Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2024

Η Αριστερά απέναντι στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια

Δεν βόσκει κανείς ατιμώρητος στα λιβάδια της αστικής τάξης, δεν σπουδάζει ατιμώρητος στα πανεπιστήμιά της, δεν διαβάζει ατιμώρητος τα βιβλία της, δεν χρησιμοποιεί ατιμώρητος τις επιστήμες της… σχεδόν ανεπαίσθητα, καταπίνει το δηλητήριό της, παραλύει…”

Karin Struck, Ταξική Αγάπη  (Το απόσπασμα αυτό από το μυθιστόρημα της Κάριν Στρουκ, παρατίθεται ως κατακλείδα σε ομιλία του Ν. Πουλατζά με θέμα «Παιδεία και κοινωνικό περιβάλλον», που δόθηκε το Μάιο του 1975 στο ΕΜΠ. https://tvxs.gr/life-plus/paideia/paideia-kai-koinoniko-periballon-toy-n-poylantza-omilia-toy-prin-40-xronia/)


«Η βία της άκρας αριστεράς στα Πανεπιστήμια δεν είναι νορμάλ, είναι μια ζοφερή πραγματικότητα, κι ένας ακόμα από τους λόγους που η ανάγκη ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων είναι ακόμα πιο επιτακτική. Για να απαλλαγούμε από όλες αυτές τις νοοτροπίες. Με το νόμο αυτό, κάπου τελειώνει το τελευταίο άπαρτο κάστρο της άκρας αριστεράς στην Ελλάδα. Δεν τους έχει μείνει άλλο». (Α. Γεωργιάδης, συνέντευξη στον Status FM, 26/1/24) (2)

Το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου αποσπάσματος της συνέντευξης αυτής του Α.Γ. έγκειται στο γεγονός ότι ο αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος, με τη γνωστή έπαρση και το στυλ «να τα πούμε έξω από τα δόντια» που τον διακρίνει, εκστόμισε κάποιες αλήθειες, τις οποίες βεβαίως φρόντισε να τις διαστρέψει έτσι ώστε να είναι συμβατές με τις σκουριασμένες εμφυλιοπολεμικές ιδέες του. Ακόμα όμως κι έτσι, οι θέσεις αυτές αποκαλύπτουν κάποιες σχετικά άγνωστες αλλά και κρίσιμες πλευρές της αντιπαράθεσης σε σχέση με τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, και ως τέτοιες έδωσαν την αφορμή για τη γραφή αυτού του άρθρου. 

Αυτό που ομολογεί εμμέσως εδώ ο Α. Γ. χωρίς να το παραδέχεται ευθέως, είναι ότι ακόμα και σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την αρχική εισαγωγή των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού στην ελληνική πολιτική ζωή, προς τα τέλη της πρώτης κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ, και τη σταδιακή εμπέδωσή τους στο σώμα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, και τη διάχυσή τους σε όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος, μέχρι τη σημερινή απόλυτη κυριαρχία μιας ακραιφνώς νεοφιλελεύθερης ΝΔ, τα ελληνικά πανεπιστήμια απέχουν πολύ από το να συγχρονίζονται με τη γενική εικόνα. 

Πιστεύω ότι αυτό που εξοργίζει τον Α.Γ. δεν είναι κάποια μεμονωμένα περιστατικά βίας που μπορούμε να εντοπίσουμε στους πανεπιστημιακούς χώρους, προερχόμενα από αντιεξουσιαστικές ή άλλες ομάδες, και που σχεδόν πάντα έχουν χαρακτήρα απάντησης σε αυταρχικές κυβερνητικές ή πρυτανικές πρακτικές. Αυτό που τον εξοργίζει είναι μάλλον το γεγονός ότι ο συνολικός πολιτικός συσχετισμός μέσα στα ΑΕΙ, ακόμα και σε συνθήκες πλειοψηφικής κυριαρχίας  της ΔΑΠ, είναι τέτοιος που δεν επιτρέπει στα κυβερνητικά επιτελεία να προχωρήσουν στη συντριβή των αντιστάσεων που αναπτύσσονται διαχρονικά μέσα στα πανεπιστήμια, αν και σε διαφορετικές μορφές και κλίμακα, ανάλογα με τη γενικότερη συγκυρία. Με μια άλλη διατύπωση, θα λέγαμε ότι αυτό που εξοργίζει τον Α.Γ. είναι το γεγονός ότι ακόμα και αυτή η εύθραυστη ηγεμονία μιας κάποιας εκδοχής της αριστεράς που χαρακτήριζε το πανεπιστήμιο της μεταπολίτευσης (και η οποία πήγαζε πριν απ’ όλα από ένα μαζικό, έντονα πολιτικοποιημένο, και καταξιωμένο στη λαϊκή συνείδηση, φοιτητικό κίνημα) στο διάστημα των πενήντα χρόνων που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, ενώ έχει δεχτεί σοβαρά πλήγματα, αφού εν τω μεταξύ χρεωκόπησαν τα αντίστοιχα οράματα του σοβιετικού ή του κινέζικου «σοσιαλισμού», του ευρωκομμουνισμού, κτλ, δεν έχει (ακόμα) παραχωρήσει τη θέση της σε μια ηγεμονία των ιδεών του (νέο)φιλελευθερισμού, που μέσα στα Πανεπιστήμια παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανυπόληπτες.

Θα μπορούσε εδώ να ρωτήσει κανείς: είναι λοιπόν τόσο σημαντικό πρόβλημα αυτή η πάλαι ποτέ ηγεμονία των ιδεών της αριστεράς, της αμφισβήτησης, ή του φιλελευθερισμού μέσα στα πανεπιστήμια, μήπως δεν είναι το κύριο πρόβλημα η ποιότητα των παρεχόμενων γνώσεων, η αντιστοίχισή τους με τις «ανάγκες της οικονομίας και της κοινωνίας», και εν πάση περιπτώσει, με ποιον τρόπο η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων θα μπορούσε να οδηγήσει στην εξάλειψη κάθε ίχνους των ενοχλητικών αριστερών ιδεών μέσα στα ΑΕΙ, ή τέλος πάντων, στην άλωση του τελευταίου άπαρτου κάστρου της άκρας αριστεράς, κατά τον Α.Γ.;

Θα ξεκινήσουμε με το δεύτερο ερώτημα, για το οποίο η απάντηση είναι σχετικά εύκολη, παρ’ όλον ότι ο ίδιος ο Α.Γ. αποφεύγει να δώσει κάποια εξήγηση. 

Σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων δεν πρόκειται να οδηγήσει σε μείωση της κρατικής χρηματοδότησης της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης, ούτε και σε μείωση του αριθμού των εισακτέων φοιτητών /τριών. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός δήλωνε πρόσφατα ότι η αναβάθμιση και βελτίωση των δημόσιων πανεπιστημίων παραμένει πάντα μια από τις προτεραιότητές της κυβέρνησής του. 

Ωστόσο, έχουμε κάθε λόγο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι σε αυτές τις διαβεβαιώσεις. Οι εκθέσεις του Συμβουλίου διοίκησης του Μετσόβιου Πολυτεχνείου(3) και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κρήτης που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα δίνουν μια διαμετρικά αντίθετη εικόνα  σε σχέση με τις επίσημες διαβεβαιώσεις: οι κρατικές επιχορηγήσεις των δυο αυτών ΑΕΙ έχουν μειωθεί στη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας (2009-2024) σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, ενώ παράλληλα έχει μειωθεί σημαντικά ο αριθμός των διδασκόντων, του ερευνητικού προσωπικού, και των διοικητικών υπαλλήλων. Με σχετική βεβαιότητα μπορούμε να προβλέψουμε ότι με την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων η τάση αυτή δεν πρόκειται να αντιστραφεί. Εξ άλλου, ο ίδιος ο Α.Γ. που περηφανεύεται για το ότι δεν μασάει τα λόγια του, στην παραπάνω συνέντευξη μας εξηγούσε ότι «όταν κάποιος πρύτανης διαφωνήσει με την ηλεκτρονική διαδικασία των εξετάσεων των μαθημάτων και ταυτόχρονα αμυνθεί στο να φέρει την αστυνομία στο Πανεπιστήμιο για να αντιμετωπιστεί η κατάληψη, εκεί θα μπορούσε το Υπουργείο Παιδείας να διερευνήσει άλλους τρόπους διαχείρισης, όπως είναι το θέμα της χρηματοδότησης στο πανεπιστήμιο»(4). Η χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων από τον δημόσιο προϋπολογισμό γίνεται μ’ αυτό τον τρόπο μέσο πειθάρχησης των πρυτανικών αρχών και της πανεπιστημιακής κοινότητας συνολικά. Το ότι αυτό σημαίνει ουσιαστικά κατάλυση του αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ είναι βεβαίως άνευ ιδιαίτερης σημασίας για τον κ. Υπουργό. 

Αυτό που έχει για μας σημασία είναι να δούμε πώς εννοούν κάποιοι κυβερνητικοί τη διαπάλη των ιδεών και την ανατροπή των δυσμενών γι’ αυτούς ιδεολογικών συσχετισμών (στο βαθμό που αυτοί εξακολουθούν να υφίστανται, και όπου τέλος πάντων υφίστανται) μέσα στο Πανεπιστήμιο: Διαβάζοντας «μέσα από τις γραμμές», καταλαβαίνουμε ότι η ανατροπή αυτή, αφού όλες οι άλλες μέθοδοι (διαγραφές φοιτητών, Πανεπιστημιακή Αστυνομία, κλπ.) δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα μπορεί κατά τον Α.Γ. να προκύψει μέσα από τη συνεχή περιθωριοποίηση του δημόσιου Πανεπιστήμιου, την αδυναμία του να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό με τα μη κρατικά Πανεπιστήμια, και τη μέχρι στραγγαλισμό συρρίκνωση της κρατικής χρηματοδότησής του, στην περίπτωση μη συμμόρφωσής του προς τα φιλελεύθερα πρότυπα. 

Προκειμένου να απαντήσουμε στο πρώτο ερώτημα (γιατί είναι τόσο σημαντικό το ποιες ιδέες – επομένως και ποιες πρακτικές – ηγεμονεύουν μέσα στο Πανεπιστήμιο) θα πρέπει να προσφύγουμε σε κάποιες αναλύσεις, που ήταν πάντα μειοψηφικές στην αριστερά, και που σήμερα έχουν μάλλον παραδοθεί στη λήθη. Αναλύσεις που αναφέρονται στο ρόλο της εκπαίδευσης ως ιδιαίτερου μηχανισμού του αστικού κράτους, όπως και στις αντιθέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της από τον ίδιο το ρόλο που της ανατίθεται.

