαθεί». (K Marx προς Kugelmann, Λονδίνο, 11 Ιουλίου 1868). Είναι η παραγωγή, το εμπόριο και οι επενδύσεις που σταματούν για πρώτη φορά όταν τα καταστήματα, τα σχολεία, οι επιχειρήσεις κλείνουν για να συγκρατήσουν την πανδημία. Φυσικά, στη συνέχεια, εάν οι άνθρωποι δεν μπορούν να εργαστούν και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να πουλήσουν, τότε τα εισοδήματα μειώνονται και οι δαπάνες καταρρέουν και αυτό δημιουργεί ένα «σοκ στη ζήτηση». Πράγματι, αυτός είναι ο τρόπος που όλες τις καπιταλιστικές κρίσεις: αρχίζουν με συρρίκνωση της προσφοράς και καταλήγουν σε πτώση της κατανάλωσης – και όχι το αντίστροφο.
Εδώ είναι μια κύρια (και ακριβής) άποψη της ανατομίας των κρίσεων.
Μερικοί αισιόδοξοι στον οικονομικό κόσμο υποστηρίζουν ότι το σοκ COVID-19 για τις χρηματιστηριακές αγορές θα καταλήξει όπως στις 19 Οκτωβρίου 1987. Τη Δευτέρα εκείνη τη Δευτέρα η χρηματιστηριακή αγορά βυθίστηκε πολύ γρήγορα, ακόμα περισσότερο από τώρα, αλλά μέσα σε λίγους μήνες ήταν επανήλθε και με το παραπάνω. Ο σημερινός υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Steven Mnuchin, είναι σίγουρος ότι ο οικονομικός πανικός θα καταλήξει στο 1987. «Ξέρετε, κοιτάζω πίσω σε ανθρώπους που αγόρασαν μετοχές μετά τη συντριβή το 1987, άνθρωποι που αγόραζαν μετοχές μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση«, συνέχισε. «Για τους μακροπρόθεσμους επενδυτές, αυτή θα είναι μια μεγάλη επενδυτική ευκαιρία». «Πρόκειται για ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα. Μπορεί να είναι μερικοί μήνες, αλλά θα πετύχουμε και η οικονομία θα είναι ισχυρότερη από ποτέ», δήλωσε ο γραμματέας του Treasury.
Οι παρατηρήσεις του Mnuchin επαναλήφθηκαν από τον οικονομικό σύμβουλο του Λευκού Οίκου Larry Kudlow, ο οποίος προέτρεψε τους επενδυτές να εκμεταλλευτούν την ταπεινωτική χρηματιστηριακή αγορά εν μέσω φόβων για το coronavirus. «Οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές θα πρέπει να σκεφτούν σοβαρά την αγορά αυτών των βημάτων», περιγράφοντας την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας ως «ήχο». Ο Kudlow επανέλαβε όσα είπε μόλις δύο εβδομάδες πριν από το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του Σεπτεμβρίου 2008: «Για όσους από εμάς προτιμούν να κοιτάξουμε μπροστά, μέσα από το παρμπρίζ, οι προοπτικές για τα αποθέματα γίνονται όλο και καλύτερα».
Το κραχ του 1987 αποδόθηκε στις εντεινόμενες εχθροπραξίες στον Περσικό Κόλπο που οδήγησαν σε αύξηση των τιμών του πετρελαίου, φόβο για υψηλότερα επιτόκια, πενταετή αγορά χωρίς σημαντική διόρθωση και εισαγωγή μηχανογραφημένων συναλλαγών. Καθώς η οικονομία ήταν θεμελιωδώς «υγιής», δεν κράτησε. Πράγματι, η κερδοφορία του κεφαλαίου στις μεγάλες οικονομίες αυξανόταν και κορυφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 (αν και σημειώθηκε πτώση το 1991). Έτσι το 1987 ήταν αυτό που ο Μαρξ χαρακτήρισε καθαρό «οικονομικό κραχ» λόγω της αστάθειας που είναι εγγενής στις κερδοσκοπικές κεφαλαιαγορές.
Αλλά αυτό δεν αφορά το 2020. Αυτή τη φορά η κατάρρευση της χρηματιστηριακής αγοράς θα ακολουθήσει μια οικονομική ύφεση όπως το 2008. Αυτό συμβαίνει επειδή, όπως υποστήριξα σε προηγούμενες θέσεις, τώρα η κερδοφορία του κεφαλαίου είναι χαμηλή και τα παγκόσμια κέρδη είναι στάσιμα στην καλύτερη περίπτωση, ακόμα και πριν ξεσπάσει ο  COVID-19. Το παγκόσμιο εμπόριο και οι επενδύσεις μειώνονται και δεν αυξάνονται. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν καταρρεύσει, δεν έχουν αυξηθεί. Και ο οικονομικός αντίκτυπος του COVID-19 εμφανίστηκε αρχικά στην αλυσίδα εφοδιασμού, όχι σε ασταθείς χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ποιο θα είναι το μέγεθος της ύφεσης που θα έρθει; Υπάρχει ένα εξαιρετικό έγγραφο από τον Pierre-Olivier Gourinchas που υποδεικνύει τις πιθανές επιπτώσεις. Δείχνει το συνηθισμένο διάγραμμα της πανδημικής υγείας να κάνει τον κύκλο της. Χωρίς καμία ενέργεια, η πανδημία παίρνει τη μορφή της καμπύλης της κόκκινης γραμμής, οδηγώντας σε τεράστιο αριθμό περιπτώσεων και θανάτων. Με τη δράση για την απομόνωση και την κοινωνική απομόνωση, η αιχμή της (μπλε) καμπύλης μπορεί να καθυστερήσει και να μετριάσει, ακόμα και αν η πανδημία εξαπλωθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό υποτίθεται ότι μειώνει τον ρυθμό της λοίμωξης και τον αριθμό των θανάτων.
Η πολιτική δημόσιας υγείας θα πρέπει να στοχεύει στην «ισοπέδωση της καμπύλης» με την επιβολή δραστικών μέτρων κοινωνικής απομόνωσης και την προώθηση πρακτικών υγείας για τη μείωση του ποσοστού μετάδοσης. Επί του παρόντος, η Ιταλία ακολουθεί την κινεζική προσέγγιση της συνολικής απομόνωσης, ακόμα και αν μπορεί να κλείνει τις σταθερές πόρτες μετά την εμφάνιση του ιού. Το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρεί μια πολύ επικίνδυνη προσέγγιση της αυτοαπομόνωσης για τους ευάλωτους και επιτρέπει στους νέους και τους υγιείς να μολυνθούν προκειμένου να δημιουργήσουν την αποκαλούμενη «ανοσία της αγέλης» αποφεύγοντας έτσι την κατάρρευση του συστήματος υγείας. Αυτό που σημαίνει αυτή η προσέγγιση είναι ουσιαστικά η διαγραφή των παλαιών και των ευάλωτων επειδή πρόκειται να πεθάνουν ούτως ή άλλως εάν μολυνθούν και αποφεύγοντας απόλυτο αποκλεισμό που θα έβλαπτε την οικονομία (και τα κέρδη). Η αμερικανική προσέγγιση είναι βασικά να μην κάνει τίποτα: χωρίς μαζικές δοκιμές, χωρίς αυτοαπομόνωση, χωρίς κλείσιμο δημόσιων εκδηλώσεων· απλά περιμένετε μέχρι οι άνθρωποι να αρρωστήσουν και στη συνέχεια αντιμετωπίστε τις σοβαρές υποθέσεις.
Θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε αυτή την τελευταία προσέγγιση την απάντηση του Malthus. Ο πλέον αντιδραστικός των κλασικών οικονομολόγων στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν ο Αιδεσιμότατος Θωμάς Μάλθους, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν πάρα πολλοί «μη παραγωγικοί» φτωχοί άνθρωποι στον κόσμο, επομένως οι τακτικές μάστιγες και ασθένειες ήταν απαραίτητες και αναπόφευκτες για να γίνουν οι οικονομίες πιο παραγωγικές.