Ας θυμίσουμε λοιπόν ότι η εκπαίδευση αποτελεί έναν ιδιαίτερο (καθότι δομικά χωρισμένο από τη σφαίρα της παραγωγής και τους λοιπούς μηχανισμούς του αστικού κράτους) εξαιρετικά κρίσιμο για την αναπαραγωγή ενός σύγχρονου κοινωνικού σχηματισμού κρατικό μηχανισμό, με βασικό ρόλο τη δημιουργία ατόμων ικανών και πρόθυμων να στελεχώσουν τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί ο δεδομένος κοινωνικός καταμερισμός εργασίας. Σε μια καπιταλιστικά οργανωμένη οικονομία και κοινωνία, όπως η σημερινή ελληνική, ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας μορφοποιείται σε μια ιεραρχική δομή οργανωμένη κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η αναπαραγωγή σχέσεων ταξικής εξουσίας και εκμετάλλευσης. Προκειμένου λοιπόν να προετοιμαστούν οι μικροί μαθητές να στελεχώσουν τις θέσεις εργασίας που τους περιμένουν στην έξοδό τους από το σχολικό μηχανισμό, θα πρέπει να εξοπλιστούν τόσο με τις κατάλληλες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες που απαιτεί η συγκεκριμένη θέση (αλλά και οι παρόμοιες που θα κληθούν να υπηρετήσουν στη διάρκεια του επαγγελματικού τους βίου), όσο και με τις αντίστοιχες ιδέες και συμπεριφορές που είναι απαραίτητες για την άσκηση των καθηκόντων που πηγάζουν από τη δεδομένη θέση(5).

Έτσι λοιπόν, αυτοί που προορίζονται να στελεχώσουν τις κατώτερες θέσεις στην πυραμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας θα πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι στις αξίες της πειθαρχίας, του σεβασμού των ανωτέρων, της τήρησης των υποχρεώσεών τους, όπως επίσης να αποδέχονται ως φυσική και αυτονόητη την υφιστάμενη κοινωνική τάξη πραγμάτων, τον καταμερισμό εργασίας σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους, σε χειρώνακτες και πνευματικά εργαζόμενους, κοκ. Ιδανικά, τα άτομα αυτά θα πρέπει να μάθουν να εκτιμούν την αξία της χειρωνακτικής εργασίας και τους καρπούς των κόπων τους, να είναι ολιγαρκείς και ευτυχείς με τις πενιχρές απολαβές τους και ευγνώμονες απέναντι στον εργοδότη, την πατρίδα και το θεό τους. 

Αντίστοιχα, αυτοί που προορίζονται να καταλάβουν τις ανώτερες θέσεις της κοινωνικής ιεραρχίας θα πρέπει, εκτός από τις απαραίτητες τεχνικές γνώσεις, το κριτικό πνεύμα, την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών, να διαθέτουν και τα αναγκαία ηγετικά προσόντα της διοίκησης των υφισταμένων τους, πράγμα που σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογούν την εργασία τους, να επιβραβεύουν τους πιο αποδοτικούς, αλλά και να επιβάλουν ποινές σε όσους παραμελούν τα καθήκοντά τους ή υποκύπτουν σε πειθαρχικά παραπτώματα. Ιδανικά, θα πρέπει τα άτομα αυτά, να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις γνωστές «δύσκολες αποφάσεις», όταν πχ. θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στο συμφέρον του οργανισμού του οποίου φέρουν την ευθύνη, και το ατομικό συμφέρον κάποιων εργαζόμενων που σε μια καμπή της οικονομικής συγκυρίας θα κριθούν πλεονάζοντες και δυσβάστακτο φορτίο. 

Με δυο λόγια, τα άτομα που θα στελεχώσουν τις διάφορες θέσεις του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας θα πρέπει, εκτός των άλλων προσόντων τους, να είναι φορείς της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας , με τις ιδιαίτερες μορφές που εμφανίζεται αυτή ανάλογα με την ταξική θέση των υποκειμένων. Μάλιστα, έχουμε σοβαρούς λόγους να πιστεύουμε ότι η εγχάραξη της κυρίαρχης ιδεολογίας (του αρμόζοντος κώδικα συμπεριφοράς) στους εκπαιδευόμενους, τουλάχιστον της κατώτερης και της μέσης βαθμίδας, αποτελεί μια λειτουργία κρισιμότερη από τη μετάδοση των σχετικών γνώσεων. Σε πολλές δε περιπτώσεις, όπως πχ στο μάθημα των θρησκευτικών ή της (εθνικής) ιστορίας, όπου γνώσεις και μύηση σε κώδικα συμπεριφοράς είναι στοιχεία αξεδιάλυτα μεταξύ τους αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές: Αυτό που μένει από τα μαθήματα αυτά δεν είναι οι λεπτομέρειες της ιστορίας του έθνους ή της Καινής Διαθήκης, αλλά η διαμόρφωση χαρακτήρων θεοσεβούμενων και φιλοπάτριδων. 

Ακριβώς γι’ αυτό, ακριβώς δηλ. επειδή η κρίσιμη πλευρά της εκπαίδευσης είναι η εγχάραξη στα κεφάλια των εκπαιδευόμενων και η εμπέδωση της κυρίαρχης ιδεολογίας, είναι σωστό να μιλάμε, όπως πρότεινε ο Λ. Αλτουσέρ, για την εκπαίδευση ως ιδεολογικό μηχανισμό του κράτους. Και παραπέρα, να συνδέουμε την πιθανή δυσλειτουργία ή την κρίση του εκπαιδευτικού μηχανισμού με την αδυναμία του να μεταδώσει στον επιθυμητό βαθμό (και επομένως να αναπαράξει) στους εκπαιδευόμενους την κυρίαρχη ιδεολογία. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι μια τέτοια πιθανή αδυναμία του εκπαιδευτικού μηχανισμού ή τμήματός του δεν προκύπτει ως αποτέλεσμα κάποιων ατελειών ή ελλείψεων του, αλλά κατά βάση είναι αποτέλεσμα κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών συγκρούσεων που αναπτύσσονται εντός και εκτός της εκπαίδευσης, συγκρούσεων που οδηγούν στο να γίνεται ορατή στα μάτια των εκπαιδευόμενων η αναντιστοιχία μεταξύ κυρίαρχης ιδεολογίας και κοινωνικής πραγματικότητας. Οι κοινωνικές συγκρούσεις αποκτούν χαρακτήρα τροχοπέδης της ιδεολογικής λειτουργίας των εκπαιδευτικών μηχανισμών, δυσχεραίνουν δηλ. τη μετάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας στους εκπαιδευόμενους και με αυτή ακριβώς την έννοια μπορούμε να μιλάμε για κρίση της εκπαίδευσης. 

Αυτή ήταν η περίπτωση του ελληνικού Πανεπιστημίου της μεταπολίτευσης. Οι αντιδημοκρατικές δομές με την καθηγητική αυθεντία και τους επιμελητές – υπηρέτες, το ίδιο το συντηρητικό και σε μεγάλο βαθμό ανυπόληπτο, λόγω της συνεργασίας του με τη χούντα, καθηγητικό κατεστημένο, τα παλιομοδίτικα προγράμματα σπουδών, με τα άδεια αμφιθέατρα, σημάδι του μηδενικού ενδιαφέροντος των φοιτητών για το περιεχόμενο των παραδόσεων, αλλά και η γεροντοκρατία του τότε καραμανλικού καθεστώτος από τη μια μεριά, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το φοιτητικό κίνημα της εποχής και την αναζήτηση μιας «δημοκρατικής πορείας», σε ρήξη με το «αμαρτωλό παρελθόν».   

Οι διαδοχικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις των επόμενων χρόνων (ο «αστικός εκσυγχρονισμός, που ξεκίνησε η Καραμανλική δεξιά, και ολοκλήρωσε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ‘80) αποσκοπούσαν ακριβώς στην υπέρβαση αυτής της κρίσης του Πανεπιστημίου, στην αποκατάσταση της ιδεολογικής λειτουργίας του, και σε τελική ανάλυση, στην αποκατάσταση της ηγεμονεύουσας θέσης της κυρίαρχης ιδεολογίας μέσα στα ΑΕΙ. Από τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από εκείνα τα χρόνια, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι οι στόχοι αυτών των μεταρρυθμίσεων σε μεγάλο βαθμό επιτεύχθηκαν: δεν είναι μόνον ότι οι εκπρόσωποι της δεξιάς στους φοιτητικούς συλλόγους και τις συνελεύσεις έπαψαν να αποτελούν θλιβερές μειοψηφίες,  είναι πριν απ’ όλα ότι σε πολλές σχολές το κλίμα έχει ανατραπεί θεαματικά: για παράδειγμα, στις οικονομικές σχολές, καθώς απενοχοποιήθηκε κοινωνικά η επιδίωξη του επιχειρηματικού κέρδους και της  ατομικής καριέρας στον επιχειρηματικό τομέα, εμφανίστηκαν και έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή μαθήματα και κατευθύνσεις διοίκησης επιχειρήσεων, χρηματοοικονομικής διαχείρισης, κλπ., ενώ παράλληλα περιθωριοποιήθηκαν τα θεωρητικά μαθήματα με αναφορές στην κριτική της πολιτικής οικονομίας και τις σύγχρονες κριτικές θεωρίες(6).

Ωστόσο, η νίκη αυτή των καθεστωτικών δυνάμεων στα πανεπιστήμια δεν υπήρξε ποτέ πλήρης και οριστική. Οι εστίες αντίστασης και ριζοσπαστικοποίησης στα ΑΕΙ παρέμειναν ενεργές αν και σε λανθάνουσες συνήθως μορφές, τροφοδοτούμενες από υπόγεια κοινωνικά ρεύματα δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας.  Οι ίδιες οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις είχαν συχνά αντιφατικά αποτελέσματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της πολιτικής της μαζικοποίησης της ανώτατης εκπαίδευσης με τη δημιουργία νέων περιφερειακών ΑΕΙ και ΤΕΙ, η οποία από τη μια  εκτόνωνε τις προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων για πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και κοινωνική άνοδο, από την άλλη τροφοδοτούσε το νεολαιίστικο ριζοσπαστισμό, αφού η χαμηλού επιπέδου οργάνωση των νέων σχολών και τμημάτων, αλλά και η αγορά εργασίας που συναντούσαν οι νέοι πτυχιούχοι διέψευδε τις όποιες προσδοκίες.

Ισχυριζόμαστε ότι η πολιτική επιλογή της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων που πρωτοεμφανίστηκε την άνοιξη του 2006 με την ανακοίνωση της πρόθεσης αναθεώρησης του άρθρου 16, και που ουσιαστικά δεν αποσύρθηκε ποτέ από το προσκήνιο, αποτελεί τη μετεξέλιξη, σε συνθήκες κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, της ίδιας πολιτικής «εκσυγχρονισμού» (και επομένως, υπέρβασης της κρίσης) των Πανεπιστημίων που ακολούθησαν όλες οι αστικές κυβερνήσεις από το 1974 μέχρι σήμερα(7)

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η πολιτική αυτή δεν πήρε διαφορετικές μορφές στην πορεία του χρόνου, ανάλογα με τη συνολικότερη συγκυρία. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γ. Λιάνη, για παράδειγμα, με το Νόμο-Πλαίσιο του 1982, στόχευε στην αποκατάσταση της ιδεολογικής λειτουργίας των Πανεπιστημίων για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, κυρίως μέσω της ενσωμάτωσης των διάχυτων αιτημάτων εκδημοκρατισμού, της συμμετοχής των φοιτητών και των διοικητικών υπαλλήλων των ΑΕΙ στη διοίκησή τους, κλπ. Η πολιτική επιλογή της ίδρυσης ιδιωτικών Πανεπιστημίων στοχεύει, όπως διαφαίνεται και από τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το ζήτημα και ο Α.Γ., στην υπέρβαση της κρίσης μέσω της περιθωριοποίησης της παρουσίας του λαϊκού ριζοσπαστισμού μέσα στα Πανεπιστήμια, η οποία θα επέλθει ως αποτέλεσμα πολλαπλών συνδυασμένων δράσεων. Σαν τέτοιες μπορούμε να δούμε: 

  • τη συρρίκνωση του αριθμού των εισαγόμενων φοιτητών στις Σχολές,

  • την έμμεση υποβάθμιση της αξίας των πτυχίων των δημόσιων Πανεπιστημίων στην αγορά εργασίας μέσω της γενίκευσης των (ουσιαστικά ιδιωτικοποιημένων ελέω διδάκτρων) μεταπτυχιακών προγραμμάτων, 

  • την αναμόρφωση (για μια ακόμα φορά) της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης προκειμένου να εκτονωθεί σ’ αυτήν ένα μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης για ανώτατη ή απλά μεταλυκειακή εκπαίδευση(8), και τέλος, 

  • την αδειοδότηση της ίδρυσης Ιδιωτικών Πανεπιστημίων, που (ευσεβής πόθος των υποστηρικτών τους) θα πειθαναγκάσουν τα δημόσια Πανεπιστήμια μέσω του ανταγωνισμού να λειτουργήσουν σύμφωνα με τις «ανάγκες και την (τρέχουσα) ζήτηση της αγοράς εργασίας». 

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική της αδειοδότησης ιδιωτικών Πανεπιστημίων, όπως και η στρατηγική του νεοφιλελευθερισμού συνολικά, στοχεύει και σε μια αναδιάταξη των ταξικών συμμαχιών, μέσω του προσεταιρισμού μερίδας των λαϊκών στρωμάτων που προσβλέπουν σε κοινωνική ανέλιξη μέσω ενός πτυχίου με αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, για το οποίο είναι πρόθυμοι να καταβάλουν το ανάλογο οικονομικό τίμημα. Ας μην ξεχνάμε ότι καμιά από τις μεταρρυθμίσεις του νεοφιλελευθερισμού δεν θα είχε στεριώσει αν δεν είχε αποσπάσει τη συναίνεση τέτοιων μερίδων των μικροαστικών και των λαϊκών τάξεων.

Θεωρώ ότι η πιο πάνω κατανόηση της πολιτικής των ιδιωτικών Πανεπιστημίων είναι απολύτως βάσιμη, όχι γιατί κάτι τέτοιο ισχυρίζεται ο (συχνά παραληρηματικός) Α.Γ., αλλά κατ’ αρχήν γιατί έτσι έχουμε μια πολύ πιο πειστική ερμηνεία της επιμονής  της πολιτικής εξουσίας (της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ με κάποιες αμφιταλαντεύσεις) στη μεταρρύθμιση της αδειοδότησης των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, παρά τους γνωστούς πολιτικούς κλυδωνισμούς που παρήγαγε η αντιπαράθεση για το άρθρο 16 κατά την περίοδο 2006-7. Πράγματι, θα ήταν παράλογο να υποθέσουμε ότι όλος ο καυγάς γίνεται προκειμένου να εξυπηρετηθούν κάποιοι φιλικοί προς τη ΝΔ επιχειρηματίες που επιθυμούν να επενδύσουν στην ανώτατη εκπαίδευση, ή προκειμένου να ικανοποιηθούν κάποιοι ιεροφάντες του φιλελευθερισμού που θέλουν να δουν τον ανταγωνισμό δημοσίου – ιδιωτικού να εισβάλλει και στα ΑΕΙ. Το διακύβευμα, για το οποίο η πολιτική εξουσία επιστρατεύει για μια ακόμα φορά το σύνολο των εφεδρειών της, είναι πολύ κρισιμότερο: αφορά την οριστική εξάλειψη των εστιών αντίστασης στην ανώτατη εκπαίδευση, με τη διαμόρφωση ενός ριζικά νέου περιβάλλοντος απρόσκοπτης λειτουργίας της ως μηχανισμού μετάδοσης και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. Και, υπ’ αυτή την έννοια, αφορά τη μακροημέρευση της κυριαρχίας του συγκεκριμένου μπλοκ εξουσίας. 

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο αγώνας που έχουμε μπροστά μας δεν τελειώνει με μια ενδεχόμενη ψήφιση νόμου υπέρ των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, ούτε ακόμα και με μια πιθανή εγκατάσταση και λειτουργία τους. Το φοιτητικό κίνημα θα κριθεί στα επόμενα χρόνια (και) από την ικανότητά του να παρεμβαίνει στα πανεπιστημιακά πράγματα του δημόσιου Πανεπιστήμιου, να ανοίγει ρωγμές, να υπερασπίζεται τη δημοκρατική λειτουργία του, να οικοδομεί σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαλόγου με τα κοινωνικά κινήματα, και τελικά, σε πείσμα της στρατηγικής της νεοφιλελεύθερης αναμόρφωσής του, να «μπλοκάρει», με την έννοια που ορίσαμε πιο πάνω, τη λειτουργία του ως μηχανισμού διάδοσης και αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας, πράγμα που σε τελευταία ανάλυση σημαίνει: να βαθύνει την κρίση του



1 Το απόσπασμα αυτό από το μυθιστόρημα της Κάριν Στρουκ, παρατίθεται ως κατακλείδα σε ομιλία του Ν. Πουλατζά με θέμα «Παιδεία και κοινωνικό περιβάλλον», που δόθηκε το Μάιο του 1975 στο ΕΜΠ. https://tvxs.gr/life-plus/paideia/paideia-kai-koinoniko-periballon-toy-n-poylantza-omilia-toy-prin-40-xronia/

2 Αδωνις Γεωργιάδης: Ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων για να τελειώνουμε με την Αριστερά, https://left.gr/news/adonis-georgiadis-idrysi-idiotikon-panepistimion-gia-na-teleionoyme-me-tin-aristera

3 https://www.ntua.gr/el/news/announcements/item/3856-anakoinosi-tou-symvouliou-dioikisis-tou-emp

4 Α. Γεωργιάδης, στο ίδιο.

5 Για μια εκτεταμένη παρουσίαση των θεμάτων αυτών, βλ. Γ. Μηλιός, Εκπαίδευση και Εξουσία, 4η έκδοση, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1993, και Ανδ. Βλάχου, Επαναπροσδιορίζοντας τη διαδικασία της εκπαίδευσης στον καπιταλισμό, http://theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=331:category-331&catid=81&Itemid=113

6 Για την ανατροπή αυτή του ιδεολογικού κλίματος μέσα στα Πανεπιστήμια θα πρέπει να αναζητηθούν και οι ευθύνες του φοιτητικού κινήματος των χρόνων της πασοκικής διακυβέρνησης, που σε μεγάλο βαθμό αναλώθηκε σε μια άγονη υπερπολιτικοποίηση, εγκαταλείποντας το πεδίο της παρέμβασης στην ίδια την κρίση του Πανεπιστημίου. Ωστόσο, ένα τέτοιο ζήτημα ξεφεύγει από τους στόχους αυτού του σημειώματος. 

7 Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ενώ τόσο η μεταρρύθμιση Κουτσίκου, το 2006-7, όσο και η πιο πρόσφατη παρέμβαση με τη σύσταση της πανεπιστημιακής αστυνομίας το 2022, στόχευαν στην καταστολή του φοιτητικού ριζοσπαστισμού, τελικά το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να τον αναζωπυρώσουν… 

8 Η τεχνική – επαγγελματική εκπαίδευση, ένας ακόμα θεσμός του «εκσυγχρονισμού» της μεταπολίτευσης, ως επιλογή μετά την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, παίζει σημαντικό ρόλο στη σταθεροποίηση της εκπαίδευσης ως μηχανισμού κατανομής των εκπαιδευόμενων στις θέσεις που προβλέπει ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, αφού δημιουργεί πολύ νωρίς δυο «κυκλώματα» με διαφορετικό προορισμό για τους εκπαιδευόμενους, εξυπηρετώντας ουσιαστικά την αναπαραγωγή της ταξικής τους προέλευσης. Ωστόσο η αριστερά δεν διέκρινε ποτέ αυτή την κρίσιμη κοινωνική διάσταση του θεσμού της τ.ε.ε. 



Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024

Βιολογία, ΚΚΕ και Επανάσταση

 

         ΠΗΓΗ: https://pandiera.gr/        γράφει ο Μιχάλης Ρίζος   ΓΓ

Η σχέση βιολογικού-κοινωνικού είναι αντικείμενο φιλοσοφικής, οντολογικής και πολιτικής διαπάλης εδώ και αιώνες. Το τελευταίο διάστημα επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση και με διάφορες αφορμές (γάμος ομόφυλων ζευγαριών, παρένθετη κύηση, εμβόλια και πανδημία κλπ) δημιουργώντας αρκετές προκλήσεις και τριβές στα αριστερά και κομμουνιστικά κόμματα.

Εδώ θα κάνουμε μόνο μια μικρή αναφορά:

1) Ο άνθρωπος είναι και βιολογικό και κοινωνικό ον. Σε ενότητα και αντίθεση διαλεκτική ανάμεσα στη «διπλή φύση» του. Η κοινωνική του φύση, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, προέρχεται από την ικανότητα για παραγωγή-εργασία, συνειδητή δημιουργία με σχέδιο και σκοπό, που ωριμάζει μέσα από την ιστορική και διαρκώς κλιμακούμενη αλληλεπίδρασή του με το περιβάλλον, και είναι εκείνη που διακρίνει τους ανθρώπους από τα υπόλοιπα έμβια όντα.

2) Η κοινωνική ωρίμανση του ανθρώπου είναι μια δυναμική και συνεχώς μεταβαλλόμενη διαδικασία που επηρεάζει και τη βιολογία του, επεμβαίνοντας στον οργανισμό του μέσα από την κατάκτηση και εφαρμογή επιστημονικών γνώσεων. Μετασχηματίζει επομένως τη βάση από την οποία προέκυψε, την «πρώτη του φύση», υπερβαίνοντας ως ένα βαθμό και τα σχετικά όρια που αυτή θέτει.

3) Φυσικά, η κοινωνική εξέλιξη και οι κατευθύνσεις της προσκρούουν στα ταξικά όρια που θέτουν οι εκμεταλλευτικές κοινωνίες, ιδιαίτερα ο σύγχρονος ολοκληρωτικός καπιταλισμός, και που έχουν ως αποτέλεσμα να στρεβλώνουν τη σχέση κοινωνικού-βιολογικού, ατόμου-κοινωνίας, επιστήμης-εφαρμογής της, σε βάρος της εργατικής τάξης. Ακόμα και μεγάλες κατακτήσεις της σύγχρονης επιστήμης όπως πχ στον τομέα της τεκνοποίησης (υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, παρένθετη κύηση), έχουν μετατραπεί σε γενικευμένη εμπορευματική διαδικασία.

4) Η μεταφυσική, δογματική και όχι διαλεκτική προσέγγιση της σχέσης βιολογικού-κοινωνικού συνεπάγεται απολυτότητες υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς, κάποιες φορές με επικίνδυνες πολιτικές συνέπειες, που επανέρχονται στη σύγχρονη αντιπαράθεση. Είναι γνωστό ότι βασικό ιδεολογικό πυλώνα του ναζισμού αποτέλεσε η τερατώδης θεωρία περί βιολογικής ανωτερότητας της άριας φυλής που θα έπρεπε να εφαρμοστεί στο κοινωνικό πεδίο, για επιστροφή στις ρίζες της φυλετικής καθαρότητας. Το γεγονός ότι η κοινωνία και ο πολιτισμός διαμορφώθηκαν από τα (ιδιαίτερα) βιολογικά χαρακτηριστικά του προϊστορικού ανθρώπου, μπορεί να οδηγήσει στο ψευδές συμπέρασμα ότι τα κοινωνικά φαινόμενα ανάγονται στους βιολογικούς (και άρα γενετικούς) προσδιορισμούς του (βιολογικός αναγωγισμός).