Ο βρετανικός συντηρητικός δημοσιογράφος Jeremy Warner υποστήριξε αυτό το επιχείρημα για την πανδημία Covid-19 που «σκοτώνει κυρίως τους ηλικιωμένους».
Senior male patient on stretcher in hospital hallway. Sick man on hospital gurney.
«Για να το θέσουμε διαφορετικά, από μια εντελώς αδιάφορη οικονομική προοπτική, ο COVID-19 μπορεί να αποδειχθεί ελαφρώς ευεργετικός μακροπρόθεσμα με τη δυσανάλογη θανάτωση των εξαρτημένων ηλικιωμένων«. Απαντώντας στην κριτική «Προφανώς, για όσους πλήττονται είναι μια ανθρώπινη τραγωδία ανεξαρτήτως ηλικίας, αλλά αυτό είναι ένα κομμάτι για την οικονομία, όχι το άθροισμα της ανθρώπινης δυστυχίας». Πράγματι, γι’ αυτό το λόγο ο Μαρξ αποκαλούσε τα Οικονομικά στις αρχές του 19ου αιώνα – τη φιλοσοφία της δυστυχίας.
Ο λόγος για τον οποίο οι αμερικανικές και βρετανικές κυβερνήσεις δεν θα επιβάλουν (ακόμα) δρακόντεια μέτρα, όπως στην Κίνα τελικά και τώρα στην Ιταλία (καθυστερημένα) και αλλού, είναι επειδή αναπόφευκτα θα κατακλύσει την καμπύλη μακροοικονομικής ύφεσης. Εξετάστε την Κίνα ή την Ιταλία: η κοινωνική απομόνωση απαιτεί κλείσιμο σχολείων, πανεπιστημίων, περισσότερων μη βασικών επιχειρήσεων ζητώντας παράλληλα από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας να μένει στο σπίτι. Ενώ μερικοί άνθρωποι μπορεί να είναι σε θέση να εργαστούν από το σπίτι, αυτό παραμένει ένα μικρό κλάσμα του συνολικού εργατικού δυναμικού. Ακόμη και αν η εργασία από το σπίτι είναι μια επιλογή, η βραχυπρόθεσμη διακοπή της εργασίας και της οικογενειακής ρουτίνας είναι σημαντική και ενδέχεται να επηρεάσει την παραγωγικότητα. Με λίγα λόγια, η καλύτερη πολιτική για τη δημόσια υγεία βυθίζει την οικονομία σε μια απότομη στασιμότητα. Το σοκ της προσφοράς.
Η οικονομική ζημία θα είναι σημαντική. Ο Gourinchas προσπαθεί να μοντελοποιήσει τον αντίκτυπο. Υποθέτει ότι σε σχέση με μια βασική γραμμή, τα μέτρα περιορισμού μειώνουν την οικονομική δραστηριότητα κατά 50% για ένα μήνα και κατά 25% για τον επόμενο, μετά τον οποία η οικονομία επιστρέφει στη γραμμή βάσης. «Το σενάριο αυτό θα εξακολουθούσε να προκαλεί τεράστιο πλήγμα στους αριθμούς του ΑΕΠ, με μείωση της ετήσιας αύξησης της παραγωγής κατά 6,5% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Επεκτείνετε το κλείσιμο του 25% για ένα ακόμη μήνα και η μείωση της ετήσιας αύξησης της παραγωγής (σε σχέση με το προηγούμενο έτος) φτάνει σχεδόν το 10%! «Ως σημείο σύγκρισης, η μείωση της αύξησης της παραγωγής στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της «μεγάλης ύφεσης» για το 2008-09 ήταν περίπου 4,5%. Ο Γουρίνχας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «πρόκειται να βρεθούμε σε ύφεση που θα μπορούσε να επιβραδύνει τη μεγάλη ύφεση».
Στην κορυφή της μεγάλης ύφεσης, η αμερικανική οικονομία έχανε θέσεις εργασίας με ρυθμό 800.000 εργαζόμενους το μήνα, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων εξακολουθούσε να εργάζεται. Το ποσοστό ανεργίας έφθασε στο «μόλις» 10%. Αντιθέτως, ο κορονοϊός δημιουργεί μια κατάσταση όπου –για σύντομο χρονικό διάστημα– το 50% ή περισσότεροι άνθρωποι μπορεί να μην είναι σε θέση να εργαστούν. Ο αντίκτυπος στην οικονομική δραστηριότητα είναι συγκριτικά πολύ μεγαλύτερος.
Το συμπέρασμα είναι ότι η οικονομία, όπως και το σύστημα υγείας, αντιμετωπίζει το πρόβλημα της «ισοπέδωσης της καμπύλης». Το αποτέλεσμα είναι ότι η οικονομία, όπως και το σύστημα υγείας, αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα «ισοπέδωσης της καμπύλης». Η κόκκινη καμπύλη απεικονίζει την παραγωγή που χάθηκε κατά τη διάρκεια μιας απότομης και έντονης ύφεσης, η οποία ενισχύθηκε από τις οικονομικές αποφάσεις εκατομμυρίων οικονομικών παραγόντων που προσπαθούν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους περικόπτοντας τις δαπάνες, αναβάλλοντας τις επενδύσεις, μειώνοντας τις πιστώσεις και γενικά αποδυναμώνοντας κάθε δραστηριότητα.
Τι πρέπει να κάνετε για να ισοπεδώσετε την καμπύλη; Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν και παρέχουν έκτακτη ρευστότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αναπτύξουν στοχοθετημένα δημοσιονομικά μέτρα ή ευρύτερα προγράμματα για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην «ισοπέδωση της οικονομικής καμπύλης», δηλαδή στον περιορισμό της οικονομικής απώλειας, όπως στην μπλε καμπύλη, με τη διατήρηση και την απασχόληση των εργαζομένων, ώστε να μπορούν να πληρώσουν λογαριασμούς ή να καθυστερήσουν ή να διαγραφούν λογαριασμοί για μια περίοδο. Οι μικρές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν για να ξεπεράσουν τη θύελλα και οι τράπεζες να εξοικονομηθούν, όπως στη μεγάλη ύφεση.
Ωστόσο, η χρηματοπιστωτική κρίση εξακολουθεί να αποτελεί υψηλό κίνδυνο. Στις ΗΠΑ, το εταιρικό χρέος έχει αυξηθεί και συγκεντρώνεται σε ομόλογα που εκδίδονται από τις ασθενέστερες εταιρείες (BBB ή χαμηλότερα).
Και ο τομέας της ενέργειας πλήττεται από διπλή αναταραχή καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν βυθιστεί. Τα ασφάλιστρα κινδύνου ομολόγων (το κόστος των δανείων) έχουν αυξηθεί στον τομέα της ενέργειας και των μεταφορών.
Η νομισματική χαλάρωση σίγουρα δεν θα είναι αρκετή για να ισοπεδώσει την καμπύλη. Τα επιτόκια της κεντρικής τράπεζας είναι ήδη κοντά ή κάτω από το μηδέν. Και οι τεράστιες ενέσεις πίστωσης ή χρήματος στο τραπεζικό σύστημα θα είναι σαν να «τεντώνεις τη χορδή» στην επίδρασή τους στην παραγωγή και τις επενδύσεις. Η φτηνή χρηματοδότηση δεν θα επιταχύνει την αλυσίδα της προσφοράς ούτε θα κάνει τους ανθρώπους να ταξιδεύουν ξανά. Ούτε θα βοηθήσει τα εταιρικά κέρδη εάν οι καταναλωτές δεν ξοδεύουν.
Ο κύριος οικονομικός μετριασμός θα πρέπει να προέλθει από τη δημοσιονομική πολιτική. Οι διεθνείς οργανισμοί όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα προσέφεραν 50 δισ. Δολάρια. Οι εθνικές κυβερνήσεις δρομολογούν τώρα διάφορα προγράμματα δημοσιονομικών κινήτρων. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε μεγάλες δαπάνες στον τελευταίο προϋπολογισμό της και το αμερικανικό Κογκρέσο συμφώνησε σε έκτακτες δαπάνες.