Από την άλλη, η εντυπωσιακή διαδικασία της κοινωνικής εξέλιξης που αναπτύσσει φαινόμενα μοναδικά, που δεν υπάρχουν στην κοινωνική ζωή κανενός άλλου βιολογικού είδους, δίνει την ψευδαίσθηση πως ο πολιτισμός έχει μετασχηματίσει πλήρως την ανθρώπινη φύση, την έχει μηχανοποιήσει, και πως τελικά δεν έχει μείνει τίποτε το βιολογικό στο σύγχρονο άνθρωπο. Έχει γίνει ένα smart human being απόλυτα κοινωνικά καθορισμένο (κοινωνιολογικός αναγωγισμός). Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, τα πάντα είναι «κοινωνικές κατασκευές» (και κατά βάση προϊόντα υποκειμενισμού) μη υπαγόμενα σε αντικειμενικές τάσεις – νόμους κίνησης. Ο διαλεκτικός υλισμός καταργείται και τη θέση του παίρνει ο πραγματισμός.

5) Τόσο ο «βιολογικός» όσο και ο «κοινωνικός» αναγωγισμός ακριβώς επειδή εξετάζουν τα φαινόμενα απλοποιητικά και μηχανιστικά, δεν κατανοούν την έννοια της ανώτερης ποιοτικής σύνθεσης ως διαλεκτικό προϊόν μιας αντιφατικής διαδικασίας, που «είναι και δεν είναι», «μοιάζει και δεν μοιάζει» με το αρχικό δημιούργημα από το οποίο προέρχεται. Θεωρούν π.χ. ότι οι κοινωνίες είναι απλές προεκτάσεις της βιολογίας των ανθρώπων, δηλαδή της φυσιολογίας των οργάνων τους, δηλαδή των κυττάρων τους, δηλαδή του DNA τους, άρα και των γονιδίων τους. Κατ’ αυτούς τα παντοδύναμα γονίδια καθορίζουν τις κοινωνικές διαδικασίες και την κοινωνική μας θέση, είναι η μοίρα μας, το κατά πώς είμαστε πλασμένοι, το πιστοποιητικό αξιολόγησής μας (από εδώ προκύπτει π.χ. η άρνηση στο RNA εμβόλιο που θα διαταράξει την προαιώνια φύση μας). Έτσι η ευγονική μπαίνει κανονικά από το παράθυρο για τους νεογιάπηδες πραγματιστές (βλέπε απαράδεκτη θέση του νυν προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ για την κατά παραγγελία τεκνοποίηση), η θρησκεία, ο ιδεαλισμός και ο ανορθολογισμός από την πόρτα για τους φτωχούς.

6) Η ανθρώπινη φύση δεν είναι μόνο βιολογία και γονίδια (ευτυχώς!). Η τελευταία προσφέρει καθορισμένες δυνατότητες σε συγκεκριμένη φάση της οντολογικής εξέλιξης, αναγκαίες για να αποκτήσει ο άνθρωπος και την «κοινωνική» του φύση, απαραίτητες για μια ανώτερη κοινωνική οργάνωση. Ταυτόχρονα οι δυνατότητες αυτές τροποποιούνται από την κοινωνική παρέμβαση, και εξαιτίας της, ώστε τελικά η φύση του ανθρώπου να είναι διαδικασία μεταβαλλόμενη και όχι γραμμικά καθορισμένη. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα άβουλο ον, μια προγραμματισμένη μηχανή που δρα με βάση κάποιους κωδικούς. Δεν προσαρμόζεται μόνο στο περιβάλλον αλλά αντεπιδρά, επιχειρεί να το αλλάξει.

7) Για τη θεωρία του κοινωνιολογικού ανταγωνισμού, ο αποφασιστικός (για άλλους ο μοναδικός) παράγοντας που διαμορφώνει τον άνθρωπο είναι οι κοινωνικές επιδράσεις, η κοινωνική πραγματικότητα, γι’ αυτό και η μελέτη της ανθρώπινης ύπαρξης μπορεί να γίνει μόνο με όρους κοινωνιολογίας. Ο άνθρωπος γεννιέται tabula rasa, δίχως καμία ιδιαιτερότητα ως προς τη βιολογία του και είναι έτοιμος να δεχθεί με πανομοιότυπο τρόπο τα «αποτυπώματα» του κοινωνικού περιβάλλοντος, το είδος του οποίου είναι και το μόνο που θα καθορίσει, σε τελευταία ανάλυση, το χαρακτήρα και την προσωπικότητά του. Όμως ο άνθρωπος ως από την φύση του έλλογο και κοινωνικό ον είναι ήδη μια ενότητα της βιολογικής του ύπαρξης και της διαδικασίας αλληλεπίδρασης με τον κόσμο, που τον «εξανθρώπισε» και τον ξεχώρισε από το ζωικό βασίλειο, είναι ήδη μια ενότητα «βιολογικού-κοινωνικού».

8) Ο άνθρωπος δεν ανάγεται στη βιολογική του ολότητα ούτε όμως το βιολογικό στοιχείο εξαφανίζεται. Σύμφωνα με το σύντροφο Ευτύχη Μπιτσάκη (2003), «η κοινωνική φύση του ανθρώπου προϋποθέτει τη φυσική και τη βιολογική του ιδιαιτερότητα, και ταυτόχρονα τις υπερβαίνει».

9) Με βάση τις παραπάνω τοποθετήσεις, θεμελιώδεις για τον διαλεκτικό υλισμό, είναι ιδιαίτερα προβληματική η θέση του ΚΚΕ για το γάμο και την τεκνοθεσία των ομόφυλων ζευγαριών, όπως έγινε γνωστή σε πρόσφατη απόφαση της ΚΕ του, 26/1/2024.

Παραθέτουμε τη σύνοψή της: «Το ΚΚΕ είναι αντίθετο με τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, γιατί κατοχυρώνει γονεϊκότητα σε άτομα του ίδιου φύλου, οδηγεί στον αποκλεισμό είτε της μητρότητας, είτε της πατρότητας. Θεσμοθετεί τη διπλή γονική μητρότητα ή τη διπλή γονική πατρότητα αντίστοιχα. Η έννοια της διπλής ομόφυλης γονεϊκότητας στην ουσία αποκόπτει την έννοια της γονικής ευθύνης από την αντικειμενική κοινωνική και βιολογική βάση της».

Δηλαδή το ΚΚΕ υποστηρίζει όχι μόνο την αντικειμενική, αυστηρά βιολογική ύπαρξη των φύλων αλλά και την αντικειμενική έννοια της «μητρότητας» και της «πατρότητας». Αυτές όμως είναι συνδεδεμένες με τη μορφή που ο οικογενειακός δεσμός παίρνει σε κάθε κοινωνία. Διότι ξέρουμε ότι υπήρχαν κοινωνίες που ο «πατέρας» δεν υπήρχε (όχι με την έννοια του αντρικού φύλου γενικά, αλλά με την έννοια του κοινωνικού ρόλου στην ανατροφή του παιδιού) και τα παιδιά τα μεγάλωνε η κοινότητα. Και ότι «μητρότητα» και «πατρότητα» σαν αποκλειστική ιδιότητα δύο ακριβώς προσδιορισμένων βιολογικά ατόμων δεν είναι παρά η θεωρητική ένδυση των σημερινών οικογενειακών σχέσεων, που έχουν μπει σε κρίση. Το ΚΚΕ θεωρεί ότι «η αμφίπλευρη σχέση μητρότητας – πατρότητας προκύπτει από τη συμπληρωματική λειτουργία άνδρα – γυναίκας στη διαδικασία τεκνοποίησης».

Ταυτίζει δηλαδή τη γονεϊκή σχέση και ευθύνη με τη βιολογική σχέση της τεκνοποίησης. Κι αυτό τη στιγμή που υπάρχουν χιλιάδες παιδιά που μεγαλώνουν σε μονογονεϊκές οικογένειες ή έχουν υιοθετηθεί και μεγαλώνουν με τους μη βιολογικούς τους γονείς και επομένως ακόμα και αν έχουν σχέση «πατρότητας-μητρότητας» δεν έχουν καμία σχέση με την διαδικασία της τεκνοποίησης! Η θέση αυτή είναι απαράδεκτη, οπισθοδρομική και αντιδιαλεκτική. Αν ήταν η γονική ευθύνη να είναι απόρροια της βιολογικής σχέσης θα ήταν όλα τα παιδιά ευτυχισμένα.

10) Επιπλέον, η περιφρονητική αναφορά της θέσης του ΚΚΕ περί «γονέα 1 και γονέα 2», η υπεράσπιση της «μητρότητας» και «πατρότητας», οι συχνές αναλύσεις υπέρ της αξίας της παραδοσιακής πυρηνικής οικογένειας, οι υπογραμμίσεις του για τη βιολογία και τις «αντικειμενικές συνθήκες» αποτελούν εκδηλώσεις μιας βαθύτερης και πιο στρατηγικής πολιτικοθεωρητικής προσέγγισης. Στο δίπολο βιολογία-κοινωνική φύση του ανθρώπου τοποθετείται υπέρ της πρώτης, με την έννοια μιας αντικειμενικής κατάστασης που το κοινωνικό υποκείμενο σε μικρό βαθμό μπορεί να επηρεάσει.

11) Η γονική ευθύνη είναι ζήτημα βαθιά κοινωνικό. Η σημερινή οικογένεια είναι σε βαθιά κρίση παρότι κυριαρχεί η σχέση «πατρότητας-μητρότητας» γιατί από την μια οι γυναίκες παλεύουν, και σωστά, για τη χειραφέτησή τους από το κυρίαρχο μοντέλο των έμφυλων ρόλων και από την άλλη γιατί η σύγχρονη καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας, ο σφετερισμός του ελεύθερου χρόνου, οι ανταγωνιστικές και αλλοτριωτικές σχέσεις που εισβάλλουν παντού διαλύουν τους κοινωνικούς δεσμούς.

12) Όλο το ζήτημα για τους κομμουνιστές είναι να «απελευθερωθούν» οι ανθρώπινες σχέσεις από τα δεσμά του οικονομικού καταναγκασμού και τις προλήψεις, και να αποκτήσουν το πλήρες κοινωνικό δηλαδή ανθρώπινο περιεχόμενό τους (που ολοκληρωμένα μπορεί να γίνει στην κομμουνιστική κοινωνία) και όχι να γυρνάνε σε συντηρητικές θέσεις όπως «η διαφωνία του ΚΚΕ στην τροποποίηση του Σύμφωνου Συμβίωσης και ιδιαίτερα στην επέκτασή του στα ομόφυλα ζευγάρια απορρέει από το χαρακτήρα και την εξέλιξη του θεσμού της οικογένειας, από το ρόλο της στην αναπαραγωγή του είδους. Στη συμβίωση των ομόφυλων ζευγαριών αντικειμενικά το παιδί –από τα πρώτα καθοριστικά χρόνια της ζωής του– αποκτά παραποιημένη αντίληψη αυτής της βιολογικής σχέσης των δύο φύλων, η οποία είναι απαραίτητο συστατικό για την ομαλή ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξή του», να υιοθετούν δηλ. αντεπιστημονικές απόψεις που παρουσιάζουν την ομοφυλοφιλία περίπου σαν ασθένεια.

Πραγματικά αν ισχύουν όλα αυτά, πώς εξηγείται το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ομοφυλόφιλων ατόμων είναι παιδιά ετερόφυλων οικογενειών; Δεν λειτούργησε σε αυτά το «απαραίτητο συστατικό»;

13) Αλλά και σε άλλα ζητήματα και μέτωπα, οι αντικειμενικές συνθήκες, η «ωρίμανσή» τους παίζουν καθοριστικό ρόλο για το ΚΚΕ. Το υποκείμενο ως παράγοντας αποφασιστικής παρέμβασης, αλλαγής, ανατροπής, υποβαθμίζεται. Πάντα «είναι ανέτοιμο», «ανώριμο», «δεν έχει τις προϋποθέσεις» ακόμα και σε κορυφαίες στιγμές της ταξικής πάλης. Οι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί αντιμετωπίζονται εν πολλοίς ακίνητοι και αμετάβλητοι, μια φωτογραφία στο αρνητικό της, και έτσι τελικά αυτό που απομένει είναι το μέτρο της «κομματικής» συσπείρωσης και ποσότητας. Όμως «οι άνθρωποι διαμορφώνουν τις συνθήκες όσο οι συνθήκες διαμορφώνουν τους ανθρώπους».*

14) Η επαναστατική, κομμουνιστική αριστερά στέκεται απέναντι και στον βιολογικό και στον κοινωνικό αναγωγισμό. Και οι δύο αποτελούν αστική μέθοδο σκέψης. Αντιμετωπίζει τη βιολογία ως δυνατότητα επίδρασης στην κοινωνική οργάνωση και όχι ως προκαθορισμένο σχέδιο τυποποιημένης δράσης. Αναγνωρίζει ότι οι εκμεταλλευτικές κοινωνίες και ο καπιταλισμός με την ταξική τους διαίρεση στρεβλώνουν εμπορευματικά την κοινωνική δράση των ανθρώπων για τις ανάγκες και τα δικαιώματά τους. Ότι ο όποιος δικαιωματισμός των αστικών κυβερνήσεων και η όποια κάλυψη των κοινωνικών αναγκών γίνεται υποκριτικά, περιορισμένα, παροδικά και πάντα με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, την καθολική υπαγωγή των ανθρώπινων σχέσεων, της συμβίωσης, της οικογένειας, της ανατροφής παιδιών, της επιστήμης και της βιολογίας στο κεφάλαιο.

Ωστόσο, είναι επίσης εξαιρετικά υποκριτικό να μην προωθείς τη μαζική πάλη για την κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών στο όνομα του ότι ο καπιταλισμός είναι εκμεταλλευτική κοινωνία ή πολύ περισσότερο να ταυτίζεις αυτή την πάλη με τον αστικό δικαιωματισμό. Η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία γεννάει αντικειμενικά τις τάσεις εκείνες που θα την ανατρέψουν, όχι όμως προτυποποιημένα, νομοτελειακά και εσχατολογικά αλλά με την υποκειμενική δράση των οργανωμένων τάσεων χειραφέτησης της εργατικής τάξης σε κάθε χώρα και διεθνώς. Ο διαλεκτικός υλισμός δεν αφορά μια παθητική αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου και της αντικειμενικότητάς του στο υποκείμενο αλλά μια ανώτερη διαδικασία σύνθεσης, ενεργοποίησης και αντενέργειας του υποκειμένου σε αυτόν για να τον αλλάξει. Τα αντικειμενικά δεδομένα έχουν τεθεί, από το υποκείμενο εξαρτάται …το μέλλον του κόσμου μας, η βαρβαρότητα ή η απελευθέρωση.

…………………………………………………………………………………………………………

* ΜΑΡΞ 1η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ

Η κυριότερη ατέλεια όλου του υλισμού ως τώρα – βάζοντας μαζί και το φοϊερμπαχικό – είναι πως το αντικείμενο, η πραγματικότητα, ο αισθητός κόσμος, γίνεται αντιληπτός μόνο με τη μορφή του αντικειμένου ή της άμεσης παράστασης (Anschauung), όχι όμως σαν ανθρώπινη υλική δραστηριότητα ή σαν πράξη, όχι υποκειμενικά. Γι’ αυτό συνέβηκε ώστε η ενεργητική πλευρά, σε αντίθεση με τον υλισμό, να έχει αναπτυχθεί από τον ιδεαλισμό -μα μόνο αφηρημένα, γιατί βέβαια ο ιδεαλισμός δεν γνωρίζει την πραγματική, τη συγκεκριμένη δραστηριότητα σαν τέτοια. Ο Φόιερμπαχ θέλει υλικά, διαφοροποιημένα από τα ιδεατά, αντικείμενα, μα δεν αντιλαμβάνεται την ίδια την ανθρώπινη δραστηριότητα σαν δραστηριότητα πάνω σε αντικείμενα. Κατά συνέπεια, στην Ουσία του Χριστιανισμού βλέπει τη θεωρητική στάση σαν τη μοναδική γνήσια ανθρώπινη, ενώ την πράξη την αντιλαμβάνεται με τη βρόμικη-εβραϊκή της μορφή εκδήλωσης. Δεν καταλαβαίνει, κατά συνέπεια, τη σημασία της «επαναστατικής», της «πρακτικο-κριτικής» δράσης.






Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023

Ένοπλος αγώνας ή μαζικό κίνημα στην χούντα .Οι πρώτοι «προβοκάτορες» στους δρόμους

 

«Το Πολυτεχνείο 73 ήταν μια γνήσια λαϊκή εξέγερση η οποία χρειάζεται να μελετηθεί, ερευνηθεί και αξιολογηθεί, με ακρίβεια και νηφαλιότητα. Είναι η πρώτη εξέγερση μιας νέας εποχής, που όσο κι αν «πάλιωσε», έγινε 50 χρόνων, διατηρεί την νεανικότητα, τη φρεσκάδα και την σημασία ενός επίκαιρου συμβάντος».

«Το αίμα το αδικαίωτο ποτέ δεν ησυχάζει», Πολυτεχνείο 1973, από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Συγγραφέας του ο Ιερώνυμος Λύκαρης,

Η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν η κορύφωση μιας επαναστατικής διαδικασίας μιας γνήσιας λαϊκής εξέγερσης  που ξεκινά από την δεκ. του 60 πήρε σάρκα και οστά από την ίδια την  δυναμική του υποκειμένου και των εξελίξεων.

 Η διετία 1967 - 1969 θεωρείται η πιο δραστήρια περίοδος από πλευράς ένοπλης δράσης εναντίον της χούντας (βομβιστικές επιθέσεις εναντίον υποδομών ,αυτοκινήτων, πρεσβειών  κτλ) ενέργειες αποσπασματικές μεν που στερούνται την μεγάλη στήριξη της κοινωνίας την σύνδεση με το μαζικό κίνημα  που είχαν σαν στόχο από την  άλλη  να πληγεί το γόητρο της χούντας, να σπάσει ο φόβος ,να ανέβει η ψυχολογία του κόσμου ενάντια στο αυταρχισμό και την καταπίεση .

Η επίδραση του γαλλικού Μάη, το φοιτητικό κίνημα στη Γερμανία, το φοιτητικό και εργατικό κίνημα στην Ιταλία, οι επεμβάσεις των Η.Π.Α. στις λεγόμενες χώρες του Τρίτου Κόσμου και τα αντάρτικα στη Λατινική Αμερική άνοιξαν ένα ευρύ πλαίσιο συζήτησης για το ζήτημα του ένοπλου αγώνα. Από την άλλη, δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη μέσα από τα κινήματα μαζικές ένοπλες οργανώσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Κατά την περίοδο του αντιδικτατορικού κινήματος στην Ελλάδα, το σύνολο της ελληνικής Αριστεράς και όχι μόνο, αντιμετώπισε το δίλημμα της ανάληψης ένοπλης δράσης ή δημιουργία μαζικού κινήματος.

Αν και η ημερομηνία γέννησης των ένοπλων οργανώσεων στην Ελλάδα θεωρείται η μέρα επιβολής της στρατιωτικής δικτατορίας, η πραγματική γέννηση αυτών έγινε δύο χρόνια νωρίτερα, μέσα από την ατμόσφαιρα των οδοφραγμάτων και των συγκρούσεων του 1965.

Το ζήτημα της πολιτικής βίας, επομένως δε θα πρέπει να αναλυθεί ως ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά ως βαθιά πολιτικό, εξετάζοντας τις συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται, τη φύση του καθεστώτος στο οποίο αντιστέκονται οι ατομικοί και συλλογικοί δρώντες και τις πολιτικές ομάδες οι οποίες επιλέγουν βίαια ρεπερτόρια δράσης. Ακόμη, για το ζήτημα της πολιτικής βίας δεν μπορεί να υπάρξει ένας ξεκάθαρος ορισμός στο βαθμό που αποτελεί σχεσιακό φαινόμενο, πλαισιώνεται από διαφορετικές έννοιες και σχετίζεται με διαφορετικά ιστορικά πλαίσια, κίνητρα, δρώντες, οργανωτικές δομές και τρόπους δράσης. Επομένως, δε γίνεται να εξεταστεί ως ενιαίο φαινόμενο ιστορικά, αλλά μόνο τοποθετημένο εντός του ιστορικού πλαισίου στο οποίο εκτυλίσσεται.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η χρήση βίαιων μέσων αντιπαράθεσης με το καθεστώς στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν πρόκυπτε ως αποτέλεσμα μιας γενικής ιδεολογικοπολιτικής πλατφόρμας, που είχε την ένοπλη δράση στον πυρήνα της ανάλυσής της, αλλά κυρίως ως ειδική μορφή δράσης απέναντι στο αυταρχισμό του δικτατορικού καθεστώτος. Σε αυτή την ειδική μορφή πολιτικής δράσης προσχώρησαν διάφορες οργανώσεις πέραν των στενών ορίων της Αριστεράς. Οργανώσεις που αρχικά αποκήρυτταν τα βίαια μέσα στο ρεπερτόριο δράσης τους, αλλά αργότερα τα αποδέχτηκαν. Επιπλέον, άλλες οργανώσεις συνδύαζαν βίαια με μη βίαια ρεπερτόρια δράσης, ενώ άλλες ομάδες καθορίστηκαν και ριζοσπαστικοποιήθηκαν περεταίρω από την ένοπλη αντιπαράθεση με το καθεστώς και αντιμετώπισαν τη βία όχι μόνο ως μέσο για την ανατροπή της δικτατορίας, αλλά ως μέσο για την ανατροπή συνολικά του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1970, εκρήγνυται, στον περίβολο της πρεσβείας των ΗΠΑ Αθήνα, μια βόμβα μεγάλης ισχύος. 
https://tvxs.gr/apopseis/arthra-gnomis/2-septembrioy-1970-mia-ksexasmeni-epeteio 

Ενέργειες αποσπασματικές που στερούνται χαρακτηριστικών αντάρτικου πόλης σε σχέση με τις ένοπλες οργανώσεις της Δ. Ευρώπης χαρακτηρίζονται από την εμμονή των οργανώσεων για την βραχύβια διάρκεια της χούντας και ότι θα «πέσει» σύντομα γιατί είναι αμερικανοκίνητη αυτά όμως δεν δημιουργούν προϋποθέσεις αντίστασης.