Είναι όμως αρκετό να ισοπεδώσουμε την καμπύλη εάν δύο μήνες εμπλοκής χτυπήσουν τις περισσότερες οικονομίες κατά ένα συγκλονιστικό 10%; Κανένα από τα τρέχοντα δημοσιονομικά πακέτα δεν προσεγγίζει το 10% του ΑΕΠ. Πράγματι, στη Μεγάλη Ύφεση, μόνο η Κίνα παρέδωσε ένα τέτοιο ποσό. Οι προτάσεις της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου ανέρχονται μόλις στο 1,5% του μέγιστου ΑΕΠ, ενώ στην Ιταλία στο 1,4% και στις ΗΠΑ κάτω από 1%.
Υπάρχει μια πιθανότητα μέχρι τα τέλη Απριλίου να έχουμε δει τον παγκόσμιο συνολικό αριθμό περιστατικών να κορυφώνεται και μετά να αρχίσει να μειώνεται. Αυτό ελπίζουν και σχεδιάζουν οι κυβερνήσεις. Εάν συμβεί αυτό το αισιόδοξο σενάριο, ο κορωνοϊός δεν θα εξαφανιστεί. Γίνεται ακόμα ένας παθογόνος ιός που μοιάζει με γρίπη (τον οποίο γνωρίζουμε ελάχιστα) που θα μας χτυπάει κάθε χρόνο όπως οι προκάτοχοί του. Αλλά ακόμα και δύο μήνες απομόνωση θα προκαλέσει τεράστιες οικονομικές ζημίες. Και τα προγραμματισμένα πακέτα νομισματικών και δημοσιονομικών κινήτρων δεν πρόκειται να αποτρέψουν μια βαθιά ύφεση, ακόμη και αν μειώσουν σε κάποιο βαθμό την «καμπύλη». Τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Αιτούντες άσυλο: ανάμεσα στο «προσφυγικό» και το «μεταναστευτικό»



Του Ερβίν Σέχου*
Γλωσσική επιμέλεια-διόρθωση: Αρετή
https://poli-k.net/thesmikes-politikes-toys-aitoyntes-asylo/

Ο σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να αμφισβητήσει και να υποτιμήσει την εργασία των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Ασύλου ούτε επιδιώκει να μπει στην ουσία των υποθέσεων των αιτούντων άσυλο διερευνώντας το πρόσφατο και το μακρινό τους παρελθόν. Εστιάζει στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και στις θεσμικές πολιτικές που τη διέπουν, ζητήματα που για τους ίδιους τους αιτούντες άσυλο αποτελούν βασικούς παράγοντες μιας και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη δική τους καθημερινότητα, εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της ζωής τους στην Ελλάδα. Έτσι, το κείμενο γράφτηκε με την ελπίδα να δοθεί φωνή στις δικές τους ανησυχίες, έγνοιες, προβλήματα και να γίνουν ορατές οι αδικίες που εκείνοι βιώνουν μέσα σε αυτό το νομικό πλαίσιο.
Όταν συναντάει κανείς πρόσφυγες/αιτούντες άσυλο ή μετανάστες και όσους από αυτούς είναι «χωρίς χαρτιά», σε μέρη και σε χώρους κοινωνικής συνεύρεσής τους, διαπιστώνει ότι δεν περνούν απαρατήρητοι οι διάφανοι φάκελοι των δέκα σεντ, καλά στηριγμένοι στις μασχάλες αυτών των ανθρώπων, την ώρα που συζητούν μεταξύ τους ή τη στιγμή που περνούν βιαστικά για να χτυπήσουν την πόρτα κάποιας ανθρωπιστικής οργάνωσης, με σκοπό να ζητήσουν νομικές συμβουλές και υποστήριξη. Χωρίς υπερβολή, μέσα σε αυτούς τους φακέλους οι αιτούντες άσυλο θα πρέπει να διπλώσουν την ίδια τη ζωή τους, το πρόσφατο και το μακρινό παρελθόν τους, τις εμπειρίες και τα βιώματά τους, τις ενδεχόμενες απειλές που παραμονεύουν στη χώρα τους και τις κακουχίες που πέρασαν (αποτυπωμένες σε επίσημα έγγραφα). Στη συνέχεια είναι υποχρεωμένοι να αφηγηθούν όλα αυτά τα βιώματα στα γραφεία της Υπηρεσίας Ασύλου, μπροστά σε κάποιον/α που για εκείνους είναι ένα ξένο πρόσωπο, ένας χειριστής, μια χειρίστρια. Προτού καλά καλά πατήσουν το πόδι στις χώρες της Ευρώπης, χωρίς να έχουν εξοικειωθεί με το νέο περιβάλλον, αναζητούν διεξόδους στους λαβύρινθους της γραφειοκρατίας και βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν γραφειοκρατικό Γολγοθά, εμπόδια που πρέπει να τα ξεπεράσουν με κάθε θυσία.
Η ανάγκη μου να αναφερθώ –μέσα από αυτό το σύντομο κείμενο– στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αιτούντες/σες άσυλο κατά τη διαδικασία χορήγησής του, πηγάζει κυρίως από δύο παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τις προσωπικές επαφές και σχέσεις που δημιούργησα μαζί τους και τις ανησυχίες που οι ίδιοι1 εξέφρασαν για αυτό το ζήτημα. Ύστερα από τις μεταξύ μας συζητήσεις, άρχισα να συνειδητοποιώ τη σημασία που αποδίδουν οι ίδιοι στη διαδικασία χορήγησης ασύλου και την αφοσίωση που επιδείκνυαν προσπαθώντας να ανταποκριθούν σε αυτή. Η απογοήτευση, η ανησυχία, η αβεβαιότητα και ο φόβος διαγράφονταν στα μάτια τους. Ο δεύτερος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η αίσθηση του εγκλωβισμού και της αιχμαλωσίας μέσα στα γρανάζια ενός ακραίου γραφειοκρατικού μηχανισμού δεν μου είναι άγνωστη, καθώς την είχα βιώσει από τις αρχές του 1990, όταν είχα μεταναστεύσει στην Ελλάδα, γεγονός που με έκανε να συμμορφωθώ και να προσαρμοστώ πάση θυσία στο ύφος και στις διαστάσεις του γραφειοκρατικού ελέγχου πάνω στην καθημερινότητά μου. Ήταν τα χρόνια που στη μεταναστευτική πολιτική επικρατούσε η λογική ότι όποιος μπορεί να εργάζεται όλο τον χρόνο χωρίς διακοπή και να προσκομίζει έναν τεράστιο όγκο δικαιολογητικών, που αποδεικνύουν ότι πληροί τις ατελείωτες προϋποθέσεις του νόμου, μπορεί και να ανανεώσει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την άδεια παραμονής του. Και για αυτό έπρεπε να πληρώσει αδρά. Αν όμως κάποιος δεν είχε την δυνατότητα να καταθέσει τον απαιτούμενο αριθμό ενσήμων αυτόματα έβγαινε εκτός της διαδικασίας της νομιμοποίησης. Επομένως το μήνυμα που έστελναν οι κρατικοί θεσμοί ήταν σαφές: όποιος εργάζεται μπορεί να μείνει στην Ελλάδα.
Η διερεύνηση του παραπάνω ζητήματος, δηλαδή της θεσμικής διαχείρισης των προσφυγικών και μεταναστευτικών πληθυσμών – κυρίως προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνει ποικίλες διαστάσεις ανάλογα με τις εκάστοτε πολιτικές που ακολουθούν τα κράτη στο εσωτερικό τους. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι πολιτικές αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους τόσο ομοιότητες όσο και ουσιαστικές διαφορές καθώς το κάθε κράτος ξεχωριστά έχει τη δική του οπτική σε ό, τι αφορά το συγκεκριμένο θέμα. Παρ’ όλη την ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει το εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι γενικές κατευθυντήριες επιταγές τείνουν να αποκλείσουν τους αιτούντες άσυλο από την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα – όπως θα φανεί και παρακάτω. Επίσης, οι μετακινήσεις αυτές κινητοποιούν διεθνείς και τοπικούς ανθρωπιστικούς οργανισμούς, προκαλώντας τη δική τους εμπλοκή και παρέμβαση στην πολύπλευρη και πολυεπίπεδη διαχείριση του φαινομένου και μάλιστα στην καθημερινή του διάσταση. Με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα, ειδικά όταν αναφερόμαστε στους αιτούντες άσυλο, λαμβάνει και νομικές διαστάσεις. Το νομικό οικοδόμημα που αναπτύχθηκε τα τελευταία εξήντα με εβδομήντα χρόνια έχει καταστεί μια σημαντική συνιστώσα του δικαιικού συστήματος εντός του οποίου η προσφυγική συνθήκη κάνει την εμφάνισή της, και στην πράξη αυτά τα νομικά εργαλεία τείνουν να λαμβάνουν τη σύγχρονη τάξη των κυρίαρχων εθνών ως δεδομένη.
Σύμφωνα με την προσέγγιση της Malkki (1992), οι σύγχρονες προσφυγικές μελέτες συμμερίζονται την προσέγγιση ότι οι πρόσφυγες αποτελούν ένα «πρόβλημα», καθώς λόγω της θέσης τους γίνονται αντιληπτοί ως θύματα σε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από σύγχυση και συνεπώς χρήζει παρέμβασης και «θεραπείας». Από την άλλη μεριά, συσχετίζοντας το ζήτημα με το εθνικιστικό αφήγημα θεωρεί –μέσα από μια κριτική οπτική– ότι αυτός ο λόγος συνδέει την εθνική ταυτότητα με ένα συγκεκριμένο τόπο, γεωγραφικά προσδιορισμένο. Και τα δύο παραπάνω στοιχεία είναι αναπόσπαστα μεταξύ τους. Σε αυτό το σημείο τείνει να συγκρίνει το «προσφυγικό» με μια κατάσταση ή ένα σώμα που ο Turner ονομάζει between and betwixt και η Mary Douglas ορίζει ως matter out of place . Εξού και οι απελάσεις ούτε λίγο ούτε πολύ αποτελούν μορφές διαχείρισης και «θεραπείας» καθώς επιδιώκουν να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους, προκειμένου να αποκαθίσταται η «εθνική τάξη πραγμάτων» με την επαναφορά στην πρωταρχική καθαρότητα. Με αυτήν τη λογική και εξετάζοντας το ζήτημα σε σχέση με την επίσημη θεσμική πλευρά, η απόφαση απέλασης –με τη βίαιη επιστροφή στη χώρα καταγωγής ή την «εθελούσια» αναχώρηση και τον «υποβοηθούμενο» επαναπατρισμό– αποτελεί εξίσου μια διευθέτηση του ζητήματος. Εξάλλου, πόση δύναμη και κουράγιο θα πρέπει να έχει ένας εγκλωβισμένος αιτών άσυλο στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου για να αντέξει το μαρτύριο της αναμονής σε άθλιες συνθήκες; Η «εθελούσια» επιστροφή ίσως αποτελεί δράση απελευθέρωσης και απελπισίας συνάμα.
Ιδιαίτερα στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου η περίοδος αναμονής για τους αιτούντες άσυλο ισοδυναμεί με συνθήκη εγκλωβισμού τους σε μια κατάσταση που επ’ ουδενί δεν έχουν οι ίδιοι επιλέξει, και σαφώς δεν έχουν προετοιμαστεί για αυτή. Φαίνεται επίσης ότι η εμπειρία της αναμονής αποτελεί για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη διαδικασία χορήγησης ασύλου αναπόσπαστο πλέον στοιχείο του προσωπικού τους βιώματος, πολύ περισσότερο μιας και καθορίζει την ύπαρξη αυτής της κατηγορίας: τους τοποθετεί σε ασαφή όρια, ανάμεσα σε εκείνους που δικαιούνται άσυλο και σε εκείνους που δεν το δικαιούνται, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την αβεβαιότητά τους8. Η αναμονή αφορά επίσης και την περίοδο από την αρχική κατάθεση της αίτησης μέχρι την προσέλευση του αιτούντος στην Υπηρεσία Ασύλου για την προφορική συνέντευξη. Αυτή η αναμονή συνεπάγεται και μια βασική αβεβαιότητα σχετικά με την έκβαση της δικής τους προσωπικής περίπτωσης, κατάσταση που επιτείνεται από το γεγονός ότι η απόφαση έχει ως επί το πλείστον επιπτώσεις όχι μόνο στην καθημερινή τους ζωή αλλά και στο άμεσο μέλλον. Ο εγκλωβισμός στα νησιά είναι ο καθημερινός τους εφιάλτης ακριβώς επειδή τους βυθίζει σε καθεστώς αναμονής και αβεβαιότητας. Η μόνη ελπίδα, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, είναι η απόφαση της Διοίκησης.
Οι θεσμικές πολιτικές διαχείρισης της «προσφυγικής κρίσης»
Η Σύμβαση της Γενεύης (1951) εισάγει με το άρθρο 1 έναν συγκεκριμένο ορισμό της έννοιας του πρόσφυγα. Ο πυρήνας αυτού του ορισμού αφορά την προστασία του ατόμου από πολιτικές, θρησκευτικές, φυλετικές και άλλες μορφές διώξεων. Από αυτή την οπτική γωνία, πρόσφυγας είναι σύμφωνα με τη Σύμβαση το άτομο εκείνο που δεν έχει τη δυνατότητα ή την επιθυμία να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω ενός βάσιμου φόβου δίωξης και απειλής για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, εθνοτικούς, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων. Μια από τις βασικότερες αρχές που διέπει τη Σύμβαση είναι το πνεύμα έτσι όπως εκφράζεται στο άρθρο 14 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και όπου τονίζεται ότι «Κάθε άτομο που καταδιώκεται έχει το δικαίωμα να ζητά άσυλο και να του παρέχεται άσυλο σε άλλες χώρες». Στη συνέχεια, με το Πρωτόκολλο του 1967 της Νέας Υόρκης επεκτάθηκε η γεωγραφική και χρονική ισχύς της Σύμβασης του 1951. Η Σύμβαση (1951) ρυθμίζει κάποια βασικά θέματα που αφορούν τους όρους παύσης και αποκλεισμού του ατόμου από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν τα άτομα υπό προστασία, κατοχυρώνει την αρχή της μη επαναπροώθησης σε χώρα όπου απειλείται η ζωή τους και παράλληλα θεσπίζει τις υποχρεώσεις των κρατών απέναντι στους πρόσφυγες. Με αυτόν τον τρόπο προβλέπει κάποια πρότυπα αντιμετώπισης του ζητήματος και προστασίας των ατόμων στις χώρες που έχουν εγκατασταθεί. Αυτό συνεπάγεται το δικαίωμα του ατόμου να ζητά άσυλο στις χώρες υποδοχής και την εξατομικευμένη εξέταση κάθε αιτήματος προκειμένου να χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα. Ωστόσο, η διάκριση της κατηγορίας των αιτούντων άσυλο από την κατηγορία των αναγνωρισμένων προσφύγων είναι αισθητή, καθώς δεν αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες όλοι οι αιτούντες άσυλο. Σύμφωνα με την αρχή της μη επαναπροώθησης, ο αιτών άσυλο έχει το δικαίωμα μέχρι την εξέταση του αιτήματός του να μην επιστραφεί στην χώρα καταγωγής. Από την άλλη, πρόσφυγας είναι εκείνος ή εκείνη που ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αναγνώρισης έτσι όπως αναφέρονται στον ορισμό της Σύμβασης. Επομένως, αιτών άσυλο είναι το άτομο εκείνο που βρίσκεται σε μετακίνηση ή διασχίζει σύνορα και έχει ζητήσει άσυλο σε άλλη χώρα, με σκοπό την παροχή διεθνούς προστασίας. Με αυτόν τον τρόπο, η κατηγοριοποίηση των μετακινούμενων πληθυσμών σε πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο ή μετανάστες καθορίζει τις θεσμικές πολιτικές και διοικητικές ενέργειες που θα ακολουθηθούν για τη διαχείριση αυτών των κατηγοριών στη συνέχεια. Η ίδια η διαδικασία της κατηγοριοποίησης, έτσι όπως έχει καθοριστεί από τα κέντρα εξουσίας, διέπεται από τη λογική της «τεκμηρίωσης της αλήθειας», δηλαδή από την προσήλωση στο να εξακριβωθεί αν ένας αιτών άσυλο είναι πρόσφυγας ή μετανάστης, και από μια σχετική και ιδιόμορφη καχυποψία κυρίως σε σχέση με τους αιτούντες άσυλο: μέχρι τη στιγμή της απόφασης εκείνος/εκείνη θεωρείται μετανάστης/τρια που βρίσκεται σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής και, με αυτήν την έννοια, υποδηλώνεται ότι δεν διατρέχει κάποια απειλή και άμεσο κίνδυνο στη χώρα του/της.
Ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες η κατηγορία των αιτούντων άσυλο θεωρείται επιβάρυνση για τις χώρες της Ευρώπης, απειλή για την πολιτική και οικονομική σταθερότητα και παράλληλα συνδέεται με την ασφάλεια και τον κοινωνικό έλεγχο. Έτσι, ο κυρίαρχος λόγος που διαμορφώνεται όχι μόνο βρίθει προκατάληψης και ξενοφοβίας, τις οποίες άλλωστε ενέχουν οι πολιτικές αποκλεισμού, αλλά και ενθαρρύνει πολιτικές «κλειστής πόρτας» στις πληθυσμιακές ροές. Τα παραπάνω συνεπάγονται μεγαλύτερους περιορισμούς σε ό, τι αφορά την πρόσβαση σε προσφυγικό καθεστώς, ειδικά όταν από την άλλη δεν υπάρχει μια ανοικτή διαδικασία νομιμοποίησης που να επιτρέπει τη διευθέτηση με άλλον τρόπο της νόμιμης παρουσίας τους στο ευρωπαϊκό έδαφος. Από την άποψη των θεσμικών ρυθμίσεων του ζητήματος οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έχουν οικοδομήσει πολύπλοκα συστήματα και διαδικασίες προκειμένου να εκπληρωθεί ο σκοπός της εξατομικευμένης κρίσης σχετικά με το αν ο κάθε αιτών άσυλο πληροί τα κριτήρια καθορισμού προσφυγικού καθεστώτος. Η ίδια η διαδικασία της εκτίμησης απαιτεί μιαν εκτεταμένη κινητοποίηση και, επομένως, δόμηση εκείνων των πολιτικών που θα διεκπεραιώσουν αυτό το έργο. Γιατί η κατασκευή της κατηγορίας του αιτούντος άσυλο απαιτεί ακριβώς αυτές τις εκτεταμένες πολιτικές και ενέργειες σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να διευθετούνται ποικίλες πλευρές της όλης κατάστασης με την ενεργοποίηση ενός ευρύτερου μηχανισμού, με την προετοιμασία και εδραίωση υπηρεσιών, με τη διερεύνηση των συνθηκών στις χώρες καταγωγής, με την εκπαίδευση του προσωπικού της Υπηρεσίας Ασύλου κ.α. Έτσι, η παγιωμένη πλέον πολιτική στις χώρες της Ευρώπης εξαντλεί όλα τα ενδεχόμενα για να προσδιοριστεί το status κάποιου ατόμου και διέπεται από τη λογική ότι ο μεγαλύτερος όγκος των αιτούντων άσυλο εκμεταλλεύεται τη γενναιοδωρία των χωρών υποδοχής12. Πιο συγκεκριμένα, οι αιτούντες άσυλο στο Ηνωμένο Βασίλειο θεωρούνται «υπαίτιοι» ή «ένοχοι», και τους σχετίζουν με τους «παράνομους μετανάστες» καθώς είναι νόμιμα διαμένοντες υπό αίρεση. Σύμφωνα με τα παραπάνω συνιστούν «απειλή», και ως εκ τούτου η πολιτική που δικαιολογείται είναι η επέκταση του ελέγχου και της επιτήρησης. Έτσι, οι αιτούντες άσυλο υπόκεινται σε διάφορες διαδικασίες που αφορούν την ποινικοποίηση, ένδειξη αναδιάρθρωσης της κρατικής διακυβέρνησης σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από τη μετατόπιση ή την αποδιάρθρωση της εδαφικής ακεραιότητας13. Τόσο σε επίπεδο κρατών όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης οι παραπάνω πολιτικές ελέγχου των ροών των ξεριζωμένων ή εκτοπισμένων ανθρώπων είναι η μια όψη του νομίσματος· η άλλη όψη του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις πολιτικές ασφάλειας των συνόρων μέσα από την εφαρμογή τακτικών «φιλτραρίσματος» των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών. Όλα όσα αναφέρθηκαν αποτελούν μέρος της στρατηγικής ενός οικοδομήματος που δεν επιδιώκει απλώς οι κινήσεις του να έχουν άμεσο αντίκτυπο στους πληθυσμούς σε κίνηση, αλλά επιπλέον εφαρμόζει πολιτικές πειθάρχησης, ελέγχου και εκμετάλλευσης με αποδέκτες φτωχά στρώματα και κοινωνικές ομάδες στο εσωτερικό της Ένωσης, επιδρώντας επομένως σε ευρύτερες κοινωνικές σχέσεις.
Ενδεχομένως, όσοι δεν έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με το σύστημα χορήγησης ασύλου να σχηματίσουν εκ πρώτης όψεως μια γενική αντίληψη ότι αυτό σχετίζεται με μια μορφή νομικών διευθετήσεων και διακατέχεται από ένα πνεύμα «προστασίας» απέναντι στους βίαια ξεριζωμένους ανθρώπους. Ωστόσο η έννοια της προστασίας ενέχει ασάφειες. Ανάμεσα στην «εσωτερική προστασία», που παρέχεται από τα έθνη-κράτη, και στη «διεθνή προστασία», που υπάγεται στις οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, υπάρχει ένα χάσμα καθώς τα πρώτα ερμηνεύουν τις δικές τους προστατευτικές υποχρεώσεις χώρια από τις πρακτικές των ανθρωπιστικών οργανώσεων14. Από την άλλη, ανεξάρτητα από την παραπάνω διάσταση η διαδικασία χορήγησης ασύλου αποτελεί ένα βασικό παράγοντα για τον έλεγχο των πληθυσμών σε κίνηση και των ευρωπαϊκών συνόρων επειδή μέσω αυτής πραγματοποιείται η securitization15, που σκοπεύει στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών. Επομένως, εφαρμόζεται μάλλον μια πολιτική προστασίας των συνόρων της Ευρώπης παρά μια πολιτική προστασίας των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνδυνο. Ο έλεγχος πραγματοποιείται εφόσον ο γραφειοκρατικός μηχανισμός θέτει σε εφαρμογή μέτρα, τεχνολογίες και εργαλεία που εξετάζουν λεπτομερώς το ποιόν του κάθε ανθρώπου που επιδιώκει να σκαρφαλώσει τις πύλες της «Ευρώπης-φρούριο». Φαίνεται ότι για ακόμη μια φορά επιβεβαιώνεται στην πράξη ότι οι βασικές αρχές της γραφειοκρατίας δεν θα μπορούσαν να μη διέπουν και την Υπηρεσία Ασύλου ως μια μορφή δημόσιας υπηρεσίας, που στην εμβέλεια της επιρροής της εισέρχονται όχι μόνο οι άνθρωποι που ανήκουν σε ένα έθνος-κράτος, δηλαδή οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτή την υπηρεσία, αλλά και το ίδιο το αντικείμενο της εργασίας και της μελέτης τους, με άλλα λόγια οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι αιτούντες άσυλο που με τη σειρά τους περνούν από τον έλεγχό της και υπόκεινται στην κυριαρχία της. Η ίδια η υπηρεσία είναι αρμόδια να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, αλλά ταυτόχρονα και να τους καταστείλει ή να τους αποκλείσει16. Από αυτή την οπτική γωνία ο ρόλος που επιτελεί η γραφειοκρατία είναι να πλαισιώνει και να επιτελεί την ίδια την ιδεολογία του ελέγχου και της ασφάλειας.