"Η κρυφή ελπίδα όλων μας, επηρεασμένων από το γαλλικό αλλά και το διεθνές τότε κλίμα, ήταν πως θα ξαναζούσε στην Ελλάδα ακόμα και αντάρτικο στα βουνά και στις πόλεις", γράφει ο Μιχάλης Ράπτης ("Εκτός συνόρων", εκδ. Αποψη, Αθήνα 1991, σ. 125).

"Ενοπλος" αγώνας, βέβαια, δεν υπήρξε ποτέ με την έννοια μιας μαζικής αντιπαράθεσης ή ακόμα και ενός οργανωμένου αντάρτικου. Ούτε υπήρξε πραγματική διαπλοκή της αντίστασης με τους διαφωνούντες (κίνημα του Ναυτικού Μάιο του 1973). Το μεγαλύτερο μέρος της αντίστασης των πρώτων χρόνων, το οφείλουμε στους ελάχιστους εκείνους ηρωικούς αγωνιστές που επέλεξαν τη δυναμική έκφραση της αντιπαράθεσης στη χούντα, ακολουθώντας το γκεβαρικό μοντέλο που ήταν τόσο επίκαιρο. Η μοναδική υπόμνηση ότι η δικτατορία δεν ήταν παντοδύναμη ούτε είχε κατακτήσει το σύνολο των Ελλήνων πολιτών. http://www.iospress.gr/ios2003/ios20030420a.htm

Αλλά από αυτό το σημείο μέχρι το όραμα της μαζικής ένοπλης εξέγερσης υπήρξε μεγάλη απόσταση. Στην δημόσια συζήτηση η ένοπλη βία σχετίζεται με την αριστερά στην περίπτωση ‘όμως της Χούντας συμμετέχουν και εμπλέκονται  οργανώσεις τόσο από την αριστερά όσο και από το προδικτατορικό κέντρο (Δημοκρατική Άμυνα , Ελληνικό Δημοκρατικό Κίνημα , Ελληνική Αντίσταση του Αλέξανδρου Παναγούλη).

Ο Στ. Κατσαρός αναφέρει ότι «ήδη από το 1966 υπάρχει προσπάθεια για μια ένοπλη πρωτοπορία  του μαζικού κινήματος». Ή Πολιτική  βία σαν φαινόμενο πολιτικό θα πρέπει να το δούμε μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που πραγματοποιείται σαν μια ειδική μορφή πολιτικής δράσης .Η παραδοσιακή αριστερά διαφωνεί με τις πρακτικές αυτές θεωρώντας σαν μη αποδεκτές η «ένοπλη αντίσταση» που σημειωτέων αρμόζει σε νεολαίους και αγωνιστές αποτελεί το αξεπέραστο σύνδρομο  της Αριστεράς  τροφοδοτούμενη από την ήττα του Εμφυλίου.

Η παραδοσιακή Αριστερά, τραυματισμένη από τα απανωτά λάθη της περιόδου '44-'49, εγκλωβισμένη στην αυταπάτη της «πάση θυσία» νομιμότητας, δεν ήθελε να περάσει σε πιο μαχητικές μορφές αντίστασης. Η παραδοσιακή Αριστερά όχι μόνο εγκαταλείπει την λογική της ένοπλης δράσης σαν μη αποδεκτή αλλά φαίνεται ότι αναζητούσε τρόπους πολιτικής συνεργασίας (επιφέροντας  σημαντική κριτική) με τα αστικά κόμματα ,το ΚΚΕ μάλιστα, μετά τη διάσπαση του 1968 θέτει  το δίλημμα: «δυναμική αντίσταση ή μαζικοί αγώνες;».

Η πρώτη βομβιστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη έγινε από την οργάνωση του Πατριωτικού Μετώπου (ΠΑΜ) το Σεπτέμβριο του 1967, στη διάρκεια των εγκαινίων της ΔΕΘ, παρουσία του αρχιπραξικοπηματία Γιώργου Παπαδόπουλου και κορυφαίων στελεχών της χούντας. Η ανατίναξη του υποσταθμού της ΔΕΗ στην περιοχή Δόξας, δίπλα στο Καυταντζόγλειο, δεν ολοκληρώθηκε, αλλά το ισχυρό μήνυμα έφτασε στους χουντικούς και το λαό με την ολιγόλεπτη διακοπή του ρεύματος στη διάρκεια της τελετής.

Τον Μάϊο του 1974 είχαμε την σύλληψη 36 μελών αγωνιστών του ΕΚΚΕ και της ΑΑΣΠΕ. Δυναμώνουν και οι διεκδικήσεις με καθαρά πολιτικό χαρακτήρα τέτοιες μέρες δράσης είναι η 28η Οκτώβρη 1972, η επέτειος του πραξικοπήματος (21η Απρίλη 1973), η Πρωτομαγιά του '73, η νυχτερινή διαδήλωση μετά το σχηματισμό της κυβέρνησης Μαρκεζίνη, η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδοπούλου από τον Παναγούλη  τον Αύγουστο του 1968, οι  συλλήψεις μελών της Λαϊκής Πάλης το 1969 η αποτυχημένη έκρηξη σε αυτοκίνητο  έξω από την Αμερικάνικη πρεσβεία στις 2 Σεπτέμβρη 1970 που είχε  σαν αποτελέσματα την θάνατο Αντζελότι και Τσιγούρη .

Πρόκειται για μια ανάδυση της Αριστεράς «από τα κάτω»; Οι ενέργειες που αποσκοπούσαν στην δημιουργίας μαζικού κινήματος ;ή ακόμα και στην κατάληψη της εξουσίας;

Ηδη από την δεκαετία του 60 (κινητοποιήσεις για 1-1-4 ,15% για την παιδεία, Κυπριακό, οικοδόμοι) τα πρόσωπα που επέλεξαν την συγκεκριμένη μορφή αντίστασης είχαν ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δεν ήταν τίποτε άλλο από την κοινή επαναστατικότητα και την διάθεση την θέληση να αλλάξουν τον κόσμο ήταν τα πρόσωπα που την μία μέρα συμμετείχαν σε μία ένοπλη πράξη βίας και από την άλλη έβαζαν τα θεμέλια για ένα καλύτερο αύριο. και την Πρόκειται για μια αριστερά που αμφισβητούσε και διεκδικούσε φτάνοντας μέχρι την μεταπολίτευση .

 Οι πρωτοβουλίες αυτές ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να πυροδοτήσουν ένα ισχυρό μαζικό κίνημα το Πολυτεχνείο προέκυψε από την ίδια τη δυναμική αντίσταση των υποκειμένων και των εξελίξεων. Η αντίσταση στη διάρκεια της δικτατορίας ήταν και παραμένει αναπόσπαστο τμήμα της δημοκρατικής συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας. Εάν κάποιοι απαξιώνουν τη σημασία και το φαινόμενο της αντίστασης, εάν κάποιοι εξωραΐζουν τη δικτατορία, η αντίσταση θα παραμένει το καταστατικό στοιχείο της ιστορίας και της μνήμης όσων αγωνίζονται για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτή η χειραφέτηση των δυναμικών πυρήνων της Αριστεράς κατά τη διάρκεια της δικτατορίας εξακολουθεί να τρομάζει τους θεματοφύλακες της κρατικής συνέχειας.

Φλώρος Γιάννης, Αντιστασιακές Οργανώσεις στη Δικτατορία, Αντί, τχ. 344, 17 Απρ.-23 Απρ. 1987, σ. 47-52. 

Κατσαρός Στέργιος, Εγώ ο Προβοκάτορας, ο Τρομοκράτης: Η Γοητεία της Βίας, εκδ. Ισνάφι, Ιωάννινα, 2008.

Μιχάλης Ράπτης Εκτός συνόρων, εκδ. Αποψη, Αθήνα 1991, σ. 125).

http://www.iospress.gr/ios2003/ios20030420a.htm

https://www.sarajevomag.net/entipa/teuhos_112/i112_p18_17nov.html

https://tvxs.gr/apopseis/arthra-gnomis/2-septembrioy-1970-mia-ksexasmeni-epeteio


Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Πόσο αυτοδιοικητικές είναι αυτές οι εκλογές ;

 

Ενόψει των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών αναθερμάνθηκε η συζήτηση για το χαρακτήρα των δήμων και των περιφερειών καθώς και η παρέμβαση των δυνάμεων που τάσσονται εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος και επιδιώκουν την ανατροπή του.

Είναι χρήσιμη η συμμετοχή στις δημοτικές ή περιφερειακές;

Συμμετέχοντας επιδιώκουμε τη ζύμωση των θέσεων μας, την καταγραφή των δυνάμεών μας ;

Αγωνιζόμαστε για το νικηφόρο αποτέλεσμα, επιδιώκοντας την πλειοψηφία του συμβουλίου και την διεκδίκησή του δήμου ή της περιφέρειας  ;

Προσπαθώντας να απαντήσουμε στα ερωτήματα  θα πρέπει να προσδιοριστεί  ο χαρακτήρας των δήμων και των περιφερειών ,  με ποιους όρους ποιες δυνατότητες  λειτουργούν οι δήμοι και οι περιφέρειες σήμερα και εν τέλει τι δυνατότητες δίνουν για μία πολιτική υπέρ των πλατύτερων στρωμάτων του λαού.

Αν πρόκειται  για «τοπικό κράτος» πρέπει να ταχθούμε εναντίον της διαχείρισης του, αφού το κράτος είναι ο μηχανισμός καταπίεσης και εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, μεγιστοποιώντας τα κέρδη του μεγάλου κεφαλαίου. Οι δήμοι και οι περιφέρεις  είναι μεν ο κατώτερος βαθμός της διοικητικής μηχανής, προφανώς δεν είναι αυτοδιοίκηση, εξάλλου είναι ζήτημα αν στα πλαίσια οποιουδήποτε κράτους μπορεί να υπάρξει πραγματική αυτοδιοίκηση,

Ορισμένα όμως στοιχεία των δήμων τους δίνουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα οι δημοτικές και  περιφερειακές αρχές εκλέγονται  από το λαό, άρα είναι σε άμεση επαφή και σχέση με τους δημότες και επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από τη θέλησή τους ιδιαίτερα αν αυτή εκφράζεται με ισχυρό τρόπο. Τα όρια αυτού του επηρεασμού ποικίλουν δεν φτάνουν φυσικά στο σημείο να ανατρέψουν  γενικά την πολιτική που οι δημοτικές και περιφερειακές αρχές έχουν χαράξει.

Μία αντιλαϊκή απόφαση της Κυβέρνησης πολύ δυσκολότερα ανατρέπεται από τη λαϊκή κινητοποίηση αφού οι περισσότερες έχουν στον άξονα τους βασικούς κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Ένα ισχυρό κίνημα με βάση τα τοπικά αλλά και τα γενικότερα προβλήματα μπορεί να παρεμποδίσει την πολιτική κάποιας  δημοτικής αρχής σε σημαντικό βαθμό.

Άρα από την άποψη αυτή η συμμετοχή σε ένα δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο  μπορεί να δώσει αποτελέσματα πρακτικά πέραν της ζύμωση των θέσεων μιας δημοτικής παράταξης.

Μία δεύτερη ουσιαστική πλευρά είναι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας εντός του οποίου κινούνται οι δήμοι ιδιαίτερα ασφυκτικό στενό δυσκολεύοντας τα τελευταία χρόνια την εφαρμογή των πολιτικών αυτοδιοικητικών κινήσεων ,σε αυτό προστέθηκαν στο ήδη αντιδημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αποκλείοντας τις μικρές παρατάξεις, αφαιρώντας δικαιοδοσίες από τα συμβούλια εκχωρώντας   στις  επιτροπές την απόλυτη πλειοψηφία των οποίων έδωσαν στο Δήμαρχο ανεξαρτήτως συσχετισμού.