Σε σχέση με τις πρόσφατες προσφυγικές ροές στην Ευρώπη –ένα φαινόμενο που έλαβε χώρα κυρίως στα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου το 2015-2016– φάνηκε ξεκάθαρα ο ρόλος που ανέλαβαν τόσο οι (κρατικοί) τοπικοί όσο και οι ευρωπαϊκοί επίσημοι μηχανισμοί για τον έλεγχο και την επιτήρηση των ροών, κυρίως μετά τη συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016. Αυτή η περίοδος ήταν καθοριστική προκειμένου οι πληθυσμιακές ροές να υπαχθούν στρατηγικά στη διαδικασία χορήγησης ασύλου17, πράγμα που συνέβαλε στον εξαντλητικό γεωγραφικό έλεγχο των πληθυσμών σε κίνηση. Φαίνεται ότι αρχικά διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο άκρατου ανθρωπισμού, αμέριστης βοήθειας και προσφοράς σε όλο το φάσμα των πληθυσμιακών ροών και σε όλους τους τόπους, είτε στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου είτε στην ηπειρωτική χώρα, γεγονός που ενεργοποίησε ένα μεγάλο σώμα εθελοντών από διάφορες χώρες, αλληλέγγυους, επαγγελματίες ανθρωπιστές, απλούς ανθρώπους18, ακόμη και εκείνους που δεν έχασαν την ευκαιρία να κάνουν τον δικό τους «κινηματικό τουρισμό». Αυτό το πλαίσιο όμως το διαδέχθηκε μια επόμενη φάση, αυτή της θεσμικής διαχείρισης κατά την οποία οι κρατικοί και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που σχετίζονται άμεσα με το σύστημα χορήγησης ασύλου (όπως το EASO) σε συνδυασμό με το φάσμα του θεσμικού ανθρωπισμού (ΜΚΟ) ανέλαβαν δράσεις με σκοπό την υπαγωγή των ροών σε κανόνες, ελέγχους και διευθετήσεις καθημερινών ζητημάτων.
Ωστόσο, ο βασικός σκοπός αυτής της μετάβασης ήταν να σταλεί στους προσφυγικούς πληθυσμούς το μήνυμα ότι οι διάδρομοι προς την Ευρώπη είναι πλέον κλειστοί – κρατώντας βέβαια την ίδια στιγμή ελεγχόμενα ανοικτή τη «στρόφιγγα» των ροών. Αυτό σημαίνει ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα κράτη δεν μπορούν να προβούν στον ολοκληρωτικό έλεγχο και στην απαγόρευση εισόδου στα ευρωπαϊκά σύνορα, αν δεν επιθυμούν να διαταράξουν την δική τους εικόνα, αυτή δηλαδή των κρατών που εγγυώνται δημοκρατικές αρχές με γνώμονα τον σεβασμό των βασικών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και την τήρηση των διεθνών τους υποχρεώσεων. Αυτός ο παράγοντας συμβάλλει στο να διατηρηθεί ένα σύστημα χορήγησης ασύλου που παραχωρεί κάποια δικαιώματα σε μικρό αριθμό αιτούντων άσυλο πανευρωπαϊκά19.
Το ζητούμενο είναι πώς αποτυπώνεται η παραπάνω πολιτική στην καθημερινότητα των ίδιων των ανθρώπων όταν βρίσκονται μπροστά στον/στην υπάλληλο της Υπηρεσίας Ασύλου. Γι’ αυτό έχει σημασία να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε με ποιον τρόπο οι κρατικοί θεσμοί φιλτράρουν τα αιτήματα ασύλου, με ποιες πρακτικές και εργαλεία θυματοποιούν τους αιτούντες άσυλο, τι πνεύμα διέπει τις αποφάσεις της Υπηρεσίας Ασύλου στον πρώτο βαθμό και των Επιτροπών Προσφυγών στο δεύτερο βαθμό.20
Αποφάσεις επί των αιτημάτων χορήγησης ασύλου
Στη διαδικασία για την απόκτηση του ασύλου το βασικό αξιοπερίεργο και παράδοξο –με βάση την προσωπική εμπειρία του γράφοντος– ήταν ότι εκείνες οι ελάχιστες σελίδες της απόφασης, διαχωρισμένης σε κεφάλαια, επιδίωκαν να συμπεριλάβουν σχεδόν όλη την εμπειρία του ξεριζωμού, τα προσωπικά και συλλογικά βιώματα των ανθρώπων, τις δυσκολίες και τις απειλές που βίωναν στις χώρες τους, το ευρύτερο πλέγμα των δικών τους συγγενικών, οικογενειακών σχέσεων που κάθε φορά συμβάλλουν στην απόφαση των ατόμων να πάρουν ένα τέτοιο ρίσκο, τα βάσανα του ταξιδιού με όλο το οικονομικό βάρος που αυτό συνεπάγεται. Τα αιτήματα ασύλου όλων των αιτούντων άσυλο, με τους οποίους είχα έρθει σε επαφή, είχαν απορριφθεί σε πρώτο ή και σε δεύτερο βαθμό.
Κατ’ αρχάς, σχετικά με την Υπηρεσία Ασύλου θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι δεν είναι αποκλειστικά και μόνο προϊόν κάποιου συγκεκριμένου εθνικού κρατικού μηχανισμού. Υπάγεται σε διεθνικούς κανονισμούς και κατευθυντήριες οδηγίες, αντλεί τα εργαλεία της από διεθνείς θεσμούς με αντικείμενο ενασχόλησης τους πληθυσμούς σε κίνηση, αποκτά (και αναπαράγει) από τα ευρωπαϊκά κέντρα μελετών τη γνώση και τις πληροφορίες που τα τελευταία παράγουν για αυτούς, για την κατάσταση στη χώρα τους και για τους συγκεκριμένους λόγους που επικαλείται ένας αιτών άσυλο την ώρα της συνέντευξης.