Μεγάλο τμήμα των εκτελούμενων έργων γίνεται μέσω προγραμμάτων και κυρίως του ΕΣΠΑ. όπου όλα τα κονδύλια  είναι στοχευμένα με βάση τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης  τα συμφέροντα των πολυεθνικών και του κεφαλαίου που δεν αφήνουν περιθώρια για έργα που να καλύπτουν λαϊκές και κοινωνικές ανάγκες  .

Για να γίνουμε πιο κατανοητοί οι πόροι  μέσω των προγραμμάτων που μπορεί ένας δήμος ή μια περιφέρεια να διαχειριστεί είναι σημαντικοί. Μέσω των ΕΣΠΑ μπορούν να χρηματοδοτηθούν αρκετά έργα κι αν σε αυτό προσθέσουμε την κρατική χρηματοδότηση σίγουρα μειωμένη , αλλά δεν είναι ασήμαντη τότε διαμορφώνονται σημαντικές δυνατότητες. Επιπλέον η δίκαιη κατανομή των ανταποδοτικών τελών υπέρ των ασθενέστερων οικονομικά δημοτών είναι επίσης μία σημαντική δυνατότητα για ένα αγωνιστικό Δήμο ή περιφέρεια.

Ιδιαίτερος κομβικός παράγοντας η ακροδεξιά λειτουργώντας σαν το μακρύ βρώμικο χέρι των μεγάλων συμφερόντων του συστήματος. Ενισχύει την επέλαση του real estate, την τουριστική βιομηχανία, την εμπορική αξιοποίηση του χώρου, την μαφία των ΒΑΠΕ, τις νέες εξορύξεις. Πάντα προσπαθεί να διχάσει τους εργαζόμενους και να στρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια ενάντια στους αδύναμους για να αθωώσει αυτούς που πραγματικά καταστρέφουν τις πόλεις και το περιβάλλον.

Αντιθέτως οι δήμοι και οι περιφέρειες  δεν  ασχολούνται μόνο με τα τοπικά προβλήματα, αλλά επί της ουσίας πρόκειται για μια διαχειριστική κεντρική πολιτική εξυπηρετώντας ξένα κέντρα και ιδιωτικά συμφέροντα Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύονται οι κυβερνητικές ευθύνες, οι σχεδιασμοί και τα συμφέρον που προωθούνται.

Αντιθέτως δεν είδαμε πουθενά κανέναν δήμο η περιφέρεια  να βάζει σε προτεραιότητα τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα (εκτός του δήμου Πάτρας και αυτό εν μέρει) να καταγγείλει τις αντεργατικές πολιτικές (πρόσφατο σχέδιο νόμου της Κυβέρνησης) την πλήρη ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας, τις συμβάσεις μηδενικού χρόνου εργασίας, την προστασία του περιβάλλοντος ,την ιδιωτικοποίηση ακτών και παραλιών το ξεπούλημα του φυσικού και ορυκτού πλούτου της χώρας ,την τεράστια ανεπάρκεια του Κράτους που αφήνει τον λαό απροστάτευτο απέναντι στα καιρικά φαινόμενα, τη διεκδίκηση έργων αντιπλημμυρικής και αντιπυρικής προστασίας, την παραχώρηση των λιμανιών στον αμερικανονατοικό ιμπεριαλισμό και  την εμπλοκή της χώρας  στον πόλεμο της Ουκρανίας ενάντια στα συμφέροντα  του λαού.Στοιχεία που κάνουν να ξεχωρίζει αγωνιστική δημοτική και περιφερειακή αρχή και μπορεί να έχει σημαντικά αποτελέσματα αρκεί να μη λειτουργεί διαχειριστικά αλλά δημοκρατικά και διεκδικητικά.

Με βάση τα παραπάνω είναι φανερό ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες δεν αποτελούν φορείς «αυτοδιοίκησης», αλλά φορείς κεντρικού-επιτελικού κράτους και φορείς της αστικής εξουσίας για την προώθηση της αντιλαϊκής πολιτικής τοπικού . Έχουν ποιοτικά την ίδια με αυτή που έχει το αστικό κοινοβούλιο και κράτος με τη λαϊκή κυριαρχία, τη συμμετοχή και τη δημοκρατία. Η πορεία του τοπικού κράτους ακολουθεί τη γενική τάση αντιδραστικοποίησης του κεντρικού κράτους στον σύγχρονο ολοκληρωτικό καπιταλισμό και το νομικό-θεσμικό-οικονομικό πλαίσιο λειτουργίας του ενισχύει ακόμα περισσότερο την πραγματικότητα αυτή.

Με την υποχρεωτική πειθαρχία στους κανόνες του κεντρικού κράτους, την απόλυτη εξάρτηση από τους κεντρικούς θεσμούς, την υποταγή στις κατευθύνσεις και τις προτεραιότητες της ΕΕ μέσω των χρηματοδοτήσεων, την επιχειρηματική λειτουργία και τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος ούτε οι δήμοι και οι περιφέρειες, ούτε απλά μια «αγωνιστική δημοτική/περιφερειακή αρχή» μπορούν να γίνουν φορείς μιας πολιτικής που θα προωθεί και θα επιβάλει τις εργατικές λαϊκές ανάγκες.

Απέναντι στον σύγχρονο ρόλο δήμων και περιφερειών μπορεί να αντιπαρατεθεί μια άλλη πολιτική αντίληψη που προωθεί μορφές μαζικής λαϊκής οργάνωσης, συλλογικότητες διεκδίκησης και αγώνα, φορείς επιβολής της λαϊκής θέλησης, και ένα ισχυρό εργατικό λαϊκό κίνημα αποφασιστικών αγώνων που θα μπορεί να επιβάλει κατακτήσεις και στο σήμερα και ταυτόχρονα να προετοιμάζει τους εργαζόμενους για τις πιο συνολικές συγκρούσεις.

Αυτό  μπορεί να συμβάλει και η συνεργασία σε ένα σαφές ανατρεπτικό πολιτικό πλαίσιο και στις εκλογές και στις μάχες του επόμενου διαστήματος, με πολιτικές δυνάμεις και αγωνιστές, που μπορεί να προσεγγίζουν πλευρές της κατάστασης στο τοπικό ή συνολικό επίπεδο μέσα από διαφορετικούς δρόμους αλλά έχουν κοινή στόχευση απέναντι στις αντιλαϊκές πολιτικές, έχουν σαφή αντίληψη για το ρόλο των περιφερειών και δήμων ως τοπικού κράτους μέσα στο σύστημα εξουσίας, αναγνωρίζουν ότι οι νικηφόρες αναμετρήσεις απαιτούν αμφισβήτηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της πολιτικής της ΕΕ και διαχωρίζονται από διαχειριστικές λογικές.

Αυτό μπορεί να αποφευχθεί όταν πρυτανεύουν στην πολιτική τους ο σωστός σχεδιασμός, η πρόταξη των ταξικών συμφερόντων της πλειοψηφίας σε βάρος της ολιγαρχίας, όταν το μέτωπο ενάντια στην κυβέρνηση και την πολιτική της και στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σταθερό και αγωνιστικό βασικό στοιχείο που μπορεί να αλλάξει συσχετισμούς και συνειδήσεις τις δράσης της είναι  η πλατιά κινητοποίηση του λαού.

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Πράσινη ανάπτυξη με καταστροφικές συνέπειες

 

Ο άνθρωπος είναι μέρος του φυσικού πλούτου αυτής της γης το μέλλον του και η επιβίωση εξαρτάται από την ποιότητα του αέρα  του νερού  και την διάσωση των ζωικών  και φυτικών ειδών .Όλα αυτά τα χρόνια  ακολουθείται ένα καταστροφικό μοντέλο ανάπτυξης στα δάση  στις παραλίες  στους ελεύθερους χώρους στις παραλίες  που οδηγούν σε οικονομικές ζώνες ακόμα και σε εντός περιοχών Natura .Όσο εντείνεται η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των περικοπών Δημοσίων δομών την υποστελέχωση των υπηρεσιών οι επιπτώσεις στο περιβάλλον θα είναι αμείλικτες .

Όλα τα επενδυτικά σχέδια της λεγόμενης πράσινης ανάπτυξης των λεγόμενων ΒΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταικά) ενίσχυση μεταλλευτικών δραστηριοτήτων, παράδοση ακτών παραλιών  θαλασσών σε ιδιωτικά συμφέροντα τελικά στοχεύουν στην καταστροφή του περιβάλλοντος.

Το μεγάλο φαγοπότι έχει στηθεί μια χαρά και δεν είναι μόνο ο αντι-περιβαλλοντικός νόμος 4685/2020 που καταργεί την προστασία στις περιοχές  Natura  από το 2011 με το περίφημο σχέδιο ΗΛΙΟΣ ο τότε υπουργός Μανιάτης σε συνεργασία με τις ΤΑ έκανε λόγο για στρεμματική δημόσια γη η οποία δεν αποφέρει έσοδα και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για χρήση φωτοβολταικών .H σημερινή  ΠτΔ ήταν η κύρια εισηγήτρια στις αποφάσεις για τις ανεμογεννήτριες ότι μπορούν να τοποθετηθούν σε αναδασωτέες εκτάσεις ακόμα και αν είναι περιοχές Natura (92499/2012 ,1421/2013).

Οι εικόνες που προβάλλονται στις βουνοκορφές με ανεμογεννήτριες –τέρατα από πίσω μαγευτικά ηλιοβασιλέματα σήμερα τα ονομάζουμε τα ονομάζουμε αιολικά πάρκα !

Σε ποια χώρα έχουν εκχωρηθεί βουνά, δάση, θάλασσες , βιότοποι ,οι αρχαιολογικοί τόποι αλλά ακόμη και ολόκληρα νησιά σε ιδιώτες επενδυτές ;

Σε ποια χώρα η καμένη γη και οι αναδασωτέες εκτάσεις χαρίζονται στην «πράσινη ανάπτυξη»;  

Σε ποια χώρα παρακάμπτεται η νόμοι του συντάγματος για χάρη  της «πράσινης ανάπτυξης»;

 Οι περιοχές Natura βρίσκονται στο στόχαστρο σε έκθεση του WWF Ελλάς με τίτλο «Πολιτικά και θεσμικά κενά προς την κλιματική ουδετερότητα» που δόθηκε στην δημοσιότητα τι Νοέμβρη του 2022 τονίζεται : «παρά την καταδίκη από το Δικαστήριο της Ε.Ε. το 2020 η Ελλάδα συνεχίζει την εγκατάλειψη των περιοχών Natura 2000 χωρίς διατάγματα προστασίας, ενώ καθυστερεί αδικαιολόγητα τη διαδικασία ολοκλήρωσης των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών που θα υποδείξουν με επιστημονικά δεδομένα τα κατάλληλα μέτρα διατήρησης».

Ο πόθος για όλο και περισσότερο χρήμα δεν αλλοιώνει μόνο τις παραλίες και τους οικισμούς. Δεν φθείρει μόνο τον χαρακτήρα του τοπίου. Φθείρει και αλλοιώνει τον ίδιο τον χαρακτήρα του τόπου και της φύσης .