Διαβάζοντας προσεκτικά όλες τις αποφάσεις σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, η πρώτη ενδιαφέρουσα παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς είναι το γεγονός ότι οι χειριστές των υποθέσεων, για να τεκμηριώσουν τις αποφάσεις τους επιστημονικά και μεθοδολογικά, είχαν αντλήσει πληροφορίες και γνώση από πηγές και εγχειρίδια, εκθέσεις και συνέδρια ή από ήδη υπάρχουσες δικαστικές αποφάσεις άλλων δυτικών Αρχών21. Για παράδειγμα, σε σχέση με τους Πακιστανούς που επικαλούνται τις κτηματικές διαφορές ως αιτίες εκτοπισμού από τους τόπους τους, οι πηγές των χειριστών αναφέρονταν στις εκθέσεις των κέντρων τεκμηρίωσης των ευρωπαϊκών χωρών, στις εκθέσεις διεθνών οργανισμών, αλλά όχι σε μελέτες ή σε αναλύσεις –δημοσιευμένες σε έγκυρα περιοδικά– επιστημόνων που κατάγονται από το Πακιστάν, ζουν και δραστηριοποιούνται εκεί. Το θέμα είναι ότι τέτοιου ίδιους ζητήματα αναλύονται με μεγαλύτερη σαφήνεια και εγκυρότητα από μελετητές οι οποίοι ανήκουν στο ίδιο πολιτισμικό περιβάλλον και έχουν κατά τεκμήριο μια καλύτερη εικόνα του πολιτισμικού υπόβαθρου, του βάρους, της σημασίας και των κοινωνικών διαστάσεων του προβλήματος σε αντιδιαστολή με τις μελέτες που γίνονται από την ευρωπαϊκή διανόηση22. Κατά συνέπεια παράγεται και αναπαράγεται από τον ευρωπαϊκό επιστημονικό χώρο συγκεκριμένη γνώση για τους «άλλους» λαούς – στην προκειμένη περίπτωση γνώση για τους Πακιστανούς αιτούντες άσυλο, για τη σημασία και για το εύρος των προβλημάτων στη χώρα τους, στοιχεία που εκείνοι επικαλούνται. Μήπως στο σημείο αυτό υπάρχει μια τάση δυτικοκεντρισμού σε επίπεδο παραγωγής μιας τέτοιας γνώσης, γεγονός που συνδέεται με τη θεσμική περιθωριοποίηση των αιτούντων άσυλο, οδηγώντας ενδεχομένως και μαζί με άλλους παράγοντες σε αυτήν;
Σχεδόν σε όλες τις αποφάσεις επί αίτησης διεθνούς προστασίας μια από τις βασικότερες πηγές είναι το Home Office: Country Information and Guidance23, το οποίο μέσα από δημοσιεύσεις εκθέσεων ανά χώρα καταγωγής εκδίδει οδηγίες που αποτελούν την πηγή των δεδομένων για τους χειριστές του βρετανικού συστήματος ασύλου. Οι εκθέσεις περιλαμβάνουν διάφορες οδηγίες και πληροφορίες για τις χώρες των ανθρώπων που υποχρεούνται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, για τις αιτίες που –βάσει πιθανοτήτων– αναμένεται να επικαλεστούν αυτοί προκειμένου να υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα, κατηγοριοποιώντας τους σε ομάδες υψηλού κινδύνου (risk profiles). Με άλλα λόγια παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής και ταυτόχρονα παράγουν οδηγίες προς τους υπαλλήλους (caseworkers) που εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία χορήγησης ασύλου για το πώς να χειριστούν συγκεκριμένα αιτήματα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται τα δεδομένα και το κατά πόσο οι ισχυρισμοί του αιτούντος άσυλο είναι πιθανό να δικαιολογήσουν τη χορήγησή του. Επίσης, σύμφωνα με αυτόν τον οδηγό, λαμβάνονται υπόψη η αξιοπιστία των πληροφοριών, η ακρίβεια και η αντικειμενικότητά τους χρησιμοποιώντας πηγές που διασφαλίζουν την εγκυρότητα των στοιχείων24. Με την επεξεργασία λοιπόν ενός τέτοιου υλικού και μέσα από τέτοιες διαδικασίες, όπως αυτές που περιγράφτηκαν παραπάνω, οι συγκεκριμένοι κρατικοί φορείς παράγουν, υποτίθεται, έγκυρη και αντικειμενική γνώση για τις συνθήκες, τη ζωή και τα προβλήματα που υφίστανται οι άνθρωποι, για παράδειγμα, στο Πακιστάν.
Η παραπάνω διάσταση μπορεί να αναλυθεί υπό το πρίσμα της φουκωικής αντίληψης σύμφωνα με την οποία η παραγωγή της γνώσης είναι αλληλένδετη με την άσκηση της εξουσίας. Για την ακρίβεια, η εξουσία δεν νοείται ξεχωριστά από τη γνώση, αποτελούν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η εξουσία και οι σχέσεις εξουσίας διαχέονται σε όλο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και, για να εδραιωθούν και να σταθεροποιηθούν, έχουν την ανάγκη παραγωγής, συσσώρευσης και κυκλοφορίας του λόγου25. Μέσα από αυτές τις νέες προσεγγίσεις τίθεται το ζήτημα της σχέσης της εξουσίας και του λόγου ως ενός βασικού παράγοντα που αποκρυσταλλώνει και διαμορφώνει την έννοια της Αλήθειας, της μακροφυσικής και μικροφυσικής της εξουσίας σε σχέση με την υποκειμενικότητα. Η κριτική σκέψη του Foucault πάνω στο ζήτημα του διανοητικού λόγου έθεσε τον προβληματισμό σε σχέση με τις κατηγορίες και τις ταξινομήσεις που πηγάζουν από την ακαδημαϊκή σκέψη ως έναν συγκεκριμένο συλλογισμό που ταξινομεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και το ανθρώπινο σώμα. Έτσι, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αντίληψη για τους «άλλους» λαούς είναι από μόνη της μια κατασκευή του δυτικού διανοητικού λόγου συνδεδεμένη με μια σειρά από εξουσιαστικές σχέσεις. Αυτή η ανάλυση άσκησε επιρροή στον Edward Said, ο οποίος τονίζει τον βαθμό και τους μηχανισμούς με τους οποίους η γνώση, όπως αυτή παράγεται και αναπαράγεται από την ευρωπαϊκή διανόηση, είναι στην ουσία εξουσία που επηρεάζει και επεκτείνεται στους μη ευρωπαϊκούς λαούς. Σε αυτό το πλαίσιο του προβλήματος βρισκόμαστε στα ίχνη από τα κατάλοιπα της αποικιοκρατίας και στην αυγή της νέας αποικιοκρατίας που αφορά έμμεσα και τους θεωρητικούς επιστημονικούς κλάδους. Η σκέψη του Said συμβάλλει στο να κατανοήσουμε πώς ο Οριενταλισμός ως ένας συγκεκριμένος τρόπος διανοητικής σκέψης διέπεται από επιστημολογικές διακρίσεις μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης. Μέσα από τις περιγραφές και τις μελέτες ενός σώματος διανοούμενων «έχει αποδειχθεί η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης ως αφετηριακό σημείο για την επεξεργασία θεωριών, επών, μυθιστορημάτων, κοινωνικών περιγραφών και πολιτικών επισκοπήσεων αναφορικά με την Ανατολή, τους ανθρώπους της, τις συνήθειες, το πνεύμα, το πεπρωμένο κτλ26». Ο βασικός παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε αυτήν τη συνάρτηση είναι ο ακαδημαϊκός λόγος και αυτός της διανόησης γενικότερα, ο οποίος πραγματεύεται την κοινωνική ζωή και διαμορφώνει απόψεις για τον τρόπο ζωής και τα πολιτικά συστήματα, απόψεις προκατειλημμένες, υποτιμητικές και ανεύθυνες27. Με αυτό το σκεπτικό, η Υπηρεσία Ασύλου και όσοι βρίσκονται στην παραγωγή των αποφάσεων για τους «άλλους» ανθρώπους, εκείνους που έχουν έρθει από τις χώρες της Μέσης Ανατολής, της Νότιας Ασίας και της Αφρικής, κρίνουν και ζυγίζουν την ζωή των «άλλων», τους ταξινομούν σε κατηγορίες όπως πρόσφυγας, αιτών άσυλο, μετανάστης, μέσα από τον ερευνητικό φακό μίας άλλης υπηρεσίας, ευρωπαϊκής, η οποία αποτελεί το «μάτι της εξουσίας». Δεν είναι τυχαίο ότι το Home Office, τις εκθέσεις του οποίου επικαλούνται όλες οι αποφάσεις που λαμβάνει υπόψη το παρόν κείμενο, αποτελεί βρετανική υπηρεσία, υπαγόμενη σε ένα κράτος με ηγεμονική θέση στο παγκόσμιο πολιτικό στερέωμα.
Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η δομή των αποφάσεων της ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου στο τμήμα της ίδιας της αφήγησης του υποκειμένου. Σε αυτό το σημείο το ζήτημα παίρνει ηθικές διαστάσεις καθώς αφορά την αξιοπιστία του αιτούντος άσυλο. Η αξιοπιστία βασίζεται σε δυο παράγοντες, βάσει των οποίων μπορεί η Υπηρεσία Ασύλου να κρίνει ότι ένα αίτημα πάσχει από έλλειψη του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού. Ο πρώτος αφορά τις εσωτερικές ασυνέπειες ή αντιφάσεις στην ιστορία που επικαλείται ο αιτών, ο δεύτερος αφορά τις εξωτερικές ασυνέπειες, δηλαδή ασυνέπειες ανάμεσα σε πραγματικά γεγονότα και στα αντικειμενικά στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής, και επηρεάζει την εκτίμηση της αληθοφάνειας ή της αλήθειας των ισχυρισμών28. Η απόφαση αποτελείται από δύο βασικά μέρη. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στους ισχυρισμούς του αιτούντος άσυλο κατά την συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας. Σε αυτό το πλαίσιο ο αιτών καλείται να δηλώσει τα προσωπικά του στοιχεία, στοιχεία για την οικογενειακή κατάσταση, την εκπαίδευση, την κατάσταση της υγείας του, το θρήσκευμα, τους συγγενείς του και τα μέρη όπου αυτοί βρίσκονται. Στη συνέχεια, πάλι σε αυτό το κεφάλαιο, αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τα προβλήματα, οι απειλές και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει εκεί αλλά και όσοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ελλοχεύουν στο ενδεχόμενο να επιστρέψει στη χώρα του. Στο δεύτερο μέρος καταγράφεται η αξιολόγηση των ισχυρισμών. Σε αυτό αρχικά γίνεται η εκτίμηση της γενικής αξιοπιστίας ή της εσωτερικής αξιοπιστίας που αφορά την προθυμία και την συνεργασία ή μη του/της αιτούντος/σας άσυλο και κρίνεται αν τα λεγόμενα χαρακτηρίζονται από συνεκτικότητα, συνέπεια, συνοχή, σαφήνεια ή από ασάφειες και αντιφάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο κάποιες αποφάσεις αναφέρουν: «Σε γενικές γραμμές ήταν συνεργάσιμος και πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Ωστόσο, οι δηλώσεις του δεν χαρακτηρίζονται από συνεκτικότητα και συνοχή. Υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις», «…η αφήγησή του υπήρξε συνεκτική, σαφής και συνεπής στην σειρά των γεγονότων», «στην αφήγησή του εκτιμάται ότι αναφέρθηκε συγκεκριμένα και με επάρκεια στην προσωπική και οικογενειακή του ζωή και παρείχε σαφείς πληροφορίες σχετικά με….», «Ο αιτών δεν υπήρξε επαρκώς αναλυτικός στις σχετικές περιγραφές του αναφορικά με την …».
Η συνέχεια αφορά την εξωτερική αξιοπιστία που προκύπτει από τη διασταύρωση των δεδομένων και των πληροφοριών με όσα συμβαίνουν στη χώρα καταγωγής. Έτσι, φαίνεται ότι η αξιοπιστία στο νομικό σύστημα χορήγησης ασύλου είναι έννοια βασική στην όλη διαδικασία. Στις αποφάσεις που λήφθηκαν υπόψη για το παρόν κείμενο, στο τελευταίο μέρος, όπου αναφέρεται η νομική βάση για την υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς επικουρικής προστασίας, συνυπολογίζονται η εσωτερική και η εξωτερική αξιοπιστία και εκτιμάται αν ο φόβος της απειλής στη χώρα καταγωγής ευσταθεί ή όχι. Για παράδειγμα αναφέρουν: «Ο φόβος του αιτούντος ότι θα κινδυνεύει από…σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του δεν εκτιμάται ως βάσιμος και δικαιολογημένος», «Ο αιτών κρίνεται εν μέρει αναξιόπιστος», «…δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός κινδυνεύει να υποστεί, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του…», «Ο φόβος του δεν θεωρείται βάσιμος και δικαιολογημένος…», «Γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντα σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία. Δεν γίνονται δεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτούντος σχετικά με τις απειλές που δεχόταν από …», «Δεν προκύπτουν ουσιώδεις λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι αυτός κινδυνεύει να υποστεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής σοβαρές βλάβες», «Δεν πιθανολογείται εύλογα μελλοντικός φόβος δίωξης αυτού σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του…».
Με βάση τα παραπάνω το ζητούμενο είναι να ξέρουμε ποιος μπορεί να κρίνει αν μια πληροφορία είναι αντικειμενική ή όχι. Πώς μπορεί αυτό να επιβεβαιωθεί και να τεκμηριωθεί με στοιχεία, όπως το απαιτεί η νομική διαδικασία; Έχουν άραγε οι συντάκτες/κτριες αυτών των αποφάσεων την απαιτούμενη ενσυναίσθηση ώστε να εισχωρήσουν σε βάθος στην πραγματικότητα που χαρακτηρίζει τις χώρες των αιτούντων άσυλο; Υπήρξαν μήπως αυτόπτες μάρτυρες των απειλών που εκείνοι βίωναν; Αυτή η διάσταση του ζητήματος μας δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση ότι οι αποφάσεις διαπνέονται από ένα πνεύμα προκατάληψης και μη κατανόησης, καθώς από τη μια συνδέουν τη διαδικασία της αξιοπιστίας με την «πραγματική αλήθεια» –γεγονός που συσκοτίζει τη διάκριση μεταξύ της αξιοπιστίας και των αποδεδειγμένων στοιχείων– και από την άλλη υπάρχει ήδη ένα διαμορφωμένο ιδιαίτερο περιβάλλον στη διαδικασία, ειδικά όταν οι αιτούντες άσυλο προέρχονται από πολιτισμικό περιβάλλον και υπόβαθρο διαφορετικό από εκείνο των υπαλλήλων30. Είναι γεγονός ότι οι αιτούντες άσυλο καλούνται να αποδείξουν τον κίνδυνο και τις απειλές που υφίστανται στην χώρα τους, ωστόσο από τη στιγμή που δεν έχουν τη δυνατότητα να το τεκμηριώσουν με έγγραφα, οι αποφάσεις εξαρτώνται, όπως είπαμε προηγουμένως, από τις εκτιμήσεις των θεσμών που παράγουν λόγο για την κατάσταση στη χώρα τους. Από τη στιγμή που η εκτίμηση αξιοπιστίας είναι αρκετή και δεν απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικών εγγράφων, καθώς εννοείται πως οι άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει τις εστίες τους με εσπευσμένες διαδικασίες δεν έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν έγγραφα που να αποδεικνύουν με λεπτομέρειες όχι μόνο τα προσωπικά στοιχεία αλλά και τις απειλές που δέχονται, το πλέγμα της διαδικασίας της εκτίμησης της αξιοπιστίας ενδέχεται να διέπεται από αυθαιρεσία και προκατάληψη. Το πολιτισμικό χάσμα και το διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο συσχετιζόμενα με την επιρροή του θεσμού που έχει λόγο για την αξιολόγηση της κατάστασης στις χώρες των αιτούντων άσυλο αποτελούν βασικούς παράγοντες ενίσχυσης του προβληματισμού γύρω από την ορθότητα και το ακριβοδίκαιο των αποφάσεων· ούτε οι άμεσα εμπλεκόμενοι υπάλληλοι ούτε ο θεσμός μπορούν να μας παρέχουν μια πλήρη εικόνα για το εύρος των προβλημάτων, των καταστάσεων και των απειλών που υφίστανται οι άνθρωποι στις χώρες τους, με αποτέλεσμα να παραγνωρίζουν τη σημασία που έχει για έναν άνθρωπο η αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας.
Σημείωση: Αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς τη συμβολή των αιτούντων άσυλο με τους οποίους βρεθήκαμε, επικοινωνήσαμε, ζήσαμε από κοινού στιγμές· μοιράστηκαν μαζί μου τις δικές τους ανησυχίες, τις στεναχώριες, τα προβλήματα που βίωσαν και εξακολουθούν να βιώνουν ακόμη και σήμερα. Τους ευχαριστώ από καρδιάς για την εμπιστοσύνη τους. Επίσης ευχαριστώ ιδιαίτερα τη δικηγόρο Αγγελική Σεραφείμ για τις χρήσιμες συμβουλές και τα σχόλιά της πάνω σε θέματα που αφορούν τη διαδικασία χορήγησης ασύλου αλλά και γενικότερες νομικές διαδικασίες.
* Ο Ερβίν Σέχου είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου (επικοινωνία μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης : ervinshehu@yahoo.gr, ervinshehu@sa.aegean.gr)