Πραγματική αχτίδα ελπίδας για την προστασία των παραλιών της χώρας  από την «υπερανάπτυξη» και την ανεξέλεγκτη τουριστική εκμετάλλευση, με τη δημιουργία πρωτοβουλιών και κινημάτων πολιτών  που ζητούν να εφαρμοστεί επιτέλους ο νόμος

Τριακόσιοι  Παριανοί πολίτες διεκδίκησαν το αυτονόητο να απλώσουν την πετσέτα τους στην Σάντα Μαρία η οποία δεν ξέφυγε  από την επιχειρηματική λύσσα για κέρδος και  ας βρίσκεται σε περιοχή επίσημα χαρακτηρισμένη ως Natura. https://www.facebook.com/groups/685990379615823

Άλλο παράδειγμα ο ηρωικός και νικηφόρος αγώνας της Πρωτοβουλίας υπεράσπισης της παραλίας-αμμουδιάς της Σκάλας Ερεσού  για να μην χτιστεί η παραλία κόσμημα από Ιδιώτη που ονειρεύεται υπερπολυτελής κατοικίες γήπεδα πισίνες και υπόγειο πάρκινγκ πάνω στην αμμουδιά  και  ας βρίσκεται και αυτή σε περιοχή χαρακτηρισμένη ως Natura  https://www.facebook.com/groups/525091718678923

Για να θυμηθούμε την εγκύκλιο του Άρειου Πάγου (10/2023, 4.5.2023) προς τους εισαγγελείς Πρωτοδικών της επικράτειας, άρα και προς τις Αρχές της χώρας και τους πολίτες της, για να θυμηθούν όλοι πως «η απρόσκοπτη πρόσβαση στις παρα­λίες είναι conditio sine qua non».

Μερικά από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η «νομιμοποίηση» παράνομων δρόμων η διάνοιξη νέων μέσω Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων, η επέκταση της δυνατότητας κατασκευής τουριστικών χωριών, ακόμα και η την κατασκευή λιμενικών εγκαταστάσεων εντός τέτοιων  περιοχών .

Η κλιματική αλλαγή δεν πλήττει μόνο τα τουριστικά θέρετρα και τις οργανωμένες πλαζ το κυνήγι του κέρδους  για όλες τις κυβερνήσεις ,η εξυπηρέτηση των συμφερόντων , η εξαργύρωση  οφειλών καταστρέφουν την βιώσιμη ανάπτυξη υπονομεύουν τον (ΦΔΠΠ) φορέα διαχείρισης Προστασία Περιβάλλοντος ,εκχωρούν τον έλεγχο των Περιβαλλοντικών μελετών  σε Ιδιωτικά γραφεία ,νομιμοποιούν  αυθαίρετα κτίσματα ακόμα και εντός δασικών περιοχών  ξεκάθαρα πλέον γίνεται αντιληπτό ότι οι  προσχηματικές δηλώσεις  όλων των κυβερνήσεων για στροφή στην ανάπτυξη δεν πείθουν κανέναν .

Αντί οι λύσεις και ο δημόσιος διάλογος να περιστρέφονται γύρω από την ανάγκη προστασίας του πρασίνου και του περιβάλλοντος, το κεφάλαιο προσπαθεί να παρουσιάσει ως «αντίδοτο» της κλιματικής κρίσης, την «πράσινη ανάπτυξη»  ο βασικός προσανατολισμός του κεφαλαίου παραμένει προσηλωμένος στις παραδοσιακές μορφές εκμετάλλευσης  ενέργειας.

Ένα βασικό συμπέρασμα που έχουμε βγάλει είναι ότι από την πρώτη στιγμή πρέπει να έρθουμε σε αντιπαράθεση με λογικές ανάθεσης ή λογικές που βλέπουν τον αγώνα ως ένα ατέρμονο παιχνίδι νομικών κινήσεων στα δικαστήρια ή ακόμα και με θεσμικούς, που εκ των προτέρων εξαρτούν τον αγώνα από τα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών.

Βασικό συστατικό  η λογική της δυναμικής  κοινωνικής κινητοποίησης και της διεκδίκησης να έρθουμε σε αντιπαράθεση με λογικές ανάθεσης και αναμονής των αποφάσεων των δικαστηρίων .Το ζήτημα της «πράσινης» ανάπτυξης και του ενεργειακού παροξυσμού δεν είναι απλά θέμα διαχείρισης σωστής ή λαθεμένης  αλλά αποτελεί βασικό συστατικό και δομικό στοιχείο του συστήματος  που οδηγεί τη φύση και τις κοινωνίες στην καταστροφή.

Ο αγώνας για την υπεράσπιση της φύσης και των κοινωνιών από τα αδηφάγα σχέδια κράτους και επενδυτών δεν είναι νόμιμος ούτε παράνομος, αλλά δίκαιος και αναγκαίος. Γίνεται πλέον επιτακτική η ανάγκη  για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης με σεβασμό στον  άνθρωπο , την φύση και την προστασία του περιβάλλοντος. Ας παραδειγματιστούμε από τον πλανήτη μας αν θέλουμε να αποτελούμε μέρος του για έναν μελλοντικό κόσμο αλώβητο και αμόλυντο για ένα κόσμο που θα ανήκει στα παιδιά μας !

 

 



Σάββατο 8 Ιουλίου 2023

Γεωργική γη στη σκιά των ηλιακών πάνελ


 Αναδημοσίευση από το πρωτότυπο :

https://wearesolomon.com/el/mag/format-el/erevnes/georgiki-gi-sti-skia-ton-fotovoltaikon/?fbclid=IwAR0x5Dpyqe5MxdfMS9MU_C6rPpVz1vaEUba27bf6j7Fw2tp-f_efDEUYulA

Στην Θεσσαλία, φωτοβολταϊκά πάρκα «φυτρώνουν» καλύπτοντας μεγάλες εκτάσεις γεωργικής γης. Με μανδύα την ανάγκη επίλυσης του ενεργειακού προβλήματος και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η Πολιτεία ανάβει πράσινο φως σε μεγάλα επενδυτικά συμφέροντα που απειλούν τον πάλαι ποτέ σιτοβολώνα της χώρας, υπονομεύοντας περεταίρω την επισιτιστική ασφάλεια.

Μέσα Μαρτίου. H μέρα είναι συννεφιασμένη, με λίγη πρωινή βροχή, όχι ικανή να ευεργετήσει τις καλλιέργειες του καταπράσινου αυτή την εποχή θεσσαλικού κάμπου, αρκετή ωστόσο ώστε να μην επιτρέψει τις συνήθεις φροντίδες, έως ότου έρθει η ώρα του θερισμού και της συγκομιδής. Τις ηλιόλουστες ημέρες, τον κάμπο περιβάλλει ένα ολόθερμο εκτυφλωτικό φως, που εκτός από ζωογόνο, τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί ιδιαιτέρως ελκυστικό για τις εταιρείες που επενδύουν στον τομέα της ηλιακής ενέργειας.Ως αποτέλεσμα, αρκετά χωράφια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φαρσάλων, ένα μικρό αγροτικό χωριό με λιγότερους από 100 κατοίκους, έχουν μείνει ακαλλιέργητα καθώς έχουν δεσμευτεί για την εγκατάσταση πάρκων φωτοβολταϊκών.

«Εδώ έχουν αρχίσει να στήνονται τα πρώτα πάνελ. Σύντομα θα ξεκινήσουν και στο διπλανό χωράφι», λέει ο κ. Κώστας Μπρέλλας, πρόεδρος του νέου αγροτικού συνεταιρισμού, που έφτιαξαν το 2017 όσοι απ’ το χωριό απέμειναν να ασχολούνται με τη γη.

«Σχεδόν 800 στρέμματα έμειναν ακαλλιέργητα τα τελευταία δύο χρόνια για να μπουν φωτοβολταϊκά. Χάσαμε εκτάσεις που θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε. Έχουμε πρόβλημα να φτάσουμε τους στόχους παραγωγής, με κίνδυνο να μην είναι βιώσιμος ο συνεταιρισμός».


Η δέσμευση εκτάσεων στον θεσσαλικό κάμπο για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, ιδίως στα Φάρσαλα, την Αγιά και τον Αλμυρό, αντανακλά την προτεραιότητα που δίνεται τα τελευταία χρόνια στην ηλεκτροπαραγωγή μέσω ηλιακής ενέργειας.

Και ενώ έως σήμερα την πρωτοκαθεδρία στον τομέα της λεγόμενης πράσινης ενέργειας είχαν οι εταιρείες αιολικής ενέργειας, δεσμεύοντας ακόμη και απάτητες βουνοκορφές για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών, τη σκυτάλη παίρνουν οι εταιρείες ηλιακής ενέργειας, ελληνικές και ξένες, σ’ ένα νέο ελντοράντο για μια θέση στον περίφημο ελληνικό ήλιο.

Το 2022 καταγράφηκε ρεκόρ εγκατάστασης φωτοβολταϊκών στην ελληνική επικράτεια, με την υψηλότερη ιστορικά διείσδυση νέων μονάδων: η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών, από 3.609 MW στο τέλος του 2021, έφθασε στα 4.843 MW τον Δεκέμβριο του 2022, ξεπερνώντας για πρώτη φορά την εγκατεστημένη ισχύ των αιολικών που στο τέλος του 2022 ήταν 4.462MW.

Με το νέο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, με ορίζοντα το 2050, που παρουσιάστηκε τον Ιανουάριο του 2023 από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστα Σκρέκα, τα φωτοβολταϊκά – μαζί με την αποθήκευση και δευτερευόντως τα θαλάσσια αιολικά – αναδεικνύονται στους νέους πυλώνες της στρατηγικής της χώρας για τη λεγόμενη πράσινη ενέργεια.

Συγκεκριμένα, η εγκατεστημένη ισχύς των φωτοβολταϊκών, από 5GW που είναι σήμερα προβλέπεται να φτάσει στα 14,1GW το 2030 και στα 34,5GW το 2050, καλύπτοντας το μεγαλύτερο μέρος της ισχύος που χρειάζεται να προστεθεί ώστε να επιτευχθεί ο νέος στόχος συμμετοχής των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή με ποσοστό 80% έως το 2030. 

Ο φιλόδοξος αυτός στόχος στέλνει ισχυρό σήμα στη βιομηχανία της ηλιακής ενέργειας, η οποία ήδη σχεδιάζει αθροιστικά επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ. Ωστόσο, όπως και με την ανάπτυξη των αιολικών, προκύπτει το ερώτημα: φωτοβολταϊκά από ποιους, για ποιους, πού και πώς;

Στα πλαίσια πολύμηνης έρευνας, το Solomon επισκέφθηκε περιοχές στην Θεσσαλία, όπου μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους• συνάντησε αγρότες, ειδικούς και εκπροσώπους αγροτικών συνεταιρισμών• και εξέτασε την κείμενη νομοθεσία, επιχειρώντας να ρίξει φως στο πώς η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών θέτει στο στόχαστρο τη γεωργική γη, ακόμη και τη γη υψηλής παραγωγικότητας, με συνέπειες που μπορεί να αποδειχθούν οδυνηρές για την αγροτική ανάπτυξη και την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας.

Αναδημοσίευση από το πρωτότυπο

https://wearesolomon.com/el/mag/format-el/erevnes/georgiki-gi-sti-skia-ton-fotovoltaikon/?fbclid=IwAR0x5Dpyqe5MxdfMS9MU_C6rPpVz1vaEUba27bf6j7Fw2tp-f_efDEUYulA